Connect with us

ΑΜΕΡΙΚΗ

Ευαίσθητες ισορροπίες για ΗΠΑ – Ρωσία και στη Ντόναλντ Τραμπ εποχή

ΓΙΩΡΓΟΣ Ξ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ

Published

on

H νίκη του Ντόναλτ Τραμπ εναντίον της Χίλαρι Κλίντον στις αμερικάνικες προεδρικές εκλογές αποτελεί μια σαφή αμφισβήτηση του ελιτίστικου κατεστημένου και στροφή προς τις συντηρητικές αξίες. Ο νεοεκλεγέντας πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ θα ορκιστεί στις 20 Ιανουαρίου 2017 και θα αναλάβει να καθοδηγήσει την υπερδύναμη για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Ωστόσο η άσκηση της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής που καθορίζει τη διεθνή ισορροπία δυνάμεων δεν είναι απλό πράγμα από τη στιγμή που διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο το κατεστημένο του State Department. Ο νέος αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει τι θέλει να κάνει στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής αλλά το θέμα είναι αν μπορεί να το κάνει.

Ο Τραμπ επιθυμεί την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία και το τέλος της αμερικανό – ρωσικής αντιπαράθεσης που επαναφέρει σε κάποιες περιπτώσεις και ψυχροπολεμικές μνήμες. Έχει δηλώσει ότι Ρωσία και ΗΠΑ θα πρέπει να συνεργαστούν για να ηττηθεί η τρομοκρατία και να αποκατασταθεί η παγκόσμια ειρήνη και ότι «άς αφήσουμε τη Ρωσία να διευθετήσει τη Μέση Ανατολή». Παράλληλα έχει επικρίνει το ΝΑΤΟ και έχει απειλήσει να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμμαχία που ιδρύθηκε το 1949 για να αποτρέψει τη σοβιετική επιρροή.

Ωστόσο η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων που υπαγορεύεται από τα στυγνά εθνικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων για δημιουργία σφαιρών επιρροής με στόχο τον έλεγχο της διαχείρισης διεθνών θεμάτων αποτρέπει τάσεις για μια αμερικάνικη πολιτική απομονωτισμού.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια μετά την αντίδραση της Μόσχας στην ουκρανική κρίση εμφανίζεται τρωτή. Η Ρωσία απέδειξε ότι έχει την ικανότητα να επηρεάζει τη δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας, να διεξαγάγει «proxy war», να ελέγχει τις ρωσόφωνες μειονότητες (Βαλτική) και να κάνει στρατιωτική επίδειξη δύναμης στα ευρωπαϊκό-νατοϊκά σύνορα. Η απερχόμενη κυβέρνηση του προέδρου Μπάρακ Ομπάμα στέλνει στην Ευρώπη το 2017 ως απάντηση στη ρωσική επιθετικότητα δύο νέες ταξιαρχίες με στόχο να κατευνάσει τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών κρατών που συνορεύουν με τη Ρωσία. Ο γενικός γραμματέας της Ατλαντικής Συμμαχίας Γενς Στόλτενμπεργκ έστειλε ήδη το μήνυμα του προς τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο τονίζοντας ότι η αμερικανική ηγεσία στο NATO παραμένει αμείωτα σημαντική. Μια αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θεωρείται δύσκολη καθώς θα υπάρξουν ισχυρές αντιστάσεις από κράτη -μέλη της ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής που τρέφουν αντιρωσικά αισθήματα και δεν έχουν τη στρατιωτική υποδομή να αντιμετωπίσουν μια ενδεχόμενη ρωσική επίθεση.

Η συνεργασία ΗΠΑ και Ρωσία στην αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας και της δραστηριότητας του ISIS στη Μέση Ανατολή είναι εφικτή και μπορεί να γίνει ακόμα πιο αποτελεσματική αν υπάρξει και σύγκλιση απόψεων για τη μεταπολεμική Συρία. Η εμπλοκή της Ρωσίας στο συριακό εμφύλιο υπέρ του καθεστώτος Μπασάρ Άσαντ άλλαξε τη ροή του αποδυναμώνοντας τους μαχητές του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) και την ανέδειξε σε διαμορφωτή της περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων.

Η καταπολέμηση του ISIS θεωρείται μια ad hoc συνεργασία που εξυπηρετεί και τις δύο πλευρές. Όμως τα εθνικά συμφέροντα και οι διαφορετικές συμμαχίες πάντα θα υφίστανται. Ο Τραμπ σε ομιλία του στο φιλο-ισραηλινο AIPAC δήλωσε ότι δεν εγκρίνει την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Μεταγενέστερα δήλωσε ότι θα προσπαθήσει να την επαναδιαπραγματευτεί και ότι θα αυξήσει τις αμερικάνικες κυρώσεις εναντίον της Τεχεράνης. Η Ρωσία από την πλευρά της είναι σύμμαχος του Ιράν και το έχει στηρίξει με τη στάση της ως μόνιμο κράτος – μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν για να συμφωνήσει σε μια νέα ειρηνική εποχή αμερικανο-ρωσικών σχέσεων θα ζητήσει κάποια ανταλλάγματα, όπως να αρθούν οι κυρώσεις προς τη χώρα του, να αναγνωριστεί η προσάρτηση της Κριμαίας και να γίνουν αποδεκτά τα ρωσικά συμφέροντα σε Συρία και Ουκρανία. Παράλληλα ο Πούτιν θέλει να σταματήσει την περαιτέρω διεύρυνσή του NATO προς την ανατολική Ευρώπη και την επέκταση της αμερικάνικης αντιπυραυλικής ασπίδας. Ένας ενδεχόμενος απομονωτισμός των ΗΠΑ θα δώσει στη Ρωσία την ευκαιρία να κινηθεί μέσα σε πολύ μεγάλη στρατηγική σφαίρα, θα περιορίσει την αμερικάνικη επιρροή σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή και θα υπονομεύσει το status της υπερδύναμης.

Οι αμερικανό-ρωσικές σχέσεις είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και το ενδεχόμενο να προκληθεί μια κρίση πριν την ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ θα δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα.

ΑΜΕΡΙΚΗ

Η ανατροπή της «δικτατορίας του δολαρίου»

Published

on

Η «δικτατορία του δολαρίου» που έχει επιβληθεί στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου από τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ανατραπεί, δηλώνει συχνά ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν και διαβεβαιώνει πως το νόμισμα της χώρας του δεν θα γίνει ακόμα ένα θύμα αυτής της δικτατορίας.

Προκειμένου να καταπολεμηθεί αυτή η «δικτατορία» έχουν γίνει προσπάθειες για την ενίσχυση των σχέσεων με την Κίνα, προκειμένου να αποκτήσουν πιο κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια αγορά τόσο το ρούβλι όσο και το γουάν, επιδιώκοντας την αποδυνάμωση του δολαρίου. Ωστόσο, ο πρόεδρος Πούτιν κάνει λάθος, δεδομένου ότι συνδέει ένα ισχυρό νόμισμα με την εθνική ισχύ και θεωρεί ότι η υποτίμηση της αξίας του ρουβλίου είναι μια επίθεση έναντι της Ρωσίας. Αυτές οι δηλώσεις χρησιμοποιούνται απλά για προβολή ισχύος και φαίνεται πως αγνοούν την οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει το Κρεμλίνο. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν θα πρέπει να προχωρήσει σε συγκεκριμένες δράσεις που θα δημιουργήσουν θετική οικονομική δυναμική, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ρωσική οικονομία από τις κυρώσεις και τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου.

Ενώ η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας και έχει γίνει ο μεγαλύτερος καταναλωτής ορυκτών καυσίμων στον κόσμο –τομέας ζωτικής σημασίας για την ρωσική οικονομία, η κινεζική οικονομική κρίση του περασμένου Αυγούστου αποδυνάμωσε το γουάν και κατά συνέπεια αύξησε την πίεση στη ρωσική οικονομία. Η κινεζική οικονομική κατάρρευση και η υποτίμηση του γουάν είχε παγκόσμιες επιπτώσεις: από τη Wall Street μέχρι τη Βενεζουέλα και τη Σαουδική Αραβία. Στη Wall Street η πτώση στη χρηματιστηριακή αγορά δημιούργησε πανικό στους επενδυτές ενώ στη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα, χώρες που έχουν βασιστεί στη συνεχή ενεργειακή δίψα της Κίνας, το σοκ ήταν μεγαλύτερο. Η Ρωσία, ωστόσο, η οποία εξάγει περίπου το 14% της ετήσιας παραγωγής πετρελαίου στην Κίνα, έχει πολλά περισσότερα να χάσει από την κινεζική οικονομική ύφεση, επειδή το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο βρίσκονται στην καρδιά της Ρωσικής οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 75% των εσόδων από τις εξαγωγές και πάνω από το 50% των δημοσιονομικών πόρων. Το ρωσικό ρούβλι, το οποίο συνδέεται άμεσα με την αγορά πετρελαίου, μειώνεται σταθερά τους τελευταίους 12 μήνες. Η τιμή του πετρελαίου έπεσε μέσα σε ένα χρόνο από τα 104$ στα 50$ ανά βαρέλι, ενώ την ίδια στιγμή το ρούβλι, το οποίο βρισκόταν τον Σεπτέμβριο του 2014 στα 36 ρούβλια ανά δολάριο, σήμερα βρίσκεται στα 68:1 σημειώνοντας τη μεγαλύτερη υποτίμηση από την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1997.

Εκτός από την υποτίμηση του νομίσματος, υπολογίζεται πως για κάθε ένα δολάριο που μειώνεται η τιμή του πετρελαίου, η Ρωσία χάνει κατ ‘εκτίμηση 2 δισ. δολάρια σε έσοδα. Όταν αυτό συνδυαστεί με άλλες δυσάρεστες παραμέτρους, όπως οι δυτικές κυρώσεις και οι υψηλές δαπάνες, είναι προφανές πως η Ρωσία εστιάζει σε λάθος σημείο όταν αναφέρεται στην «δικτατορία του δολαρίου», καθώς η πρόσδεση στο γουάν παρασύρει περαιτέρω το ρούβλι. Αυτή η στρατηγική είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

Μια άλλη παράμετρος που η Ρωσία κάπως αγνοεί –ή κάνει υπερβολικά θετικές εκτιμήσεις- είναι η αύξηση της γεωπολιτικής σημασίας του Ιράν μετά τη συμφωνία για τα πυρηνικά και την άρση των κυρώσεων. Η Ρωσία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μια νέα αναζωογονημένη πετρελαιοπαραγωγό χώρα και ισχυρό περιφερειακό ανταγωνιστή που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή της Κασπίας Θάλασσας. Το Ιράν ίσως να μην αποδειχθεί τόσο πρόθυμος σύμμαχος, όσο η Ρωσία εκτιμά πως θα είναι.

Ένα οικονομικά και πολιτικά ανεξάρτητο Ιράν, με αυξημένη περιφερειακή επιρροή, θα επιτρέψει τον εκσυγχρονισμό των άλλων χωρών της Κασπίας, καθώς και τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους. Αυτό θα σήμαινε ότι το Τουρκμενιστάν και το Αζερμπαϊτζάν μπορεί τελικά να είναι σε θέση να απελευθερωθούν από τη ρωσική επιρροή. Ομοίως το Καζακστάν, μια χώρα που η οικονομία της βασίζεται στην ίδια αγορά βασικών προϊόντων όπως η Ρωσία, μπορεί τελικά να είναι σε θέση να μειώσει τις επιπτώσεις από την πτώση του ρωσικού νομίσματος στην οικονομία της.

Λίγοι αναλυτές εξετάζουν σοβαρά αυτές τις πιθανότητες, τόσο στη Δύση όσο και στο εσωτερικό της Ρωσίας και αυτό είναι λάθος. Η Ρωσία θεωρεί ότι η νέα πυρηνική συμφωνία θα βαθύνει τους δεσμούς και τη συνεργασία με το Ιράν, οδηγώντας τις δυο χώρες στην οικονομική ευημερία. Όμως η ιστορία μας δείχνει πως ένα ισχυρό Ιράν μπορεί να μην χρειάζεται τη Ρωσία, όσο το χρειάζεται εκείνη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια δραματική αλλαγή στη ρωσο-ιρανικές σχέσεις. Όσο η Μόσχα θεωρεί πως αυτό θα ήταν γεωστρατηγικά αδύνατο και η μόνη της ανησυχία είναι η μάχη ενάντια στη «δικτατορία του δολαρίου», απλά αυξάνει τους κινδύνους για τον εαυτό της.

Γνωρίζουμε ήδη ότι ένα υποτιμημένο γουάν ενισχύει περαιτέρω την πτωτική τάση των τιμών του πετρελαίου πιέζοντας περισσότερο την ρωσική οικονομία. Ιστορικά, όταν το Κρεμλίνο αισθάνεται να απειλείται, συνήθως ψάχνει εξιλαστήρια θύματα αντί να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Η σημερινή απότομη επιβράδυνση της κινεζικής οικονομικής έχει ήδη επηρεάσει πολλούς τομείς της ρωσικής οικονομίας συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, της μεταλλουργίας, της ξυλείας και της γεωργίας. Η μελλοντική συμμαχία με το Ιράν δεν αποτελεί εγγύηση. Οι δυτικές κυρώσεις εξακολουθούν να ισχύουν. Τα άλλα κράτη της Κασπίας μπορεί να το δουν ως μια ευκαιρία για να χαλαρώσουν τους οικονομικούς δεσμούς τους με τη Ρωσία. Υπάρχουν ήδη πολλά «πραγματικά» προβλήματα για ασχοληθεί το Κρεμλίνο από το να σπαταλά πολύτιμο χρόνο με οικονομικές φαντασιώσεις όπως η ανατροπή της «δικτατορίας του δολαρίου». Αυτό φαίνεται να είναι το μικρότερο από τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Continue Reading

ΑΜΕΡΙΚΗ

Η επερχόμενη αναπόφευκτη αμερικανορωσική συμμαχία

Published

on

Η Ρωσία υπό την ηγεσία του Βλαντιμίρ Πούτιν έχει ανακτήσει το διεθνές κύρος της. Οι υψηλές τιμές στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, σε συνδυασμό με την αυταρχική άσκηση πολιτικής, επέτρεψε στη Ρωσία να εξασφαλίσει μια ισχυρότερη θέση στην παγκόσμια σκηνή, ενισχύοντας τη δημοτικότητα του Πούτιν στο εσωτερικό.

Παρά το περίφημο “reset” στις αμερικανορωσικές σχέσεις στις αρχές της προεδρίας Ομπάμα, οι δυο χώρες βρίσκονται και πάλι σε αντίθετες πλευρές, λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ευρώπη. Παρά τις αντιθέσεις, οι ΗΠΑ και η Ρωσία θα σχηματίσουν μια συμμαχία τις επόμενες δεκαετίες και αυτό οφείλεται σε δύο παράγοντες: την περιφερειακή δυναμική στη Σιβηρία, καθώς και στην άνοδο της κινεζικής περιφερειακής ηγεμονίας.

Η κινεζική εισβολή

Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο. Γεωγραφικά, τα Ουράλια μοιράζουν το ένα τέταρτο της Ρωσίας στην Ευρώπη και τα τρία τέταρτα στην Ασία. Η Ευρωπαϊκή Ρωσία είναι γνωστή για τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, ενώ η ασιατική Ρωσία είναι γνωστή για την παγωμένη Σιβηρία. Λόγω του κλίματος η περιοχή της Σιβηρίας είναι αραιοκατοικημένη. Ωστόσο, αυτό που υπάρχει στο υπέδαφος δίνει την πραγματική δύναμη στη Ρωσία: χρυσός, διαμάντια, μεταλλεύματα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο.

Τα σύνορα των 3.οοο μιλίων μεταξύ της Κίνας και της Ρωσίας είναι αποδεκτά και από τις δύο πλευρές, ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι εντός της κινεζικής κυβέρνησης που δεν τα αναγνωρίζουν. Πιστεύουν ότι είναι το αποτέλεσμα του αιώνα της ταπείνωσης, όπου μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη ανάγκασε την Κίνα να παραχωρήσει το έδαφός της λόγω της αδυναμίας της την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Τα Σινορωσικά σύνορα οριοθετήθηκαν με τη Συνθήκη του Πεκίνου το 1860, όπου ουσιαστικά η ισχυρή Ρωσία εμφάνισε μια γραμμή στον χάρτη και υποχρέωσε την ασθενέστερη Κίνα να την αναγνωρίσει. Ο φόβος μιας κινεζικής «εισβολής» στη Σιβηρία, υπάρχει πάντα στο μυαλό των Ρώσων.

Στην παραμεθόρια περιοχή της Σιβηρίας ζουν περίπου 6 εκατομμύρια Ρώσοι από τη μια πλευρά και περίπου 90 εκατομμύρια κινέζοι από την άλλη. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, υπήρξε μια μεγάλη πολιτιστική και οικονομική όσμωση από την κινεζική πλευρά στην Σιβηρία. Οι Κινέζοι έχουν κατακλύσει την περιοχή με επενδύσεις, εργαζόμενους, ακόμα και γάμους μεταξύ των δυο λαών. Είναι φυσικό να αισθάνονται πιο κοντά το Πεκίνο από ότι τη Μόσχα- κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πρόσφατα, η Κίνα αποφάσισε να μισθώσει ένα μεγάλο μέρος της Σιβηρίας από τη Ρωσία με σκοπό την γεωργική ανάπτυξη. Η μίσθωση θα έχει διάρκεια για 49 χρόνια, ενώ σε αντάλλαγμα, πέρα από την ετήσια αποζημίωση, υπάρχει η υποχρέωση των περιφερειακών επενδύσεων. Πολλοί στη Ρωσία επικρίνουν τη συμφωνία, τονίζοντας τις ομοιότητές της με την παραχώρηση της Αλάσκας στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν 150 χρόνια. Παρά το γεγονός πως δεν υπάρχει πώληση αλλά εκμίσθωση, πολλοί Ρώσοι πιστεύουν ότι αυτό είναι ένα από τα τελευταία βήματα πριν από την πλήρη διαδικασία ανάκτησης από τους Κινέζους.

Στο υπέδαφος βρίσκεται ότι αναζητά απεγνωσμένα η Κίνα: πηγές ενέργειας και πρώτες ύλες. Με την κινεζική πλευρά των συνόρων τόσο πυκνοκατοικημένη και τη ρωσική πλευρά αραιοκατοικημένη, μια κινεζική «εισβολή» μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Κατά ένα ειρωνικό τρόπο, η Κίνα θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ενέργειά της, χρησιμοποιώντας το Δόγμα Πούτιν, δηλαδή να υποστηρίξει τους εθνοτικούς Κινέζους όπου κι αν βρίσκονται, με μια τακτική που θα μοιάζει με τη Ρωσική στάση στην Αμπχαζία και τη Νότια Οσετία ή στην Κριμαία.

Μια ρωσοαμερικανική επαναπροσέγγιση

Ακόμη και αν το σενάριο φαίνεται τραβηγμένο, στο σημερινό γεωπολιτικό τοπίο τίποτα δεν είναι αδύνατο, όπως έχει δείξει η ιστορία. Σήμερα, ο Πούτιν, σε μια προσπάθεια να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και τη Δύση βρήκε την Κίνα ως σύμμαχο. Η Σινορωσική συμμαχία είναι ισχυρότερη από ποτέ, ωστόσο στην πολιτική ο χρόνος και οι συγκυρίες μπορούν να αλλάξουν τα πάντα.

Καθώς η Κίνα δυναμώνει, οικονομικά και στρατιωτικά και φτάνει στο καθεστώς της περιφερειακής ηγεμονίας, η Ρωσία θα έχει δύο τρομακτικές ανησυχίες: έναν ισχυρότερο γείτονα, καθώς και έναν πολυπληθέστερο που θα μπορεί να κατακλύσει μια ζωτικής σημασίας περιοχή της. Προκειμένου να αποφευχθεί μια τέτοια καταστροφή, οι Ρώσοι θα πρέπει να συμμαχήσουν με τις ΗΠΑ με παρόμοιο τρόπο, όπως είχε γίνει η προσέγγιση του Μάο με τον Νίξον. Αυτή η ενδεχόμενη επαναπροσέγγιση δεν είναι κάτι εξωφρενικά απίστευτο. Παρά τις –επί του παρόντος- ανταγωνιστικές τους θέσεις, Ρώσοι και οι Αμερικανοί ενδεχομένως θα γίνουν σύμμαχοι κάποια στιγμή, για να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν μια αναπτυσσόμενη Κίνα.

Continue Reading

ΑΜΕΡΙΚΗ

Το Ισραηλινο λομπι στις ΗΠΑ

Published

on

Οι συγγραφείς του βιβλίου “Το Ισραηλινό λόμπι και η Αμερικανική εξωτερική πολιτική” John Mearsheimer και Stephen Walt, ισχυρίζονται πως στόχος τους είναι να ενθαρρύνουν μια σαφέστερη και πιο ειλικρινή συζήτηση για το θέμα. Δυστυχώς, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.

“Το Ισραηλινό λόμπι” θα σκληρύνει περισσότερο τις απόψεις και δεν θα βοηθήσει στην ανάπτυξη των νέων Αμερικανικών θέσεων στη Μέση Ανατολή. Περιπλέκοντας την πολιτική συζήτηση, όχι μόνο στις ΗΠΑ, θα δώσει τροφή και θα διευκολύνει τους Αντισημίτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι προθέσεις των συγγραφέων δεν είναι αυτές, θα έχουν όμως το αντίθετο αποτέλεσμα.

Οι Mearsheimer και Walt, οι οποίοι είναι γνωστοί για το ρεαλισμό τους, φαίνεται πως εγκαταλείπουν το “δομικό ρεαλισμό” για αυτό που ονομάζουμε “πολιτικό ρεαλισμό”. Η άποψη ότι οι πεποιθήσεις, οι αξίες, και τα συμφέροντα των διαφόρων εσωτερικών παραγόντων διαμορφώνουν την αντίληψή τους για το εθνικό συμφέρον και ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των εσωτερικών δυνάμεων και διεθνών συνθηκών, είναι το κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής. Αυτός ο πολιτικός ρεαλισμός είναι σημαντικά πλουσιότερος και πιο ουσιαστικός στην προσέγγιση των θεμάτων, από το δομικό ρεαλισμό που ειδικά ο Mearsheimer, υποστήριξε στο παρελθόν.

Κάποιος πρέπει επίσης να επαινέσει τους δύο συγγραφείς για την απόφασή τους να εστιάσουν σε ένα σημαντικό θέμα, που δεν έχει την προσοχή που του αναλογεί. Η Αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή είναι ένα θέμα που δεν γίνεται εύκολα κατανοητό. Οι οργανώσεις που υποστηρίζουν το Ισραήλ, οι επιτροπές πολιτικής δράσης (PACs), αλλά και διάφορες προσωπικότητες, επηρεάζουν πολιτικούς και δημοσιογράφους. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της Μέσης Ανατολής στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική, πρέπει να ερευνηθούν αυτοί οι παράγοντες και η επιρροή τους. Ακόμα κι αν “το Ισραηλινό λόμπι ” δεν είναι τελικά τόσο χρήσιμο όσο ελπίζουν, οι Mearsheimer και Walt έχουν βοηθήσει με ένα αξιοθαύμαστο και θαρραλέο τρόπο, να ανοίξει μια αναγκαία συζήτηση σε ένα αμφισβητούμενο και φλέγον ζήτημα. Δεν πρέπει να υπάρξει κανένα ταμπού μεταξύ των μελετητών της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – καμία ερώτηση που δεν θα πρέπει να υποβληθεί, κανένα ζήτημα που να θεωρηθεί πολύ καυτό για να χειριστεί, καμία σχέση ή συμμαχία, όσο βαθιά και δυνατή και αν είναι, που να μην αναλυθεί σε βάθος.

Η πεποίθηση των συγγραφέων πως οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βρουν τρόπο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της τρέχουσας πολιτικής και των εθνικών φιλοδοξιών Παλαιστινίων και άλλων Αράβων είναι σωστή, πλην όμως, οι απόψεις που διατυπώνουν για τις εναλλακτικές λύσεις των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, είναι αρκετά απλοϊκές και αισιόδοξες – το ίδιο λάθος που κάνουν και οι νεοσυντηρητικοί. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να ξεπεραστούν τόσο εύκολα όσο νομίζουν και οι τρόποι που προτείνουν για την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι απίθανο να οδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, ακόμα και αν κάποιες από τις ανησυχίες που διατυπώνουν είναι βάσιμες.

Τα προβλήματα του βιβλίου αρχίζουν πολύ νωρίς και είναι πολύ βαθιά, για παράδειγμα στη σελίδα 14 αναφέρουν: “Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν στο Ισραήλ εντυπωσιακή υλική ενίσχυση και διπλωματική υποστήριξη και ο κύριος λόγος είναι η δράση του λόμπι, αυτή η άκριτη και απεριόριστη υποστήριξη δεν είναι προς το εθνικό συμφέρον”. Σημειώστε την ολίσθηση. Η ” εντυπωσιακή ” υποστήριξη της πρώτης πρότασης, σιωπηρά  μεταβάλλεται στο “άκριτη και απεριόριστη” υποστήριξη της τελευταίας. “Εντυπωσιακό” δεν είναι το ίδιο πράγμα με το “άκριτο και απεριόριστο,” αλλά οι συγγραφείς προχωρούν σαν ήταν. ΥποστηρίζουνΥποστηρίζουν τη σαφήνεια και την αρχή της αυστηρής λογικής, αλλά οι μέθοδοί τους είναι χαλαρές και ρητορικής φύσης. Αυτό το εξαιρετικά άτυχο πάντρεμα μεταξύ των αξιώσεων της σοβαρής πολιτικής ανάλυσης και των προτύπων των χρονογραφημάτων, υποσκάπτουν τις υποθέσεις που θέλουν να κάνουν και δίνουν σε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου έναν δυσάρεστα ανειλικρινή τόνο. Στην επαγγελματική λογοτεχνία, σπάνια αντιμετωπίζουμε ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ της φιλοδοξίας και της απόδοσης, όσο στο “Ισραηλινό λόμπι.” Οι Mearsheimer και Walt αποτυγχάνουν να καθορίσουν “το λόμπι” με έναν σαφή τρόπο. Η αναφορά των τρόπων που το λόμπι ασκεί επιρροή και η περιγραφή της δύναμης την οποία χειρίζεται είναι ασυνάρτητη, όπως και η χρήση των στοιχείων που επικαλούνται.Στο επίπεδο της γεωπολιτικής, ο χειρισμός της σύνθετης πραγματικότητας της Μέσης Ανατολής που επιχειρούν, αποτυγχάνει να αποδείξει είτε τον αναμφισβήτητο καθορισμό του εθνικού συμφέροντος που το επιχείρημά τους προϋποθέτει, ή την ανωτερότητα που ισχυρίζονται για την πολιτική που προτείνουν.

Πέρα από αυτά τα λάθη, η έλλειψη ευαισθησίας που οι συγγραφείς πολύ συχνά επιδεικνύουν στο χειρισμό δύσκολων ζητημάτων, το βιβλίο θα πείσει πολλούς αναγνώστες ότι, παρά τις συχνές διακηρύξεις τους περί του αντιθέτου, οι συγγραφείς είναι πονηροί και κακόβουλοι αντισημίτες. Είναι θλιβερό να ξεκινήσει μια άσκοπη συζήτηση για το χαρακτήρα ή τις προθέσεις των συγγραφέων. “Το Ισραηλινό λόμπι” είναι ένα βιβλίο που θα λατρέψουν οι αντισημίτες, αλλά δεν είναι απαραίτητα και ένα αντισημιτικό βιβλίο.

Μέσα ή έξω από το λόμπι;

Το πρόβλημα αρχίζει με τον καθορισμό του λόμπι, σημειώνουν οι Mearsheimer και Walt, είναι μια εν συντομία περιγραφή του χαλαρού συνασπισμού ατόμων και οργανώσεων που εργάζονται για τη διαμόρφωση της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε μια κατεύθυνση υποστήριξης των Ισραηλινών θέσεων. Το λόμπι, όπως το βλέπουν, περιλαμβάνει και τις ομάδες με σκληρή γραμμή, όπως το γνωστό AIPAC και το CUFI (Ενωμένοι Χριστιανοί για το Ισραήλ) και ομάδες όπως the “Israel Policy Forum”, “the Tikkun Community”, και “Americans for Peace Now”. Όλες αυτές οι ομάδες συμφωνούν στην υπεράσπιση του Ισραήλ, το λόμπι εργάζεται προς την κατεύθυνση της υποστήριξης των Ισραηλινών θέσεων, αν και σε πολλές περιπτώσεις διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το ποια πολιτική είναι καλύτερη για το Ισραήλ.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν σαφώς πως το λόμπι δεν είναι συνωμοτικό ούτε αντιπατριωτικό.  Παραδέχονται πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων το απαρτίζουν, πιστεύει ειλικρινά πως ότι είναι καλό για το Ισραήλ είναι καλό και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και αντίστροφα. Γεγονός είναι πως πολλές ομάδες διαφοροποιούνται από την Ισραηλινή πολιτική σε πολλά σημεία και τείνουν να ασπαστούν σκληροπυρηνικές απόψεις.

Έτσι δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα. Αν όλοι , από το AIPAC ως το Americans for Peace Now, είναι μέλη του λόμπι, ποια ακριβώς είναι η πολιτική ατζέντα που υποστηρίζει το λόμπι; Και αν η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σε διάφορα ζητήματα συμφωνεί με ορισμένες απόψεις διαφορετικών συστατικών του λόμπι, ποιο θα ήταν το κριτήριο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να μετρήσουμε την επιρροή του λόμπι συνολικά; Ποια είναι η σχέση μεταξύ της εσωτερικής δυναμικής αυτού του διαιρεμένου λόμπι και της πολιτικής του Ισραήλ και της ευρύτερης αμερικανικής κοινωνίας; Όταν το θέμα φτάνει σε αυτό το σημείο, οι Mearsheimer και Walt δείχνουν να μην έχουν απαντήσεις. Δηλώνουν υποστηρικτές του Ισραήλ, γιατί πιστεύουν πως το κράτος έχει δικαίωμα ύπαρξης. Θαυμάζουν τα επιτεύγματά του και επιθυμούν μια ασφαλή ζωή για τους πολίτες του. Δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βοηθήσουν το Ισραήλ “εάν κινδυνεύει η ύπαρξή του”. Υποστηρίζουν πως η πολιτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι αντιπαραγωγική, θεωρώντας πως η υπό όρους ενίσχυση της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ θα είναι πιο αποτελεσματική και θα το οδηγήσει σε ενέργειες που αφενός εξασφαλίζουν την επιβίωσή του, αφετέρου θα ωφελήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Φροντίζουν δε, τόσο παθιασμένα για αυτό, γράφοντας ένα τόσο μεγάλο και αμφισβητούμενο βιβλίο για το θέμα. “Προφανώς δεν είμαστε μέρος του Ισραηλινού λόμπι,” λένε. Αλλά με βάση την ερμηνεία τους, κατά πόσο αυτό ισχύει;

Οι Mearsheimer και Walt υποστηρίζουν πως όταν συγκρούονται τα συμφέροντα ΗΠΑ και Ισραήλ, πρέπει να μπαίνουν πρώτα τα Αμερικανικά συμφέροντα, αυτή όμως την άποψη υποστηρίζει και η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του λόμπι. Συνεπώς, σε τι διαφέρουν από τη μεγάλη μάζα των Αμερικανών πολιτών, εβραίους και μη, οι οποίοι ενδιαφέρονται για το Ισραήλ και το δικαίωμά του στην επιβίωση; Οι συγγραφείς του βιβλίου έχουν βρει ένα ορισμό για το λόμπι που περιλαμβάνει όλους, από τον Jimmy Carter και τον George Soros, ως τον Paul Wolfowitz και τον Tom DeLay. Δεδομένου ότι κάθε πιθανή πολιτική θέση, υποστηρίζεται από κάποιο μέλος αυτού του λόμπι, το λόμπι δεν χάνει ποτέ, οτιδήποτε και αν συμβαίνει στην Ουάσιγκτον. Οι πιέσεις του Προέδρου Clinton για εκτεταμένες παραχωρήσεις του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη, είναι προφανώς μια νίκη του λόμπι, η υποστήριξη του Προέδρου Bush προς τον Ariel Sharon απορρίπτοντας κάθε συζήτηση για εδαφικές παραχωρήσεις, άλλη μια νίκη. Μαύρο, κόκκινο ή ζερό: ο λόμπι ποτέ δεν χάνει.

Τα κέρδη της επιρροής

Από ένα τέτοιο ορισμό δεν προκύπτει τίποτα θετικό. Δυστυχώς, ο απολογισμός τους για το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι εξίσου ασαφής. Το λόμπι χρησιμοποιεί τις ίδιες, ή διαφορετικές τεχνικές για να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων; Μια Ισραηλινή κυβέρνηση των Εργατικών, έχει διαφορετικές σχέσεις με το λόμπι από μια κυβέρνηση του Λυκούντ; Ποιος συνδυασμός κυβερνήσεων σε ΗΠΑ και Ισραήλ διευκολύνει τη δουλειά του λόμπι; ποιο πολιτικό περιβάλλον αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση; Οι Mearsheimer και Walt φαίνεται πως δεν έχουν χρόνο για τέτοιες λεπτομέρειες.

Το βιβλίο θα ήταν πιο χρήσιμο αν ασχολούταν με το τι πραγματικά κερδίζει το λόμπι σε όποια από τις μεταλλαγές του. Ένα μεγάλο μέρος αφορά την ενίσχυση, και τα οπλικά συστήματα. Ποιο είναι όμως το πραγματικό όφελος; Οι συγγραφείς παρουσιάζουν κάποιες εκτιμήσεις για την οικονομική αξία αυτών των παροχών, αλλά δεν είναι σαφές πόσο σημαντικά είναι, είτε στην αμυντική στρατηγική του Ισραήλ είτε στην πολιτική στη Μέση Ανατολή. Έπειτα είναι η αναφορά στην πίεση για τα ευνοϊκά προς το Ισραήλ, ψηφίσματα του Κογκρέσου. Είναι απαραίτητη μια πιο σοβαρή ανάλυση του πραγματικού αντίκτυπου αυτών των αποφάσεων. Το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα παρέχει εύκολες επιφανειακές νίκες στους λομπίστες που ασκούν ελάχιστη ή καμία πραγματική επιρροή στην πολιτική. Οι Mearsheimer και Walt δεν αποδεικνύουν πως αυτές οι αποφάσεις αντιπροσωπεύουν ένα πραγματικό έλεγχο πάνω σε  κρίσιμα θεμάτων εθνικής πολιτικής είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες είτε στη Μέση Ανατολή.

Επίσης απογοητευτικός είναι ο αρκετά συμβατικός απολογισμός της σχέσης των νεοσυντηρητικών με τους Ισραηλινούς, οπαδούς της σκληρής γραμμής. Κατά τους συγγραφείς υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ τους, πάντα προς όφελος των Ισραηλινών συμφερόντων στον τομέα της ασφάλειας. Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφορές στις απόψεις τους. Οι νεοσυντηρητικοί θεωρούν πως όταν απομακρυνθούν τα δικτατορικά Αραβικά καθεστώτα, οι λαοί που επιθυμούν τη δημοκρατία θα αναθεωρήσουν τη στάση τους έναντι του Ισραήλ, προχωρώντας σε έναν διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό. Οι συντηρητικοί Ισραηλινοί βλέπουν με δυσπιστία αυτές τις απλοϊκές ελπίδες των νεοσυντηρητικών.

Εντύπωση προκαλεί η φτωχή ανάλυση και της εσωτερικής αμερικανικής πολιτικής, ιδιαίτερα όταν γίνεται από δυο σοβαρούς ακαδημαϊκούς. Η παράθεση επιστολών ή ομιλιών μελών του AIPAC, παρουσιάζονται ως αποδείξεις της δύναμης του λόμπι. Είναι γνωστό πως οι ομάδες που υποστηρίζουν το Ισραήλ είναι μοναδικές στο να χρησιμοποιούν τρόπους για να “φουσκώσουν” τα επιτεύγματά τους, κάτι που κάνουν και οι περισσότερες ομάδες άλλωστε, αναγκαίο για να βρουν περισσότερους υποστηρικτές στην επόμενη “μάχη ζωτικής σημασίας”. Παραθέτοντας τέτοιες δηλώσεις σκέφτηκαν πως καταδικάζουν το λόμπι μέσα από τα ίδια τα λεγόμενά του. Οι απλοί αναγνώστες μπορεί να εντυπωσιαστούν, όσοι γνωρίζουν περισσότερα στην Ουάσιγκτον, γνωρίζουν την πραγματική αξία τέτοιων δηλώσεων.

Οι Mearsheimer και Walt υποστηρίζουν ότι η χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών είναι μια σημαντική πηγή δύναμης του Ισραηλινού λόμπι, αλλά η περαιτέρω ανάλυση δεν φαίνεται να δικαιώνει τους ισχυρισμούς. Η Γερουσιαστής Hillary Clinton ενισχύθηκε για την προεκλογική της εκστρατεία το 2006, με 30.000$ από τέτοιες ομάδες (PACs) Στην πραγματικότητα αυτό το ποσό είναι αρκετά μικρότερο από αυτό που αναφέρει επίσημα το Center for Responsive Politics ως χρηματική υποστήριξη από φιλοισραηλινές ομάδες και ανέρχεται στα 328.000$. Αν αυτό το ποσό φαίνεται εντυπωσιακό, ήταν μόλις το 1% των χρημάτων που συγκέντρωσε για την προεκλογική της καμπάνια. Στις εκλογές του 2000 και του 2004 πήγαν πολύ περισσότερα στους Δημοκρατικούς και οι εβραίοι ψηφοφόροι ψήφισαν μαζικά υπέρ τους. Πως εξηγείται η μεγάλη επιρροή σε ένα Πρόεδρο που δεν ψήφισαν, δεν υποστήριξαν και δεν ενίσχυσαν οικονομικά; Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει πως τα λιγοστά χρήματα που τοποθετούνται στρατηγικά μπορεί να ασκήσουν κάποια επιρροή. Οι συγγραφείς του βιβλίου δεν παραθέτουν συνολικά στοιχεία για τη πραγματική δύναμη αυτής της χρηματοδότησης, αυτό δεν είναι ΄σοβαρή επιστημοσύνη.

Μια ειδική σχέση

Όπως κάποιος θα περίμενε από ειδικούς σε θέματα διεθνών σχέσεων, το βιβλίο θα εστίαζε περισσότερο επαγγελματικά στη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής, από ότι στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Παραδέχονται πως κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου τα συμφέροντα Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ ήταν κοινά και πως για διαφορετικούς λόγους ήθελαν να κρατήσουν τους Σοβιετικούς μακριά από την περιοχή. Εντούτοις, αυτό αποδυναμώνεται σημαντικά μετά από το 1989. Υποστηρίζουν πως η Αμερικανική πολιτική παραμένει σταθερά ευθυγραμμισμένη με την Ιερουσαλήμ, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχουν πλέον κοινά στρατηγικά συμφέροντα ή κοινές ηθικές αξίες, και αυτό οφείλεται στη δύναμη του Ισραηλινού λόμπι.

Η γεωπολιτική ανάλυση που κάνουν για τη θέση του Ισραήλ είναι ενδιαφέρουσα και από πολλές απόψεις χρήσιμη, αλλά φαίνεται πως δεν βλέπουν πώς περικόπτει τη σημασία του λόμπι. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, το Ισραήλ είναι η κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη, και τα τεράστια πλεονεκτήματά του σε οπλικά συστήματα και τεχνολογία είναι τόσο μεγάλα, που η Αμερικανική υποστήριξη σε αυτό τον τομέα δεν είναι απαραίτητη. Όπως αναφέρουν, η οικονομική και η στρατιωτική βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μειωθεί ή και να σταματήσει εντελώς, χωρίς να υπάρξει καμία επίπτωση στην Ισραηλινή ασφάλεια. Το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει, είναι αφού αυτή η ενίσχυση δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία για το Ισραήλ, πως η απειλή για τη μείωσή της θα επιδρούσε στην συμπεριφορά του; Και εάν αυτή η ενίσχυση είναι σχετικά μικρής σπουδαιότητας στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, οι προσπάθειες του λόμπι να κερδίσει περισσότερη ενίσχυση από το Κογκρέσο δεν είναι ουσιαστικά σημαντικές. Εν ολίγοις, η Αμερικανική ενίσχυση δεν αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων, και η πιθανή μείωσή της θα ασκούσε μικρή επίδραση στη διαπραγματευτική θέση του Ισραήλ – συμπεραίνοντας με αυτό τον τρόπο ότι η επιρροή του Ισραηλινού λόμπι στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα, δεν διαδραματίζει κανένα σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της πορείας των γεγονότων στη Μέση Ανατολή.

Οι συγγραφείς του βιβλίου φαίνεται πως υποτιμούν τη σημασία της συμμαχίας με το Ισραήλ για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν το Ισραήλ θεωρήσει πως η Αμερικανική εξωτερική πολιτική μετατοπιζόταν προς μια εχθρική κατεύθυνση, θα μπορούσε να επιλέξει την υποστήριξη από μια άλλη μεγάλη δύναμη. Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστιας σημασίας στρατιωτική θέση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, και τη δυνατότητά της να παρέχει σε έναν νέο σύμμαχο προηγμένα Αμερικανικά όπλα και υπηρεσίες πληροφοριών, η Κίνα, η Ρωσία, και η Ινδία θα ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολύτιμο σύμμαχο, που θα άξιζε γι’αυτό να χάσουν λίγη δημοτικότητα στις Αραβικές χώρες. Το Ισραήλ έχει αλλάξει συμμάχους και στο παρελθόν: Το 1948-49 κέρδισε τον πόλεμο με όπλα από το Ανατολικό μπλοκ, σύμμαχος με τη Γαλλία και την Αγγλία το 1956, ειδικά η Γαλλία ήταν ο πιο σημαντικός σύμμαχος το 1967 (η Γαλλία ήταν και η πηγή της πυρηνικής τεχνολογίας του Ισραήλ). Αυτή η πιθανή μετατόπιση, ανησυχεί ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους βασικούς Αμερικανικούς στόχους στη Μέση Ανατολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν να αποτρέψει οποιαδήποτε άλλη δύναμη προσπαθήσει να κερδίσει μια στρατηγική βάση εκεί. Μια συμμαχία του Ισραήλ- της κυρίαρχης στρατιωτικής δύναμης στην πιο ζωτικής σημασίας περιοχή του πλανήτη-  με άλλες μεγάλες δυνάμεις, θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική και να μειώσει τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Συνεπώς, η διατήρηση αυτής της σχέσης με το Ισραήλ, διαχειριζόμενοι ταυτόχρονα και το ανάλογο κόστος, είναι η πραγματική πρόκληση για την Αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή.

Η άποψη που εκφράζεται στο βιβλίο για την επιστροφή Ισραηλινών και Παλαιστινίων στις διαπραγματεύσεις με βάση το Camp David το 2000 είναι σωστή, με τη διαφορά πως το Ισραήλ δεν μπορεί να αναγκαστεί να διαπραγματευτεί με τους Αμερικανικούς όρους, αλλά να πειστεί. Μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία χρειάζεται καρότα και όχι μαστίγια. Αν εμφανιστούν αυτά τα καρότα, οι Mearsheimer και Walt θα το καταγγείλουν ως ακόμα ένα θρίαμβο του λόμπι, ή θα το θεωρήσουν ως την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να προωθήσουν τα συμφέροντά τους σε συντονισμό αναπόφευκτα με μια τοπική δύναμη, σε μια από τις εκρηκτικότερες περιοχές του κόσμου;

Το Εβραϊκό ζήτημα

Μετά την εσωτερική πολιτική και τη γεωπολιτική, ο πολιτισμός και ειδικά το ζήτημα του αντισημιτισμού. Έχουν υπάρξει ήδη δημόσιες κατηγορίες περί αντισημιτισμού, και θα προκύψουν και άλλες. Θέλω να γίνω σαφής: αυτές οι κατηγορίες είναι τραβηγμένες. Οι Mearsheimer και Walt δηλώνουν ξεκάθαρα πως δεν είναι αντισημίτες και τίποτα μέσα στο βιβλίο δεν αποδεικνύει το αντίθετο. Αν ήταν προσεκτικότεροι στις κρίσεις και στις εκφράσεις τους όλη αυτή η έντονη κριτική θα είχε αποφευχθεί.

Οι συγγραφείς κάνουν αυτό που οι αντισημίτες κάνουν πάντα: μεγαλοποιούν τη δύναμη των Εβραίων. Αν και κατέβαλλαν προσπάθεια να διαφοροποιηθεί η εργασία τους από τα αντισημιτικά κείμενα, η εικόνα που διαμορφώνουν, θυμίζει κάποια από τα πιο άσχημα στερεότυπα στην αντισημιτικά πραγματεία. Τα πλοκάμια των Σιωνιστών εμπλέκονται στον πόλεμο του Ιράκ, κατευθύνουν και τα δυο μεγάλα κόμματα, ελέγχουν τα ΜΜΕ και τιμωρούν τη θαρραλέα μειονότητα των καθηγητών και των πολιτικών που τολμούν να πουν την αλήθεια- καταθλιπτικά οικεία συλλογιστική. Μερικοί αναγνώστες θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς υπηρετούν σκοπιμότητα. Στην πραγματικότητα, έχουν μπερδέψει την πολιτική δραστηριότητα υπέρ του Ισραήλ και των στρατηγικών συμφερόντων. Δεν αποτελεί έγκλημα να κάνεις λάθος και μια λανθασμένη εκτίμηση για τους Εβραίους δεν σε κάνει αντισημίτη. Αλλά η ρητορική αδεξιότητα και οι περιστασιακά ανεπιτυχείς φράσεις καθιστούν την υπεράσπισή τους δυσκολότερη.

Οι συντάκτες καταλήγουν υιοθετώντας επίσης μια ευρέως χρησιμοποιημένη τακτική που έχει μια ειδική ιστορία στην αντισημιτική λογοτεχνία. Όταν οι αντισημίτες συγγραφείς και οι πολιτικοί κάνουν κακοήθεις επιθέσεις, οι Εβραίοι είναι σε διπλά άσχημη θέση: αν δεν απαντήσουν στις προσβολές , οι κατηγορίες επιβεβαιώνονται, εκφράζοντας την αποστροφή τους για τις κατηγορίες δίνουν την ευκαιρία στους αντισημίτες να παρουσιαστούν ως τα θύματα δυσφημιστικής εκστρατείας των Εβραίων. Οι προπαγανδιστές των Ναζί χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά αυτό το όπλο. Κάθε ένας που έζησε ή μελέτησε σε βάθος τη “χρυσή περίοδο του αντισημιτισμού” στην Ευρώπη, γνωρίζει καλά αυτήν την τακτική και όταν βλέπει να υιοθετείται για το Ισραήλ ή το Ισραηλινό λόμπι, φυσικά υποθέτει το χειρότερο: η χρήση της δημοφιλούς αντισημιτικής τακτικής σημαίνει πως ο συγγραφέας μοιράζεται τη λυπηρή οπτική τους.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή επαγγελματίας αυτής της παθητικής – επιθετικής μορφής πρόκλησης (και όχι μόνο ενάντια στους Εβραίους) είναι ο πρώην Πρόεδρος Jimmy Carter, ο οποίος δημοσίευσε πρόσφατα το βιβλίο: Παλαιστίνη: Ειρήνη και όχι απαρτχάιντ , προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών συγκρίνοντας το σημερινό Ισραήλ με το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

Σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, αυτή η αλυσίδα των γεγονότων επισημαίνει έναν ισχυρό και καθορισμένο αντισημιτισμό. Αυτό όμως είναι λάθος, και στην περίπτωση του Carter και στην περίπτωση των Mearsheimer και Walt. Αλλά δίνοντας λίγο περισσότερη προσοχή στους τρόπους με τους οποίους η σύγχρονη ιστορία έχει διαμορφώσει τα συναισθήματα και τις δηλώσεις όσων συμμετείχαν σε συζητήσεις για την Ισραηλινή πολιτική, θα είχε βοηθήσει στα επιχειρήματα των δυο συγγραφέων. Η σχέση μεταξύ της Αμερικανικής πολιτικής στο εσωτερικό και της Αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιο σύνθετη και συναισθηματική και πολύ πιο σημαντική, από όσο απλοϊκά εμφανίζεται σε αυτό το βιβλίο.

COPYRIGHT 2007 COUNCIL ON FOREIGN RELATIONS, PUBLISHER OF FOREIGN AFFAIRS. ALL RIGHTS RESERVED. DISTRIBUTED BY TRIBUNE MEDIA SERVICES.

Continue Reading

Latest

NEW AGE DIPLOMACY3 days ago

Η εποχή της διπλωματίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Η ενέργεια διαμορφώνει τον τρόπο λειτουργίας των οικονομιών και των κοινωνιών μας και βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της παγκόσμιας ατζέντας...

GREEN PLANET1 month ago

Πως συνδέονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με την περιβαλλοντική ασφάλεια

Τα ανθρώπινα δικαιώματα συνδέονται άμεσα με την περιβαλλοντική ασφάλεια. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, οι φυσικοί πόροι και η δίκαιη διανομή...

ΕΥΡΩΠΗ3 months ago

Βία στα χρόνια της εικόνας και των fake news

Στην εποχή των fake news, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται

NEW AGE DIPLOMACY6 months ago

Βιο-διπλωματία: Η εθνική και πολιτισμική ταυτότητα αναπόσπαστες διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης

Η επικοινωνία σε όλο τον κόσμο γίνεται ολοένα ταχύτερη και πιο αξιόπιστη, παρέχοντας μία διαφορετική προοπτική του χρόνου και του...

NEW AGE DIPLOMACY7 months ago

UNESCO: Η παγκόσμια συνείδηση χρειάζεται άμεσα rebranding

Διπλωμάτης, διανοούμενος, πολίτης του κόσμου. Μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του από το Κατάρ τον Μάρτιο του 2016, πολλές χώρες...

Trending

Copyright © 2018 PRESSCODE