close
GEO+POLITICS

Τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο: Προς μια νέα ελληνική αποτρεπτική στρατηγική

H τουρκική επιθετικότητα εντείνεται στο Αιγαίο υπό το φως των γεωπολιτικών δεδομένων που διαμορφώνονται στην περιοχή, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο η Τουρκία επιδιώκει να έχει κυρίαρχο ρόλο. Αναμφίβολα σε αυτό το πλαίσιο η Τουρκία θα επιχειρήσει να κυριαρχήσει περίπου ολοκληρωτικά στο Αιγαίο, με τη συνεχή αναβάθμιση των προκλήσεων της, αφήνοντας στην Ελλάδα κάποιου είδους «συμβολική» κυριαρχία. Η στρατηγική που χρησιμοποιεί η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στην τουρκική προκλητικότητα και είναι αναγκαία η χάραξη μιας νέας ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημάνουμε ότι όλα τα σοβαρά και υπεύθυνα κράτη κατά την διεθνή συμπεριφορά τους τείνουν να επιτύχουν την βελτίωση ή έστω την σταθερότητα της εθνικής  ισχύος και είναι υποχρεωμένα να παρεμποδίσουν την επιδείνωση της  θέσης ισχύος τους. Για τον σκοπό η πολιτική ηγεσία της χώρας έχει την ευθύνη να εφαρμόζει μια εθνική στρατηγική με τη χρήση όλων των μέσων του κράτους όπως η διπλωματία, η οικονομία, η στρατιωτική ισχύς, ο πολιτισμός κλπ.

Διαπιστώνουμε εντούτοις ότι επί της παρούσης, η άμυνα –ασφάλεια και η οικονομική ισχύς της Ελλάδας, που αποτελούν πυλώνες της σκληρής ισχύος ενός κρατικού δρώντος βρίσκονται υπό κατάρρευση.  H άμυνα – ασφάλεια αποτελεί τον κυριότερο πυλώνα και τον παράγοντα που μηδενίζει το γινόμενο και αν μειωθεί στο ελάχιστο, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η διάλυση της κρατικής οντότητας και πιθανότατα η εξαφάνιση της εθνικής ταυτότητας. Επομένως ο παράγοντας άμυνας – ασφάλεια δεν πρέπει να καθίσταται αντικείμενο λαϊκισμού και απαξίωσης με οποιονδήποτε τρόπο σε βαθμό που να μην μπορούν οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις να επιτελέσουν το καθήκον της διαφύλαξης των εθνικών  συνόρων και ιδιαίτερα σε μια εποχή που η Τουρκία, μια σύγχρονη αναθεωρητική δύναμη εφαρμόζει συνεχώς τα τελευταία χρόνια, μια ιδιαίτερα διεκδικητική πολιτική σε όλους τους τομείς.

Αναφορικά με την αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων, ενώ εδώ και μερικά χρόνια το επίσημο ελληνικό αμυντικό δόγμα έχει μετονομαστεί σε αποτρεπτικό, η Ελλάδα ακολουθεί κατευναστικές τάσεις. Η πολιτική κατευνασμού (Appeasement) που ακολουθεί δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία,  ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι δεν οδηγεί αναγκαστικά στην ειρήνη , αλλά εν τέλει σε πόλεμο, όπως χαρακτηριστικά συνέβη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, όταν ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία στη Γερμανία και η αναθεωρητική πολιτική του δεν αντιμετωπίστηκε τότε όπως θα έπρεπε από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής  και κυρίως την Αγγλία του Τσάμπερλαιν.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι κανενός είδους πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία ή με οποιονδήποτε άλλο δρώντα δεν είναι επιθυμητή αλλά για να επιτευχθεί η αποτροπή είναι αναγκαία μια αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική. Όπως έλεγε και ο μεγάλος θεωρητικός της στρατηγικής, Σουν Τσου: «Aν θες την ειρήνη, να προετοιμάζεσαι για πόλεμο».

Κάθε αποτρεπτική στρατηγική στηρίζεται σε μια πειστική απειλή πολεμικής δράσης έναντι του εκάστοτε αντιπάλου που να διασφαλίζει ότι σε περίπτωση επιθετικής δράσης από την πλευρά του αφενός μεν δεν θα του επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς του («αποτροπή διά της άρνησης» / «deterrence by denial»), αφετέρου δε, ακόμη κι αν τους επιτύχει, θα καταβάλει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα γι’ αυτό («αποτροπή διά της τιμωρίας» / «deterrence by punishment»).

Σημαντικό στοιχείο κάθε αξιόπιστης αποτρεπτικής πρότασης είναι ότι ο αποτρέπων θα πρέπει να είναι σε θέση όχι μόνο να επιφέρει μεγάλα κόστη στον αντίπαλο αλλά να υποστεί και ο ίδιος βαριές απώλειες.

Παράδειγμα αποτελεί η αποτρεπτική στρατηγική των ΗΠΑ στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου που περιλάμβανε την αποδοχή της ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας  από μαζικές ανταλλαγές πυρηνικών πληγμάτων σε περίπτωση που η Σοβιετική Ένωση προσέβαλλε τη Δυτική Ευρώπη.

Μείζον ζήτημα της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής που εφαρμόζεται επί της παρούσης είναι ότι λειτουργεί απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις αντανακλαστικά και προβλέψιμα, αφήνοντας στην Τουρκία την πρωτοβουλία των κινήσεων, η οποία αποκτά τη δυνατότητα να επιτυγχάνει κάθε φορά μικρά κέρδη, τα οποία συνολικά είναι αξιοσημείωτα, χωρίς, μάλιστα να ρισκάρει η ίδια να εμπλακεί σε πολεμικό επεισόδιο καθώς εκείνη αποφασίζει σε ποιο βαθμό θα κλιμακώσει την ένταση.

Επομένως για να «λειτουργήσει» η αποτροπή η Ελλάδα θα πρέπει να αυξήσει σε σημαντικό βαθμό τη μη προβλεψιμότητα των ενεργειών της έναντι της Τουρκίας ούτως ώστε η τελευταία να μην είναι βέβαιη ότι οι προκλήσεις της είναι απολύτα ασφαλείς όσο η ίδια δεν αποφασίζει να οδηγήσει τα γεγονότα σε επίπεδο πολεμικής αντιπαράθεσης και να σταματήσει να θεωρεί δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να το πράξει.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, βασικό στοιχείο της αποτροπής είναι τα πλήγματα που είσαι σε θέση να επιφέρεις στον αντίπαλο σου, πράγμα το οποίο εξαρτάται όχι μόνο από την ικανότητα του αποτρέποντος αλλά και του βαθμού τρωτότητας του αντιπάλου.

Σε περίπτωση που η Τουρκία εμπλέκονταν σε πόλεμο με κάποια άλλη χώρα θα μπορούσαν να να πυροδοτήθούν απρόβλεπτες και μη ελεγχόμενες καταστάσεις στο εσωτερικό της χώρας καθώς –όπως έγινε τελευταία αντιληπτό σε μεγάλο βαθμό – η Τουρκία είναι μια χώρα με αντιφάσεις στην εσωτερική της δομή  ενώ μείζον ζήτημα για αυτήν αποτελεί το Κουρδικό ζήτημα, που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μεγάλη εσωτερική πολεμική αντιπαράθεση.

Επομένως εφόσον η Τουρκία θα κινδύνευε να βρεθεί αντιμέτωπη με καταστάσεις που θα μπορούσαν να απειλήσουν ακόμη και την ίδια της την υπόσταση αν εμπλεκόταν σε πολεμική αναμέτρηση με την Ελλάδα  μια ρεαλιστική ελληνική αποτρεπτική πρόταση, που θα στοχεύει ακριβώς στο να αποφύγει την πολεμική αναμέτρηση, θα πρέπει να περιλαμβάνει και αυτή την πιθανότητα.

Επιπρόσθετα μια αποτρεπτική πρόταση δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μόνο εναντίον του αντιπάλου αλλά είναι δυνατό να «εμπλέκει» και άλλους ισχυρούς δρώντες του διεθνούς συστήματος.

Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, το γεγονός ότι και οι δύο χώρες ανήκουν στο ΝΑΤΟ σημαίνει ότι μια αναμέτρηση μεταξύ τους θα είχε συνέπειες στη συνοχή της Συμμαχίας και επομένως σε όλο το πλέγμα των παγκόσμιων ισορροπιών. Αν η σύρραξη αυτή είχε πολύ μικρή διάρκεια οι συνέπειες μάλλον θα ήταν διαχειρίσιμες, με την παρέμβαση των ΗΠΑ να λειτουργεί ετεροβαρώς υπέρ της Τουρκίας στα ανταλλάγματα που θα της προσέφεραν, ακριβώς επειδή τη φοβούνται, ενώ θεωρούν την Ελλάδα «δεδομένη».  Σε περίπτωση που η Ελλάδα καταφέρει να περάσει το μήνυμα ότι υπάρχει η πιθανότητα να επιλέξει ακόμη και το να εμπλακεί σε παρατεταμένη πολεμική αντιπαράθεση αν έτσι κρίνει σκόπιμο, τότε η συνοχή του ΝΑΤΟ θα απειληθεί σοβαρά και οι ΗΠΑ πιθανόν να αναγκαστούν να αλλάξουν τις επιλογές τους και να κινηθούν προς την αποφασιστική στήριξη της Ελλάδας. Κάτι τέτοιο βέβαια, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί αλλά, σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της μη προβλεψιμότητας των ελληνικών αντιδράσεων στην τουρκική εντεινόμενη επιθετικότητα, στον αναγκαίο βαθμό που επιτρέπεται και επιβάλλεται, μπορεί να καταστεί σε μεγάλο βαθμό επωφελής για τη χώρα, τόσο έναντι της Τουρκίας όσο και έναντι των ΗΠΑ και των άλλων χωρών της Δύσης.

Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι είναι απαραίτητη η χάραξη μιας νέας αποτρεπτικής στρατηγικής πρότασης από την ελληνική πλευρά που να είναι αξιόπιστη, να διασφαλίζει την ύπαρξη της χώρας και να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις που απορρέουν από την τουρκική και όχι μόνο επιθετικότητα, στο ασταθές αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα της εποχής μας.

Tags : NATOΑμυναΔιπλωματίαΕλλάδαΗνωμένες ΠολιτείεςΤουρκια