Connect with us

WORLD AFFAIRS

Ο πόλεμος, η ειρήνη και η γεωπολιτική στον πολυπολικό κόσμο

Published

on

Η διεθνής τάξη μοιάζει με τον Dr. Who της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς φαντασίας -περιοδικά καταστρέφεται, μόνο για να επανεμφανιστεί με μια τροποποιημένη μορφή. Ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά διατηρούνται. Ο Θουκυδίδης υποστήριξε ότι οι πολιτικοί παράγοντες υποκινούνται από το φόβο, την τιμή και το συμφέρον -αυτή παραμένει η κυρίαρχη αρχή της διεθνούς πολιτικής.

Εκτός και αν η ανθρώπινη φύση μεταβληθεί θεμελιωδώς, αυτό θα ισχύει και στο μέλλον, όπως και πριν από 2.500 χρόνια. Ωστόσο, άλλα συστημικά χαρακτηριστικά είναι εύπλαστα και έτσι η η δομή της νέας τάξης μπορεί να διαφέρει ριζικά από την προηγούμενη.

Στον εικοστό αιώνα, η διεθνής τάξη καταστράφηκε δύο φορές, την πρώτη φορά, κυρίως μέσω της εφαρμογής της οργανωμένης βίας σε μια γιγάντια κλίμακα. Τα γεγονότα του 1914-1945 μετέτρεψαν ένα σύστημα από πολλές μεγάλες δυνάμεις που αγωνίζονταν για την περιφερειακή και την παγκόσμια επιρροή, σε ένα δίπολο δυο υπερδυνάμεων. Ορισμένες από τις πρώην μεγάλες δυνάμεις (Γαλλία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία και Ιαπωνία) έγιναν οι μικροί εταίροι σε νέες συμμαχικές δομές υπό την αμερικανική ηγεσία. Τη δεκαετία του 1960, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας προσπάθησε, κυρίως μέσω της επιθετικής διασποράς της μαοϊκής ιδεολογίας, να γίνει ένας τρίτος “πόλος” στην παγκόσμια πολιτική. Ωστόσο, δεν είχε τους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους που απαιτούνταν για την εξασφάλιση διατηρήσιμης παγκόσμιας επιρροής. Έτσι, ακόμη και η Κίνα τελικά αγκάλιασε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα ντε φάκτο σύμμαχο.

Η δεύτερη αναδιοργάνωση της παγκόσμιας τάξης, έγινε ευτυχώς χωρίς βία. Η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, και στη συνέχεια η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, άφησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα μοναχικό κολοσσό να δεσπόζει σε ένα μονοπολικό διεθνές σύστημα. Η νεοσυσταθείσα Ρωσική Ομοσπονδία ήταν σε μια περίοδο οικονομικού και κοινωνικού χάους, ενώ η Κίνα και κυρίως η Ινδία ήταν ακόμα στα πρώτα στάδια της μετάβασης από την απόλυτη φτώχεια στην ευημερία. Παρά το γεγονός ότι πολλοί Αμερικανοί αναλυτές προέβλεπαν την μακροημέρευση του μονοπολικού κόσμου, το τέλος του είχε ήδη φανεί στον ορίζοντα.

Η μονοπολικότητα ήταν ανεκτή για ένα μικρό χρονικό διάστημα ακόμη και για το Πεκίνο και τη Μόσχα, επειδή και οι δύο υπέθεταν (σωστά) ότι η Ουάσινγκτον θα είναι προσεκτική στην προσπάθεια να τους επιβληθεί. Έτσι, η αμερικανική παγκόσμια ηγεμονία ήταν ενοχλητική, αλλά δεν αποτελούσε απειλή για την επιβίωσή τους ως ανεξάρτητοι φορείς. Μετά την οικονομική άνοδο της Κίνας και την σταθεροποίηση της Ρωσίας υπό την ηγεσία του Πούτιν, η στάση τους έγινε πιο δυναμική και εμφανίζονταν πιο πρόθυμοι να αμφισβητήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πράγματι, κατά την τελευταία δεκαετία, η Ρωσία έχει διεξάγει δύο περιορισμένους πολέμους εναντίον αδύναμων γειτόνων με δυτικά προσανατολισμένες κυβερνήσεις -και στις δύο περιπτώσεις αποτελεσματικά, προκαλώντας την Ουάσινγκτον να στηρίξει τους φίλους της. Και στις δυο περιπτώσεις, η αμερικανική απάντηση θα μπορούσε γενναιόδωρα να περιγραφεί ως συγκρατημένη. Ο κόσμος δεν μοιάζει πλέον μονοπολικός, ειδικά για τους κατοίκους της Τιφλίδας ή του Κιέβου.

Η αργή φθορά της μονοπολικότητας δεν σημαίνει την παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών. Πράγματι, είναι πιθανό μέχρι τα μέσα του αιώνα να εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη ανεξάρτητη δύναμη. Για να ασκήσει όμως αποτελεσματική επιρροή, θα πρέπει να προσαρμοστεί σε μια στρατιωτικο-διπλωματική δυναμική πολύ πιο πολύπλοκη και ευμετάβλητη από εκείνη του Ψυχρού Πολέμου. Ενώ η Κίνα και η Ρωσία έχουν αναδειχθεί ως αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμα και σύμμαχοι όπως η Ιαπωνία μεταβάλλουν την πολιτική τους, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της Ουάσιγκτον.

Καθώς ωριμάζει αυτό το νέο πολυπολικό σύστημα, θα μοιάζει όλο και περισσότερο με τον κόσμο του 1914 σε ορισμένα σημεία. Η θεμελιώδης διαφορά είναι ότι η φυσική και πολιτισμική γεωγραφία της παλιάς πολυπολικότητας ήταν ευρωκεντρική. Το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα, θα επικεντρώνεται φυσικά στην γιγάντια μετα-περιφέρεια που θα μπορούσε να ονομαστεί Ανατολική Ευρασία: η Ασία, ο Ειρηνικός, η Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, καθώς και η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, και το μεγαλύτερο μέρος του ασιατικού τμήματος της Ρωσίας.

Στο σημείο αυτό, μπορούμε επίσης να διακρίνουμε δύο άλλες μεγάλες υποψήφιες δυνάμεις εκτός της νέας μετα-περιφέρειας: Η μία είναι η Βραζιλία, η οποία επιθυμεί ένα μεγαλύτερο ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, δεν φαίνεται ακόμα να έχει σαφή αντίληψη του ποιος θα είναι αυτός ο ρόλος, ενώ δεν φαίνεται να έχουν αποδεχτεί το γεγονός ότι οι πραγματικά μεγάλες δυνάμεις πρέπει να διατηρούν και να είναι πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν, μεγάλους και ακριβούς στρατούς. Η άλλη είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει σαφώς τις προϋποθέσεις για να γίνει μια μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, εάν τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν παραχωρήσουν πλήρως το δικαίωμα λήψης αποφάσεων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας στις Βρυξέλλες (μια προοπτική που φαινόταν πιο πιθανή πριν από είκοσι χρόνια από ό, τι σήμερα), η ΕΕ δεν θα είναι ποτέ μια ισχυρή δύναμη στη διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντος ασφαλείας.

Οι μεγάλες δυνάμεις που βρίσκονται γεωγραφικά στην Ανατολική Ευρασία κατά πάσα πιθανότητα θα είναι η Κίνα, η Ινδία και η ανεξάρτητη από την αμερικανική καθοδήγηση Ιαπωνία. (Η Ρωσία είναι μια μοναδική περίπτωση, καθώς ένα μεγάλο μέρος του εδάφους της βρίσκεται στην ανατολική Ευρασία, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της είναι μέχρι τα Ουράλια). Το «οικοσύστημα» της πολιτικής εξουσίας στην Ανατολική Ευρασία θα είναι πλούσιο, με μεσαίες δυνάμεις, όπως η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, το Βιετνάμ, η Αυστραλία και η Ινδονησία η οποία θα είναι πιθανή υποψήφια μεγάλη δύναμη σε μερικές δεκαετίες.

Αυτά τα κράτη που είναι σήμερα σύμμαχοι των ΗΠΑ, κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνουν, αλλά είναι απίθανο να δημιουργηθεί ένα ασιατικό ΝΑΤΟ υπό αμερικανική ηγεσία για την αντιμετώπιση της Κίνας. Από την οπτική των γειτόνων της, η Κίνα είναι ανησυχητικά ισχυρή. Ωστόσο, η Ανατολική Ευρασία δεν είναι η βομβαρδισμένη Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ο φόβος της Κίνας δεν σημαίνει την παράδοση της ανεξαρτησίας της εξωτερικής τους πολιτικής και τη μετατροπή τους σε νέους μικρούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η σύγκριση με το 1914 θέτει πάντα το ερώτημα αν ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι προ των πυλών. Είναι αδύνατο να δοθεί μια συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα, αλλά η ανησυχία είναι δικαιολογημένη. Πολλοί ισχυρίζονται πως η εποχή των μεγάλων πολεμικών αναμετρήσεων έχει τελειώσει στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Τα εβδομήντα χρόνια χωρίς μια σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων είναι πρωτοφανής, όμως στην τρέχουσα μονοπολική περίοδο, καμία μεγάλη χώρα δεν θα τολμούσε να πολεμήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε ένα δυναμικό πολυπολικό περιβάλλον, πολλά κράτη θα έχουν μια ευκαιρία, ακόμη και για γεγονότα σχετικά ήσσονος σημασίας. Μην ξεχνάμε πως ο καταλύτης για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια δολοφονία που οδήγησε σε αντιπαράθεση μια μικρή δύναμη και μια εξαθλιωμένη Αυστριακή Αυτοκρατορία.

Υπάρχει η ελπίδα πως ο νέος πολυπολικός κόσμος θα αναπτυχθεί με έναν υγιή τρόπο, με διακρατικό ανταγωνισμό που θα μπορεί να διαχειριστεί και να αποτρέπει δυνητικά βίαιες συγκρούσεις. Όμως για να συμβεί αυτό, θα πρέπει πρώτα να αναγνωριστεί η ανάδυση της πολυπολικότητας και οι χώρες να είναι έτοιμες να λειτουργήσουν σε ένα σύνθετο στρατηγικό περιβάλλον -αρκετά διαφορετικό από το μάλλον απλό μονοπολικό και διπολικό του πρόσφατου παρελθόντος.

Εάν τα κράτη ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση, η ανθρωπότητα, ίσως για πρώτη φορά, θα ζήσει μια διεθνή τάξη στην οποία η πολεμική σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων δεν θα αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος. Στο παρελθόν, σίγουρα ήταν: η ειρήνη μπορεί να επικρατούσε για ένα διάστημα, αλλά αυτή η περίοδος ήταν απλά μια ευκαιρία ανασυγκρότησης και προετοιμασίας για την επόμενη βίαιη σύγκρουση για την κυριαρχία. Οι κοινωνικές και τεχνολογικές αλλαγές που έχουν επέλθει στις δεκαετίες που ακολούθησαν μετά τον τελευταίο πόλεμο, ιδιαίτερα την διάδοση των πυρηνικών όπλων σε έναν αυξανόμενο αριθμό κρατών (μια διαδικασία που αναμένεται να συνεχιστεί και στο μέλλον) – ίσως αποτελέσουν τελικά την αιτία για την αποφυγή μιας μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης. Αν αυτό συμβεί, θα πρόκειται για την πιο σημαντική αλλαγή στον ουσιώδη χαρακτήρα των διεθνών σχέσεων από την ίδια την εμφάνιση των κρατών στην καταχνιά της προϊστορίας.

WORLD AFFAIRS

dash 01: Ο Ρωσικός γρίφος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Published

on

Το πρώτο τεύχος του dash, προσφέρει στους αναγνώστες -εξειδικευμένους και μη, μια ολοκληρωμένη ματιά στα γεωστρατηγικά σχέδια και τις προκλήσεις της σημερινής Ρωσίας. Μέσα από τα άρθρα που επιλέξαμε, θα βρείτε αναλύσεις σχετικά με τις αμυντικές, οικονομικές και πολιτικές ικανότητες της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως και τις αμφιλεγόμενες στρατηγικές της στον τομέα του κυβερνοχώρου. Φυσικά, η θρησκεία αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι για την κατανόηση του Ρωσικού τρόπου σκέψης και μια κυρίαρχη παράμετρο για την ανάκαμψη του Ρωσικού έθνους.

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ είχε πει για τη Ρωσία, πως αποτελεί ένα γρίφο τυλιγμένο σ’ ένα μυστήριο μέσα σ’ ένα αίνιγμα. Αυτό το μυστήριο για να αποκωδικοποιηθεί, χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας μια σημαντική παράμετρο: το εθνικό συμφέρον της Ρωσίας.

Είναι γεγονός, πως τα τελευταία χρόνια η Ρωσία βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των διεθνών συζητήσεων – για τον σωστό ή τον λάθος λόγο. ΜΜΕ και πολιτικοί χρησιμοποιούν τη Ρωσία και τον πρόεδρό της, ως κίνδυνο, παράδειγμα προς αποφυγή και παράγοντα αστάθειας. Ασφαλώς, υπάρχει και η άλλη πλευρά για την οποία ο Βλαντιμιρ Πούτιν αποτελεί το φωτεινό πρότυπο του ηγέτη που χρειάζεται ο σημερινός κόσμος. Δυτικοί πολιτικοί προσπαθούν να χτίσουν καριέρες δαιμονοποιώντας τον Ρώσο πρόεδρο, ή εμφανίζονται ως συνομιλητές του.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις (και επιθυμίες) του προέδρου Τράμπ, η Ρωσία ξαναπαίρνει τη θέση που κατείχε κατά την ψυχροπολεμική περίοδο ως ο μεγάλος «σκοτεινός και αδίστακτος» αντίπαλος. Η πολιτική της επαναπροσέγγισης δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στο πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο, ενώ αυτή της αντιπαράθεσης μοιάζει πιο οικεία.

Καθώς ο μονοπολικός κόσμος δύει και οι νέες δυνάμεις εμφανίζονται στον ορίζοντα, είναι απαραίτητο να θυμηθούμε πως ο στόχος του ψυχροπολεμικού παιχνιδιού δεν ήταν ποτέ η επικράτηση επί του αντιπάλου. Αντίθετα, ο σκοπός ήταν να συνεχίζεται το παιχνίδι. Αυτό φαίνεται πως το ξέχασε η Αμερική και την περίοδο του Γιέλτσιν προσπάθησε να τελειώσει οριστικά με τη Ρωσία. Η δυναμική επάνοδος της Ρωσίας, δίνει στους αμερικανούς τη δυνατότητα να συνεχίσουν αυτό το παιχνίδι, εκεί από όπου σταμάτησαν.

Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το πρώτο τεύχος του dash

Continue Reading

WORLD AFFAIRS

Το αποτελεσματικό Σκανδιναβικό μοντέλο ήπιας ισχύος

Ammara Najeeb

Published

on

Οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν ότι με την ευρεία χρήση των social media και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η δημόσια διπλωματία έχει αναδειχθεί ως κύριο εργαλείο για την προώθηση θέσεων των κυβερνήσεων. Οι αρχές της δημόσιας διπλωματίας διευκολύνουν τις κυβερνήσεις να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους εξωτερικής πολιτικής, δημιουργώντας διεθνείς δεσμούς, βελτιώνοντας το επίπεδο κατανόησης, την αμοιβαία εμπιστοσύνη και εξαλείφοντας τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα. Κορυφαίοι αναλυτές θεωρούν ότι η δημόσια διπλωματία είναι ένα από τα πιο ισχυρά μέσα ήπιας ισχύος μέσω της οποίας μια χώρα μπορεί να αυξήσει τη φήμη και την αναγνώρισή της στο εξωτερικό. Η θετική αντίληψη και η εικόνα μιας χώρας στο εξωτερικό έχει πολλαπλά οφέλη: ενισχυμένες ξένες άμεσες επενδύσεις, βελτιωμένο διεθνές εμπόριο, τόνωση του τουρισμού και ενίσχυση της αμοιβαίας συνεργασίας σε φυσικές καταστροφές.

Τα μικρά και μεσαία κράτη χρησιμοποιούν την ήπια ισχύ ως εργαλείο προβολής της δημόσιας εικόνας τους αποκτώντας τεράστια οφέλη. Σύμφωνα με τον Jozef Batora, για αυτή την ομάδα κρατών, η δημόσια διπλωματία αντιπροσωπεύει «μια ευκαιρία να αποκτήσουν επιρροή και να διαμορφώσουν τη διεθνή ατζέντα με τρόπους που ξεπερνούν τους περιορισμένους πόρους και την οικονομική δύναμη». Τα Σκανδιναβικά κράτη (Δανία, Φινλανδία, Νορβηγία και Σουηδία) αποτελούν το τέλειο παράδειγμα. Το Soft Power Survey, το 2012 κατέταξε αυτές τις τέσσερις χώρες στις κορυφαίες δεκατρείς ισχυρότερες χώρες του κόσμου. Το μυστικό της επιτυχίας τους είναι η υιοθέτηση εξατομικευμένων στρατηγικών δημόσιας διπλωματίας, παράλληλα με την ικανότητα να χρησιμοποιούν την περιφερειακή συνεργασία ως εργαλείο για την προώθηση στόχων εξωτερικής πολιτικής.

Η Νορβηγία, χρησιμοποιώντας εξειδικευμένη διπλωματία, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ειρηνευτική διαμεσολάβηση, η Σουηδία επικεντρώθηκε στο διάλογο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των γυναικών, η Δανία και η Φινλανδία υιοθέτησαν την ανοιχτή κοινωνία, προσελκύοντας νέους επιστήμονες και εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που επιδιώκουν να επενδύσουν στο εξωτερικό. Τέτοια καινοτόμα και ελκυστικά βήματα επέτρεψαν στα κράτη να βελτιώσουν την αναγνώριση και την αποδοχή τους σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ήπιας ισχύος και της ικανότητάς τους να επηρεάζουν τη διεθνή ατζέντα. Επίσης, χρησιμοποίησαν τακτικές περιφερειακής συνεργασίας για τη διάδοση του μηνύματός τους στο παγκόσμιο κοινό.

Αυτά τα κράτη υιοθέτησαν πολιτικές δίνοντας προτεραιότητα στη δέσμευσή τους στη διεθνή ειρήνη, υποστηρίζοντας διεθνείς οργανισμούς και ενισχύοντας το πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών. Διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο ως ειρηνοποιοί στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας, της παγκόσμιας ευημερίας και της περιβαλλοντικής πολιτικής. Παρέχουν συνεχή βοήθεια σε αναπτυσσόμενες χώρες σε ανθρωπιστική βάση, η οποία ενισχύει τη φήμη και την αναγνώρισή τους σε διεθνές επίπεδο

Οι σκανδιναβικές χώρες διαθέτουν το πολιτιστικό υπόβαθρο για να διευκολύνουν τον πολιτισμικό διάλογο για την πρόληψη και τον τερματισμό των συγκρούσεων, την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αύξηση της κοινωνικής σταθερότητας.

Η σουηδική κυβέρνηση αποφάσισε να υιοθετήσει την Πολιτική της Παγκόσμιας Ανάπτυξης. Πιστεύουν ότι με αυτόν τον τρόπο διαφορετικοί τομείς πολιτικής θα είναι σε θέση να συνεργαστούν για μια θετική παγκόσμια ανάπτυξη. Επίσης, αποφάσισαν να διαδραματίσουν ρόλο στη μείωση της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο μέσω της σουηδικής στρατηγικής για τη συνεργασία και την ανάπτυξη, η οποία θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις λιγότερο ανεπτυγμένες κοινωνίες, ειδικότερα των φτωχών χωρών.

Η συνεργασία αυτή θα συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση των δημοκρατικών κανόνων και θα δημιουργήσει συνθήκες που θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να απαλλαγούν από το πρόβλημα της φτώχειας. Ο γενικός στόχος της σουηδικής στρατηγικής για την αναπτυξιακή συνεργασία είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο, ξεπερνώντας τις κακές οικονομικές συνθήκες.

Η ιστορική κληρονομιά της μη συμμετοχής στις διεθνείς συγκρούσεις και του σοσιαλιστικού διεθνισμού έχει σημαντικές και θετικές επιπτώσεις στον λόγο της εξωτερικής πολιτικής τους. Τέτοιες εξατομικευμένες διπλωματικές στρατηγικές με συνεπείς πρωτοβουλίες περιφερειακής συνεργασίας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της αξιοπιστίας και του σεβασμού αυτών των κρατών στη διεθνή κοινότητα.

*Μετάφραση- απόδοση από το Modern Diplomacy μέσω της αποκλειστικής διεθνούς συνεργασίας με το presscode.gr

Continue Reading

WORLD AFFAIRS

Γιατί η ψηφιακή και η παραδοσιακή διπλωματία θα συνυπάρχουν στο μέλλον

Rodrigo Vaz

Published

on

Τα τελευταία χρόνια μια χιονοστιβάδα τεχνολογικών καινοτομιών ανάγκασε τις διπλωματικές αντιπροσωπείες να προσαρμοστούν. Οι πρεσβείες χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο τις πλατφόρμες των κοινωνικών μέσων όπως το Facebook και το Twitter, ακόμη και αν αυτό γίνεται με απροθυμία. Επιπλέον, το φαινόμενο των big data υποδεικνύει ότι ο ρόλος των διπλωματικών αποστολών ως «συλλέκτες» πληροφοριών θα ενισχυθεί, υπό την προϋπόθεση ότι τα εθνικά διπλωματικά συστήματα θα αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όλο και μεγαλύτερο αριθμό διαθέσιμων δεδομένων.

Ο ρόλος της ψηφιακής διπλωματίας ανοίγει το δρόμο για άλλη μια σημαντική αλλαγή, η οποία είναι η άνοδος των μη κρατικών οντοτήτων που αποτελούν μια τεράστια πρόκληση για την επικράτηση στον διπλωματικό κόσμο. Αυτές οι νέες ψηφιακές πλατφόρμες προσφέρουν έναν πολύ πιο εύκολο τρόπο να προσεγγίσουν και να επηρεάσουν τόσο το τοπικό όσο και το παγκόσμιο κοινό. Πράγματι, όπως τονίζει ο Shaun Riordan, «η πληθώρα νέων φορέων – κυβερνητικών και μη – στις διεθνείς σχέσεις είναι πραγματικά εκπληκτική, όπως και η εκθετική τους ανάπτυξη».

Όλα αυτά έρχονται σε μια εποχή που οι εσωτερικές συνθήκες υποβάλλονται σε βαθιές αλλαγές. Τα Υπουργεία Εξωτερικών πιέζονται όλο και περισσότερο για μείωση των δαπανών, καθώς πολλές χώρες, ιδίως σε όλη την Ευρώπη, επιδιώκουν να εξισορροπήσουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς τους. Αυτό έχει οδηγήσει σε εξορθολογισμό του κόστους όπου είναι δυνατόν, συχνά με συμμαχικές χώρες που αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν τους πόρους τους μαζί . Αυτό με τη σειρά του έθεσε το σκηνικό για την άνοδο της εμπορικής διπλωματίας. Όλο και περισσότερο οι κυβερνήσεις ενθαρρύνουν τις εγχώριες επιχειρήσεις να εμπορεύονται, αλλά και να επιδιώκουν να κάνουν τις χώρες τους έναν ελκυστικό προορισμό για άμεσες ξένες επενδύσεις, έρευνα και ανάπτυξη.

Ένα παράδειγμα που φαίνεται να έχει προσπαθήσει να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις νέες προκλήσεις ήταν η περίοδος που ο Tom Fletcher πέρασε ως βρετανός πρεσβευτής στο Λίβανο. Ο Πρέσβης επέλεξε να υιοθετήσει ένα άμεσο και ανεπίσημο στυλ επικοινωνίας για να προσεγγίσει τη χώρα υποδοχής του, η οποία περιελάμβανε συχνά tweeting και blogging. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο κ. Fletcher προώθησε ενεργά το εμπόριο μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και του Λιβάνου, χρηματοδοτώντας αρκετές εμπορικές εκθέσεις, διευκολύνοντας παράλληλα εμπορικές συμφωνίες μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και του Λιβάνου.

Ο αντίκτυπος φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα θετικός. Το διμερές εμπόριο διπλασιάστηκε σε διάστημα τριών ετών και οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου χρησιμοποιούν τώρα βρετανικά οχήματα και μια σειρά βρετανικών δορυφορικών συστημάτων. Η περίοδος του κ. Fletcher ως Πρεσβευτή του Ηνωμένου Βασιλείου φαίνεται να υποδηλώνει έναν νέο τρόπο διπλωματίας, με πρόσθετους ρόλους για τον Πρέσβη: ίσως πιο ανεπίσημο, αλλά αναμφισβήτητα με μεγαλύτερη δημόσια προβολή και υποστηρικτή της χώρας με πολιτιστικούς και εμπορικούς όρους .

Η διπλωματία ζει

Παρά τις αλλαγές και τη συζήτηση γύρω από τις αλλαγές που αναμένονται στον διπλωματικό κόσμο, αξίζει να σκεφτούμε αν ο ενθουσιασμός για το μέλλον των διπλωματικών αποστολών δεν ενέχει κάποια υπερβολή. Εξάλλου, πολλές από τις καινοτομίες που συζητούνται είναι μέσα στους πρωταρχικούς στόχους που οι διπλωματικές αποστολές έχουν υπηρετήσει: η προώθηση των συμφερόντων μιας χώρας και η προστασία των πολιτών της στο εξωτερικό.

Επιπλέον, καθώς η ψηφιοποίηση των διπλωματικών αντιπροσωπειών μπορεί τελικά να γίνει, ο ρόλος της πρεσβείας ως κτιρίου είναι και θα παραμείνει ένα βασικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας. Η περίπτωση του Julius Assange παρέχει ένα σαφές παράδειγμα. Αφού κατηγορήθηκε για εγκλήματα σεξουαλικής φύσης στη Σουηδία, δήλωσε ότι είναι πολιτικός κρατούμενος και κατέφυγε στην Πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, από όπου του χορηγήθηκε άσυλο- έκτοτε δεν έφυγε από εκεί.

Ακόμη και αν πρόκειται για ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο παράδειγμα, δείχνει ότι οι πρεσβείες παραμένουν αναντικατάστατες. Πράγματι, η διπλωματία δεν μπορεί ποτέ να φορτωθεί πλήρως σε ένα «cloud». Όταν ο Tom Fletcher γράφει ότι το διπλωματικό μοντέλο του 2025 δεν θα βλέπει την πρεσβεία ως κτήριο, αλλά ως ιδέα, αυτή η ιδέα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διαχωριστεί από το ίδιο το κτίριο.

Οι πρεσβείες θα παραμείνουν βασικά στοιχεία του εθνικού διπλωματικού συστήματος μιας χώρας. Διατηρούν την αναντικατάστατη λειτουργία από την άποψη της προβολής ισχύος μιας χώρας παγκοσμίως και την προστασία των πολιτών της στο εξωτερικό σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Ωστόσο, οι τεκτονικές αλλαγές που παρακολουθούμε θα αναγκάσουν τη δομή των πρεσβειών να αλλάξουν ριζικά. Υπάρχει πολλαπλασιασμός των διαθέσιμων πληροφοριών καθώς και η εμφάνιση νέων ψηφιακών πλατφορμών και δικτύων κοινωνικών μέσων. Έτσι, οι πρεσβείες πιθανόν να είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Tom Fletcher, “διαχειριστές” αντί “πάροχοι” πληροφοριών όταν επικοινωνούν με τα εθνικά γραφεία τους.

Φυσικά, αυτό δεν είναι ένα μοντέλο που θα ταιριάζει αναγκαστικά με τις πραγματικότητες όλων των κρατών του κόσμου. Καταρχάς, υπάρχει υψηλός βαθμός εκπροσώπησης στη διπλωματία. Όλοι οι διπλωμάτες δεν είναι ή δεν θα είναι ποτέ “αυθεντικοί, ευέλικτοι, συνδεδεμένοι και με επιρροή”. Επιπλέον, οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες κάθε χώρας θα καθορίζουν πάντα τις προτεραιότητες που θέτει για να επιτευχθούν οι σκοποί της. Επομένως, τα εθνικά διπλωματικά συστήματα ήταν πάντα εξαιρετικά ασύμμετρα μεταξύ τους και θα παραμείνουν αναμφίβολα τόσο – σε αριθμό, μέγεθος και πεδίο εφαρμογής . Για παράδειγμα, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει 226 διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό. Η Εσθονία, στις 45, έχει πολύ λιγότερες. Ωστόσο, και οι δύο χώρες έχουν θέματα που θα θέλουν να αντιμετωπίσουν οι διπλωματικές αποστολές τους, και οι δύο έχουν πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές ατζέντες που θα επιδιώξουν να τρέξουν στο εξωτερικό. Τα θέματα αυτά συχνά αλληλεπιδρούν: η υπηρεσία της οικονομικής διπλωματίας της Πορτογαλίας, προβάλλοντας την χώρα ως πρωτοπόρο της ψηφιακής καινοτομίας ήταν σίγουρα ένας βασικός παράγοντας για να πεισθεί η Αίγυπτος να αγοράσει τις τεχνολογίες καινοτομίας της δημόσιας διοίκησης της Πορτογαλίας . Σε τέτοιου είδους συνέργειες βρίσκεται το κλειδί για την υπέρβαση των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει στο μέλλον η διπλωματική αντιπροσώπευση.

*Μετάφραση- απόδοση από το Modern Diplomacy μέσω της αποκλειστικής διεθνούς συνεργασίας με το presscode.gr

Continue Reading

Trending

Copyright © 2018 PRESSCODE