image
Ο «ασφαλής» δρόμος του Ιράκ και ο γρίφος του «χρήσιμου» Ιράν Εκτύπωση E-mail
γράφει ο  Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης

Η προσχηματική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 λόγω της (δήθεν) ύπαρξης όπλων μαζικής καταστροφής προφανώς και σε μεγάλο βαθμό στόχευε στον έλεγχο του ορυκτού πλούτου της εν λόγω χώρας. Και αυτό γιατί τόσο τα αποθέματα όσο και το ιδιαίτερα χαμηλό κόστος εξόρυξης καθιστούν το Ιράκ ένα εν δυνάμει Ελντοράντο. Η εξομάλυνση στις σχέσεις των Κούρδων του Β. Ιράκ (στο έδαφος των οποίων βρίσκονται και οι μεγαλύτερες πιστοποιημένες ποσότητες πετρελαίου) με την Τουρκία αναμφίβολα θα διευκολύνει την διαμετακόμιση υδρογονανθράκων μέσω του εδάφους της τελευταίας.

Από εκεί και πέρα η πολιτική σταθερότητα που φαίνεται να επιτυγχάνεται σταδιακά στο Ιράκ εύλογα θα προσελκύσει το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών –εταιρειών ενέργειας- που εποφθαλμιούν τον ενεργειακό πλούτο της χώρας. Λογικά η κυβέρνηση θα δώσει προτεραιότητα στις προερχόμενες από τους «απελευθερωτές» εταιρείες αλλά πιθανότατα να ακολουθήσει μία ισορροπημένη πολιτική ώστε να μεγιστοποιήσει τόσο τα πολιτικά όσο και τα οικονομικά της οφέλη.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ρωσία (με τα πετροδολλάρια της και την τεχνογνωσία των εταιρειών της ακόμη και στις αφιλόξενες συνθήκες της Σιβηρίας να της προσφέρουν συγκριτικό πλεονέκτημα) αποφάσισαν να διαγράψουν σημαντικό μέρος του εξωτερικού χρέους του Ιράκ προς αυτές, αναμένοντας ανταποδοτικές ενέργειες από πλευράς Βαγδάτης• προφανώς υπό την μορφή συμβολαίων για την εκμετάλλευση ή εξεύρενηση νέων κοιτασμάτων!

Απαραίτητη προϋπόθεση, ασφαλώς, η επούλωση των ανοιχτών πληγών μεταξύ Σιιτών, Σουνιτών, Κούρδων, η παγίωση της σταθερότητας και της ασφάλειας τόσο στη χώρα όσο και στην ευρύτερη γειτονιά και κατόπιν η σταδιακή εμπέδωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης που θα μειώσει κινδύνους και ρίσκα για τις εταιρείες ενέργειας που  πρόκειται να επενδύσουν στο επί του παρόντος ασταθές Ιράκ.

Από εκεί και πέρα παρά την συνεχιζόμενη αστάθεια στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, οι πλουτοπαραγωγικές χώρες έχουν πάρει το μάθημα τους από τις δυο κρίσεις της δεκαετίας του 1970 με συνέπεια η ροή υδρογονανθράκων να είναι συνεχής και αδιάλειπτη. Ακόμα και το εσχάτως «προβληματικό» για τα δυτικά συμφέροντα Ιράν δεν έχει υλοποιήσει καμία απειλή περί αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ ή διακοπής της παροχής.

Είναι, συνεπώς, απολύτως σαφές πως η αλληλεξάρτηση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών δεν επιτρέπει ανεύθυνες συμπεριφορές έστω και αν αυτές προέρχονται από «απρόβλεπτα» καθεστώτα, όπως αυτό της Τεχεράνης.

Ούτως ή άλλως, η προσπάθεια της Ευρώπης να απεξαρτηθεί από τον ρωσικό παράγοντα (κυρίως στον τομέα του φυσικού αερίου) θα αποκτήσει ουσία και προοπτική μόνο στην περίπτωση συμπερίληψης του Ιράν στα σχέδια που θα παρακάμπτουν τη ρωσική επικράτεια.

Και αυτό πρωτίστως εξαιτίας του ότι οι πρόσφατες συμφωνίες τις οποίες σύναψε η Μόσχα με τα κράτη της Κασπίας ( κυρίως με το Τουρκμενιστάν, αλλά και με το Καζακστάν) ενισχύουν τον έλεγχο του Κρεμλίνου στα ενεργειακά αποθέματα των κεντρασιατικών πρώην σοβιετικών δημοκρατιών και με δεδομένη την στασιμότητα της αζέρικης παραγωγής η οποία περιορίζει επί του παρόντος τα  φιλόδοξα σχέδια της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, προσφέρεται η δυνατότητα στη Ρωσία να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό  τους διαδρόμους τους οποίους θα χρησιμοποιήσει για την διαμετακόμιση των τεράστιων ποσοτήτων ενέργειας που είτε κατέχει είτε –κατόπιν των σχετικών συμφωνιών- ελέγχει.

Αναμφίβολα, η ρωσική ενεργειακή ισχύς ενισχύεται και από την διεθνή απομόνωση του πλουτοπαραγωγικού Ιράν και την ανεπάρκεια της απαιτούμενης υποδομής από πλευράς του τελευταίου, ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης επενδύσεων.

Το Ιράν από την άλλη έχει αυτές τις ποσότητες φυσικού αερίου, οι οποίες είναι αναγκαίες για τον εφοδιασμό του αγωγών, όπως ο Ναμπούκο. Είναι αλήθεια, πώς μια πιθανή επιλογή του Ιράν θα ενίσχυε την διαφοροποίηση, τόσο των προμηθευτών, όσο και των οδών μεταφοράς, ενώ ταυτόχρονα θα συνέβαλλε στο «παραγκωνισμό» της Ρωσίας, καθώς βάσει των αριθμών το Ιράν είναι η μόνη χώρα που έχει την δυνατότητα να ανταγωνιστεί σε κάποιο βαθμό και να «απειλήσει» την κυριαρχία της Μόσχας. Επιπρόσθετα, η Τεχεράνη επείγεται να διαθέσει το φυσικό της αέριο στην παγκόσμια αγορά -τη δυτική εν προκειμένω- και μάλιστα σε ανταγωνιστική τιμή (δηλαδή χαμηλότερη της ρωσικής) προκειμένου να ενδυναμώσει την οικονομία της.

Τηρουμένων των αναλογιών, και εφόσον διευθετηθούν τα σοβαρά προβληματικά ζητήματα στις σχέσεις του με τη Δύση, το Ιράν είναι η μάλλον λιγότερη προβληματική εναλλακτική για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς της πρώτης και δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εξωθηθεί σε πιο ακραίες συμπεριφορές• τουναντίον στην παρούσα συγκυρία φαντάζει η δυσκολότερη μεν αλλά και πλεόν συμφέρουσα επιλογή, αφού: η Ρωσία, θα παρακάμπτεται, οι προμηθευτές θα αυξάνονται, οι οδοί διαμετακόμισης θα πληθύνονται και οι νέοι αγωγοί θα καταστούν πιο συμφέροντες τόσο οικονομικά όσο και εμπορικά δεδομένου ότι θα ενταθεί ο ανταγωνισμός.

Άλλωστε, μια πιθανή ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ιράν και Δύσης εύλογα θα φέρει την Τεχεράνη πιο κοντά μας και θα τοποθετήσει τις σχέσεις μας σε μια νέα πιο προβλέψιμη τροχιά. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που δεν θεωρώ απίθανο στο εγγύς μέλλον η Δύση να αντιληφθεί πως αν θέλει διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας αυτό δεν διευκολύνεται με την Τεχεράνη στο περιθώριο.

Αυτό βέβαια ισχύει και για την ηγεσία του Ιράν που με τις ενέργειες της δεν δημιουργεί τις ευνοϊκότερες προϋποθέσεις ώστε η Δύση να μπορέσει να το εμπιστευτεί για τον εφοδιασμό της. Προφανώς, πάντως, και η Τεχαράνη φαίνεται να αντιλαμβάνεται την σημαντικότητα της στις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις της με τη Δύση.

Είναι ενδεικτικό πως στην περίπτωση του Ναμπούκο, ακόμα και αν το Τουρκμενιστάν συμμετάσχει κανονικά στο πρότζεκτ, τα στοιχεία καταδεικνύουν πως μέχρι το 2020 το τουρκμενικό και αζερικό αέριο που θα διοχετεύονται στον αγωγό θα ισοδύναμουν μόνο με το 58% της δυναμικότητάς του. Εξίσου καθοριστικής σημασίας είναι και η πρόβλεψη πως μετά το 2020 οι ανάγκες της Ευρώπης σε φυσικό αέριο θα αυξήθούν από 500 περίπου δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα το χρόνο που είναι σήμερα σε 700-800 δις. Όπως καθίσταται σαφές, ακόμα και αν ο Ναμπούκο λειτουργεί στο 100% των δυνατοτήτων του (δηλαδή στα 31 δις.κ.μ.), χωρίς την συμπερίληψη του ιρανικού φυσικού αερίου δεν πρόκειται να επιφέρει δραματικές αλλαγές στην ενεργειακή αγορά της Ευρώπης, αφού δεν θα καλύπτει ούτε το 5% των αναγκών της σε αέριο.

Τα δεδομένα φυσικά θα άλλαζαν ριζικά εάν έληγε η απομόνωση του Ιράν και το ιρανικό αέριο ήταν στη διάθεση της ΕΕ• μέχρι τότε θα υπάρχουν σαφή όρια στις προθέσεις των Βρυξελλών, στοιχείο που θα επιτείνει και τα αδιέξοδα τους.

Κλείνοντας, το «άνοιγμα» Ομπάμα προς το Ιράν είναι σίγουρα ενδεικτικό των προθέσεών του για αποκατάσταση των διμερών σχέσεων.

Το δίλημμα, όμως, που αντιμετωπίζει ο νέος Πρόεδρος έγκειται στη χρονική στιγμή που θα επιλέξει για να περάσει από τα λόγια στα έργα. Κομβικό σημείο της επιλογής αυτής αποτελούν οι εκλογές στο Ιράν που θα λάβουν χώρα τον Ιούνιο.

Η κρισιμότητα της κατάστασης τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στο μέτωπο της Νοτιανατολικής Ασίας ίσως αναγκάσουν τον αφρο-αμερικανό ένοικο του Λευκού Οίκου να συζητήσει με το Ιράν πριν τον Ιούνιο.

Αυτή η κίνηση καλής θέλησης, όμως, θα αποτελέσει ένα ισχυρό πολιτικό «όπλο» για τον Αχαντινετζάντ και τους συντηρητικούς ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης, ενδυναμώνοντας, με τον τρόπο αυτό, τα ερείσματά τους, πιθανότητα απευκταία για τις ΗΠΑ που θα προτιμήσουν μετά τον Ιούνιο να  διαπραγματευθούν με έναν μετριοπαθέστερο Ιρανό ηγέτη.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το Ιράν δεν πρόκειται να μετέχει σε απευθείας διάλογο ή διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, αν δεν αποδειχθούν πρακτικά οι καλές προθέσεις της κυβέρνησης Ομπάμα. Δεν θα πρέπει, πάντως, να παραβλέψουμε έναν παράγοντα που δυνητικά μπορεί να αποβεί σημαντικός για την έναρξη των διαπραγματεύσεων και είναι οι τιμές του πετρελαίου.

Όσο παραμένουν χαμηλές, η ιρανική οικονομία- άμεσα εξαρτημένη από το πετρέλαιο- θα εξασθενεί ολοένα και περισσότερο γεγονός που σε συνάρτηση με τον φόβο της συνακόλουθης κοινωνικής κατακραυγής και δη ενόψει των επικείμενων εκλογών, δύναται να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς την ηγεσία της Τεχεράνης για την εύρεση διαύλων επικοινωνίας με τις ΗΠΑ και τη Δύση ευρύτερα.

ο  Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Επικεφαλής ΚΕ.Ρ.Ε., Ανώτερο Συνεργαζόμενο Μέλος του Κολλεγίου St Antony’s, Πανεπιστήμιο της  Οξφόρδης και Εταίρος του SEESOX της Οξφόρδης

 
< Προηγ.   Επόμ. >