close
GEO+POLITICS

Η Πεφωτισμένη Διπλωματία Επιτυγχάνει Καταλυτικές Ανατροπές

cyprus

Η Περίπτωση/Μελέτη της Ανατολικής Μεσογείου – Νέοι Παράγοντες (Υδρογονάνθρακες) Μεταμορφώνουν Παγιωμένες Γεωστρατηγικές Ισορροπίες – Το Παράδειγμα της Κύπρου

Η παγκόσμια γεωστρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου

Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούσε και αποτελεί, από καταβολής της Ιστορίας, ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και ένα γεωπολιτικά καθοριστικό πεδίο για τα περιφερειακά, ευρωπαϊκά, αλλά συχνά και για τα παγκόσμια πράγματα.

Χώρος τοπικών, περιφερειακών, αλλά και ευρύτερων συγκρούσεων και ανταγωνισμών, όμως συνάμα λίκνο πολιτισμών και θρησκειών, και παράλληλα, προστατευτικό ανάχωμα απέναντι σε πολιτιστικές, θρησκευτικές και πολιτικές επεκτατικές βουλιμίες αλλόβουλων θεωριών και πίστεων. Αν και συχνά Ιστορικοί όριζαν ότι, τα Βαλκάνια καθόριζαν την τύχη της Ευρώπης, ενίοτε ορθή διαπίστωση, εντούτοις αποτελεί διαχρονική πραγματικότητα ότι, η Ανατολική Μεσόγειος προσδιόριζε καθοριστικά την πορεία πολιτισμών, θρησκειών, ζωνών επιρροής, όπως επίσης αποτελούσε δείκτη προσδιορισμού των περιόδων ειρήνης (πλέον πρόσκαιρες), αναταραχών (συχνότατες) και ένοπλων συγκρούσεων (πολύ συχνές, όπως και η τρέχουσα κατάσταση) στην ευρύτερη περιοχή.

Έτσι, και στη σύγχρονη περίοδο υπάρχουν δεδομένα, δυνάμεις, δυναμικές και ισορροπίες, τα οποία καθορίζουν το γεωπολιτικό κλίμα και τις εδαφικές κατανομές ή/και ανακατατάξεις στην καθοριστική για τα ευρωπαϊκά και ευρύτερα δρώμενα αυτή περιοχή.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον διαμοιρασμό των σφαιρών επιρροής, υπήρξε μέχρι πρόσφατα μια σχετικά ήρεμη και σταθερή περίοδος, με σοβαρές όμως εξαιρέσεις, όπως οι διαμάχες/συγκρούσεις στο Μεσανατολικό/Παλαιστινιακό, στο Κυπριακό, στα Ελληνοτουρκικά, οι εξάρσεις του Παναραβισμού, το Γιουγκοσλαβικό και τέλος, πλέον πρόσφατα, οι καταλυτικές εξελίξεις στην μετά-Αραβική “Άνοιξη” περίοδο, το Συριακό, το Κουρδικό και η εσωτερική/διεθνική κατάσταση στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένων και της πρόσφατης “ιδιάζουσας” απόπειρας πραξικοπήματος και των συνεπακόλουθών της.

Η περίπτωση/μελέτη της παρούσας ανάλυσης επικεντρώνεται, ανάμεσα στα υπόλοιπα ζητήματα της σημαντικής αυτής περιοχής και των ευρύτερων συνεπειών της, στην περίπτωση της Κύπρου και του Κυπριακού προβλήματος, προκειμένου να αναδείξει, με απτά παραδείγματα, τα καταλυτικά αποτελέσματα που μπορεί να επιφέρει η ευφάνταστη Διπλωματία, όταν αυτή ασκείται με επιστημονικό και μακρόπνοο στοχασμό.

Ποιοι παράγοντες προσδιόρισαν την γένεση και συντήρηση του Κυπριακού Ζητήματος

Τα βρετανικά συμφέροντα, σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς και σε αντίστοιχη περιφερειακή, προσδιόριζαν, από την εποχή του τελευταίου Ρωσο-τουρκικού Πολέμου (1828-29) και της αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τις τύχες της Κύπρου.

Η ιστορία του νησιού (από το 1400 π.χ. κυρίαρχα ελληνική), η σύνθεση του κυπριακού λαού (82% Ε/Κ και 18% Τ/Κ), η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού αυτού για αυτοπροσδιορισμό (βασικότερη δημοκρατική αρχή), καθώς και ο ηρωϊκός αγώνας των Κυπρίων για αυτοδιάθεση (απελευθερωτικός αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959), δεν μπόρεσαν, λόγω υπέρτερων αγγλικών γεωστρατηγικών συμφερόντων, να καθορίσουν την τύχη του νησιού. Λόγω διεθνοποίησης του προβλήματος, στην αρχική του μορφή (αντιαποικιακό), καθώς και εξαιτίας του οικουμενικού τότε ρεύματος ανεξαρτοποίησης των μέχρι τότε αποικιών, όπως επίσης και λόγω του δυσβάσταχτου στρατιωτικο-πολιτικού κόστους σε βάρος του γοήτρου της γηραιάς Αλβιόνος, που επέφερε ο πάνδημος ξεσηκωμός ενός ευρωπαϊκού λαού, του Κυπριακού, η βρετανική διπλωματία υποχρεώθηκε μεν στον συμβιβασμό ανακήρυξης ενός ανεξάρτητου κυπριακού κράτους το 1960, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως, και ο συμβιβασμός αυτός, στην βάση της έξωθεν επιβληθείσας διαιρετικής συνταγματικής διευθέτησης, εισήγαγε στο Κυπριακό έναν αποξενωθέντα, με βάση προηγηθείσες διεθνείς συνθήκες, και άρα, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, καθώς και την δική της (βρετανική) διεθνή δέσμευση [Διάσκεψη Βερολίνου, όπου ανακοινώθηκε επίσημα στις 9 Ιουλίου 1878, ότι η Υψηλή Πύλη και η Μεγάλη Βρετανία είχαν υπογράψει μιαν “αμυντική συμφωνία” στην Κωνσταντινούπολη στις 4 Ιουνίου 1878, με βάση την οποία η Τουρκία εκχωρούσε την Κύπρο στην Αγγλία, αποποιούμενη κάθε διεθνούς δικαιώματος επ’ αυτής.] παράγοντα, τον τουρκικό, μια ριζική αλλαγή δεδομένων, που έμελλε να καθορίσει δραματικά τις ευρύτερες ελληνο-τουρκικές σχέσεις από την δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα.

Η βρετανική εξωτερική πολιτική (τριμερής του Λονδίνου, Lancaster House, η οποία επανέφερε με πλάγιο τρόπο τον τουρκικό παράγοντα στο Κυπριακό) δεν δίστασε, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της μυωπικά βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, να πυροδοτήσει μια εκρηκτική διαμάχη (το κυπριακό στην νεώτερη διάστασή του και οι συνεπακόλουθες επιπτώσεις του στα ελληνο-τουρκικά), που θέτει σε κρίση εδώ και πολλές δεκαετίες, ακόμα και αυτή την ίδια την συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του Ν.Α.Τ.Ο.

Δεν θα καταπιαστούμε, για τους σκοπούς αυτής της ανάλυσης, ούτε με τις επιδόσεις της Βρετανίας στις αποτρόπαιες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο, ούτε με την αθέτηση των δικών της διεθνών δεσμεύσεων.

Περιοριζόμαστε, για τους σκοπούς αυτής της ανάλυσης, να επισημάνουμε ότι, η εισαγωγή του τουρκικού παράγοντα στο Κυπριακό ανέτρεψε την φυσική πορεία των πραγμάτων, αφού ο ρόλος ενός επεκτατικού γείτονα με βλέψεις στην Κύπρο, αυτού της Τουρκίας, ελάμβανε, ελέω Λονδίνου, ουσιαστικό λόγο στα πολιτικά τεκταινόμενα στο νησί.

Η Επεκτατική Πολιτική της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου και η υλοποίηση των συναφών σχεδιασμών της

Ήδη, πριν από την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, η Τουρκία, μέσω των τουρκικών τρομοκρατικών οργανώσεων στην Κύπρο, πρώτα της Βολκάν και μετέπειτα της ΤΜΤ, όπως μετονομάστηκε η πρώτη το 1957,  καθώς και με απευθείας αποστολές όπλων και πυρομαχικών (σύλληψη από τους Βρετανούς στα παράλια της Αμμοχώστου στις 18 Οκτωβρίου  1959 και, ακολούθως, η αυτοβύθιση/παρασιώπιση της αποστολής του τουρκικού πλοίου Deniz, έμφορτου βαρέως τουρκικού οπλισμού και πυρομαχικών, που προορίζονταν για τους Τ/Κ), μεθόδευε την εξάπλωση της επεκτατικής της λαβίδας σε βάρος της Κύπρου, εν γνώσει και με την ανοχή/“ενθάρρυνση” των βασικών διεθνών παραγόντων που επηρεάζουν τις εξελίξεις στο Κυπριακό.

Οι διαιρετικές και αντιλειτουργικές πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αργότερα, το 1960, οι οποίες διαμορφώθηκαν και επιβλήθηκαν, στην ουσία, ερήμην του Κυπριακού λαού, οδήγησαν στα αναμενόμενα από την Τουρκία (και διαβλεπόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο) και καλλιεργηθέντα μεθοδικά από την Άγκυρα αδιέξοδα (μη έγκριση προϋπολογισμού της Κ.Δ., αποχώρηση των Τ/Κ από τα δημόσια λειτουργήματα, απόσυρση το 1963-64 των Τ/Κ σε αποσχιστικούς θύλακες, κ.τ.λ.), με αποτέλεσμα την παράλυση του κράτους της Κ.Δ. το 1963-64 και την έναρξη των καθοδηγούμενων από την Τουρκία διακοινοτικών συγκρούσεων. Αποκαλυπτικό επιστέγασμα των τουρκικών σχεδιασμών, προθέσεων και στοχεύσεων, οι βομβαρδισμοί της περιοχής της δυτικής περιοχής της Κύπρου, της Τυλληρίας, ακόμα και με τις απαγορευμένες βόμβες Ναπάλμ, το 1964, και η απειλή εισβολής, καθώς και η κινητοποίηση για υλοποίησή της, η οποία απετράπη τότε, μόνον εξαιτίας της σφοδρής και αμετακίνητης αντίδρασης των Η.Π.Α. και της Ε.Σ.Σ.Δ.

Όμως επί του εδάφους, ήδη ο ρατσιστικός διαχωρισμός που σχεδίαζε και εφάρμοζε η Τουρκία άρχισε να υλοποιείται, παρά την σχετική απροθυμία των Τ/Κ, που εκβιάστηκαν από την Βολκάν/ΤΜΤ να συγκατανεύσουν στην χωριστή από τους Ε/Κ διαβίωση.

Η παράλληλη μεθόδευση του εμπλεκόμενου διεθνούς παράγοντα για επιβολή διχοτομικής λύσης στο Κυπριακό, φρόντιζε στο μεταξύ, να επιβάλει στην Ελλάδα ένα καθεστώς διακυβέρνησης, πειθήνιο στα κελεύσματά της.

Έτσι, τον Απρίλιο του 1967 καταλαμβάνει με την δύναμη των νατοϊκών όπλων που διέθετε, και χωρίς ουσιαστικά αντίδραση της κυβέρνησης των Η.Π.Α., η ξενοκίνητη χούντα των Συνταγματαρχών, την εξουσία στην Ελλάδα.

Είναι αξιοσημείωτο, για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, αλλά και για την ιστορική καταγραφή, να σημειωθεί ότι, στο απόγειο της δύναμής της και της πλήρους επικράτησής της (μετά από φυλακίσεις και εξορίες των Πολιτικών, καθώς και των Δημοκρατικών πολιτών ολόκληρου του πολιτικού φάσματος), ήτοι, τον Νοέμβριο του 1967, όντας σε διατεταγμένη αποστολή και σπεύδοντας να εκπληρώσει το “γραμμάτιο” που είχε αναλάβει να αποπληρώσει έναντι των πατρώνων της, η Χούντα των Αθηνών διαπράττει το προδοτικό έγκλημα, να συμφωνήσει στον Έβρο με την Τουρκία τον Νοέμβριο του 1967 την απόσυρση από την Κύπρο της ελληνικής μεραρχίας, της μόνης αποτρεπτικής δύναμης έναντι της τουρκικής επιθετικότητας σε βάρος του νησιού. Από την στιγμή εκείνη άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την τουρκική εισβολή, για την οποία και πάλιν η Χούντα έπρεπε να θέσει και το τελικό λιθάρι, με το πραξικόπημα κατά της νόμιμης και διεθνώς αναγνωρισμένης Κυβέρνησης της Κύπρου το 1974. Διερωτάται ο απλός πολίτης, εάν αυτές οι επίορκες πράξεις συνάδουν με το “πατριωτικό” σύνθημα των Συνταγματαρχών: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών»;

Οι μεθοδεύσεις της Χούντας, (με γνωστές χρηματοδοτικές παρεμβάσεις και πηγές), που είχαν στόχο την περαιτέρω αποδυνάμωση του εθνικού μετώπου στο νησί, των αμυντικών δυνατοτήτων και της αποτρεπτικής ικανότητας της μεγαλονήσου (με την δράση της Ε.Ο.Κ.Α. Β΄, το Μητροπολιτικό Πραξικόπημα, τις επιθέσεις εναντίον αστυνομικών σταθμών και στρατιωτικών αποθηκών όπλων και πυρομαχικών, όπως και των δολοφονικών απόπειρων εναντίον του νόμιμα εκλεγέντος Προέδρου της Κ.Δ.), προετοίμασαν με χειρουργική ακρίβεια την κατάρρευση της αμυντικής θωράκισης της Κύπρου.

Όταν δε επήλθε το πλήρωμα του χρόνου και η Τουρκία είχε προετοιμάσει τον αποβατικό της στόλο, που δεν διέθετε το 1964, η Χούντα των Αθηνών ξεκίνησε το 1974 απροκάλυπτα πλέον την αμφισβήτηση του Προέδρου Μακαρίου. Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αντιδρά στα τεκταινόμενα, απλά επισπεύδοντας το καθόλα προετοιμασμένο και προαποφασισμένο πραξικόπημα. Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί, ο πανομοιότυπος σχεδιασμός και εκτέλεση του πραξικοπήματος στην Κύπρο, με το αντίστοιχο πραξικόπημα στην Ελλάδα το 1967, λες και επρόκειτο για φωτοτυπία του. Σε κάθε λεπτομέρεια έγινε μια αντιγραφή του ίδιου σεναρίου, συμπεριλαμβανομένων των ανακοινωθέντων και των εμβατηρίων, αφού προήρχετο από τα ίδια μαγειρεία γνωστών μυστικών υπηρεσιών.

Η Άγκυρα, καλά πληροφορημένη/ενημερωμένη και με αποδεδειγμένους συνεργούς επί του εδάφους, ξεκινά για τον “περίπατο” της εισβολής. Παρά την ουσιαστικά ανύπαρκτη άμυνα, την παντελή έλλειψη αεροπορικής και ναυτικής κάλυψης, η κυπριακή άμυνα πετυχαίνει απρόσμενες επιτυχίες. Μόνο με την δολιότητα της ανακωχής και της προαποφασισμένης παραβίασής της, αν και συμφωνηθείσα από την ίδια την Τουρκία, οι τουρκικές δυνάμεις (ο δεύτερος ισχυρότερος στρατός του Ν.Α.Τ.Ο.) επιτυγχάνουν να επικρατήσουν ενός ουσιαστικά αόπλου μικρού νησιού.

Το μέγεθος, ο συντονισμός, η εκτέλεση, το είδος και ο αριθμός των δυνάμεων, που εκτέλεσαν την απόβαση και την εισβολή, αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας τον μακροχρόνιο σχεδιασμό της Άγκυρας για το συγκεκριμένο εγχείρημα. Δεν προετοιμάζεις και εκτελείς μιας τέτοιας κλίμακας επιχείρηση, μόνον μέσα σε λιγότερο από πέντε ημέρες (15 Ιουλίου 1974 το πραξικόπημα, ξημερώματα 20 Ιουλίου 1974 η εισβολή). Και ασφαλώς, οι φίλοι σύμμαχοι, που διαθέτουν στρατηγεία και μυστικές υπηρεσίες στην “πολύτιμη” σύμμαχο Τουρκία, δεν μπορούν να επικαλεστούν ούτε καν το άλλοθι της άγνοιας για τέτοιου μεγέθους κινητοποιήσεις και μαζικές μετακινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων!

Η επικράτηση των ιδίων συμφερόντων κάθε διεθνούς αμφικτυονίας, που προγενέστερα απέτρεψαν αντίστοιχες μεθοδεύσεις της Τουρκίας, τόσο της νατοϊκής, όσο και της αντινατοϊκής, αποτρέπουν την  όποια ουσιαστική αντίδραση στο διεθνές επίπεδο στην παράνομη εισβολή της Τουρκίας.

Τα Τετελεσμένα της Εισβολής και της Κατοχής

Έτσι, δημιουργήθηκε ένα δραματικό τετελεσμένο επί του εδάφους, η παράνομη κατοχή του 32.4% του εδάφους της Κ.Δ. από 40.000 Τούρκους στρατιώτες και με βαρύ οπλισμό.

Η Χούντα των Αθηνών, αφού ολοκλήρωσε το έργο της και παρέδωσε ουσιαστικά αμαχητί την Κύπρο, (προαιώνια ελληνική), σε “Τούρκους Μωαμεθανούς”, (σε αντιπαραβολή με το εύηχο σύνθημα “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”!), εξοφλώντας το χρέος προς τους πάτρονές της, διελύθη στα εξ ων συνετέθη.

Ο μακροπρόθεσμος και μεθοδικός τουρκικός σχεδιασμός διχοτόμησης της Κύπρου υλοποιείται πλέον βήμα με βήμα, αφού ακολουθεί η προσχεδιασθείσα ανακήρυξη του “ομόσπονδου κρατιδίου”, αρχικά, της “Τουρκικής Ομόσπονδης Πολιτείας της Κύπρου” το 1975, και η μονομερής ανακήρυξη του ψευδοκράτους της “Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου” στις 15 Νοεμβρίου 1983. Η Τουρκία ασφαλώς, που προσποιείται ότι δήθεν δεν μετέχει στα εσωτερικά των Τ/Κ, σπεύδει, εντελώς συμπτωματικά, μόνη σε ολόκληρο τον κόσμο, να αναγνωρίσει αμέσως το ψευδοκράτος και να ανταλλάξει “Πρέσβεις” με αυτό.

Η Διεθνής Νομική Κατοχύρωση της Κυπριακής Δημοκρατίας

Τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. 541 του 1983 και 550 του 1984, αντίστοιχα, αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν το ισχυρότερο διεθνές ανάχωμα προστασίας του κράτους της Κ.Δ. απέναντι στους τουρκικούς σχεδιασμούς, ενώ παράλληλα, καταδίκασαν το αποχιστικό Τ/Κ μόρφωμα στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου στην παρανομία και την διεθνή απομόνωση. Τα Ψηφίσματα αυτά χαρακτηρίζουν τις αποσχιστικές ενέργειες της Τουρκίας στην Κύπρο, παράνομες, άκυρες και άνευ νομικού αποτελέσματος. Καλούν δε ολόκληρη την διεθνή κοινότητα, να μην αναγνωρίσει το ψευδοκράτος και ούτε καν να το διευκολύνει με οιονδήποτε τρόπο. Η νόμιμη στάση της Διεθνούς Κοινότητας απέναντι στο έγκλημα της επιθετικότητας στην Κύπρο και η διεθνής παρανομία που επιτέλεσε και συντηρεί η Τουρκία στο νησί, οδήγησαν στον εξοστρακισμό του ψευδοκράτους από τα νόμιμα μέλη της διεθνούς κοινωνίας, και αυτά τα δεδομένα ευθύνονται αποκλειστικά, για την δήθεν απομόνωση των Τ/Κ, που επικαλείται με δραματικό τόνο συχνά-πυκνά η Άγκυρα, και κανένας άλλος.

Η λιλλιπούτεια Διπλωματική Υπηρεσία της Κ.Δ. τότε, το 1983 και 1984, επιτέλεσε έναν άθλο τεραστίων διαστάσεων, αφού κατόρθωσε να προωθήσει επιτυχώς την υιοθέτηση των πιο πάνω Ψηφισμάτων, παρά την λυσσαλέα αντίδραση της Άγκυρας και των υποστηρικτών της.

Όμως, με 40.000 πάνοπλους στρατιώτες κατοχής και με τον συστηματικό εποικισμό της κατεχόμενης Κύπρου από Τούρκους πολίτες, (ένα άλλο διεθνές έγκλημα πολέμου), καθώς και με τον οικονομικό και πολιτικό εναγκαλισμό της Άγκυρας επί του ψευδοκράτους, τα δεδομένα επί του εδάφους έδειχναν να παγιώνονται ανεπιστρεπτί.

Η Πρώτη Καταλυτική Αλλαγή Δεδομένων στην Διπλωματική Σκακιέρα για το Κυπριακό

Όπως όμως διακηρύττει ένα βασικό αξίωμα της Διεθνούς Διπλωματίας, που είναι και η ουσία του παρόντος άρθρου, «εάν δεν μπορείς να αλλάξεις ένα παιγνίδι/πρόβλημα/διαμάχη, αλλάζεις τις παραμέτρους του», αυτό χρειάστηκε να εφαρμοστεί σε αυτή την φάση και στην περίπτωση της Κύπρου. Επίσης, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο Robert J. Moore, «Εάν η πολιτική είναι η τέχνη του δυνατού/εφικτού, η διπλωματία είναι η τέχνη, του να οδηγείς το δυνατό/εφικτό, πέραν των τοπικών του διαστάσεων».

Η πρώτη καταλυτική αλλαγή στην δραματική παγίωση της κατοχικής πραγματικότητας στην Κύπρο, ήρθε, μέσω της ιδιοφυούς σύλληψης ενός διορατικού και πραγματιστή, Κυπρίου στην καταγωγή, Έλληνα Διπλωμάτη, του Γιάννου Κρανιδιώτη. Η πρωτοφανής επιτυχία του, να διασυνδέσει την απρόσκοπτη ένταξη της Κ.Δ. στην Ε.Ε., με το αντάλλαγμα της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας στην ίδια την Ένωση (Ελσίνκι 1999), έφερε θεσμικά την Κύπρο στην ευρωπαϊκή οικογένεια, μετατρέποντας έτσι το Κυπριακό σε ευρωπαϊκό ζήτημα. Η συνακόλουθη διακαής επιθυμία της Τουρκίας να ενταχθεί και αυτή στην Ε.Ε., δίδει για πρώτη φορά ουσιαστικό λόγο στην Λευκωσία έναντι των τουρκικών ευρύτερων επιδιώξεων.

Το 2004, η Κ.Δ. γίνεται ισότιμο μέλος της Ένωσης, συναποφασίζοντας έκτοτε, σε ότι αφορά την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, με ότι αυτό συνεπάγεται για το Κυπριακό.

Η ύπαρξη συμμάχων της Τουρκίας εντός της Ένωσης, καθώς και η υποχωρητικότητα των Βρυξελλών έναντι των τουρκικών μονομερών διεκδικήσεων στην “ενταξιακή” της πορεία, απέτρεψαν μέχρι στιγμής την καταλυτική επίδραση της ένταξης της Κ.Δ. στην επίλυση του Κυπριακού. Ο ευρωπαϊκός όμως παράγοντας παραμένει κλειδί στην όλη συναφή προσπάθεια. Η αναγκαιότητα εξεύρεσης “ευρωπαϊκής” λύσης στο Κυπριακό εντάσσεται στις καταλυτικές επιπτώσεις του «Σχεδίου Κρανιδιώτη».

Η Δεύτερη Δραματική Αλλαγή Δεδομένων στο Κυπριακό

Η δεύτερη καταλυτική αλλαγή δεδομένων στο Κυπριακό, προήλθε από έναν μαθητή, φίλο και θιασώτη της Διπλωματικής Σχολής Σκέψης Κρανιδιώτη, τον συντάκτη της παρούσας ανάλυσης.

Ποια ήσαν όμως τα νέα δεδομένα στην πολυμερή εξίσωση του Κυπριακού;

Η Τουρκία, στο μεταξύ, πράγματι, αφού έκανε λάθος εκτίμηση πολιτικής αρχικά, έβλεπε την Κ.Δ. να προχωρά και να εντάσσεται στην Ε.Ε., ενώ η δική της ευρωπαϊκή προοπτική βολόδερνε σε ατελέσφορες και ελλειπείς προσεγγίσεις των ευρωπαϊκών τεχνοκρατικών κριτηρίων.

Επιπλέον, η Άγκυρα, αφού πίστεψε ότι οι Ευρωπαίοι διακατέχονται από την δική της οθωμανική νοοτροπία, σύμφωνα με την οποία, και ο πλέον πεπεισμένος σε βάση αρχών διαπραγματευτής για την ορθότητα των θέσεών του μπορεί να υποχωρήσει απέναντι στο πιεστικό/εκβιαστικό ανατολίτικο παζάρι (διεκδίκα συνεχώς, χωρίς να εκπληρώνεις τις αντίστοιχες υποχρεώσεις σου και ο αντισυμβαλλόμενος θα υποχωρήσει !), θεώρησε ότι δίχως να εκπληρώσει τα προαπαιτούμενα και προϋποθέσεις (τα κριτήρια) για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα μπορούσε με ένα υγειινό περίπατο να κατακτήσει τις Βρυξέλλες. Βεβαίως, στην όλη ευρωπαϊκή πορεία της μέχρι σήμερα, ευθύνονται για την θρασεία αυτή προσέγγισή της και γνωστοί εταίροι της Ένωσης, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση υποστηρίζουν την έναντι οιουδήποτε κόστους και συμβιβασμού αρχών και κανόνων μη παρεμπόδιση της ευρωπαϊκής “προσέγγισης” της Τουρκίας.

Έτσι, και το νομικό/θεσμικό προαπαιτούμενο, της αναγνώρισης από την Άγκυρα ενός από τα εικοσιοκτώ σήμερα αντισυμβαλλόμενα μέρη (τα κράτη μέλη της Ένωσης), αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ επαναλαμβάνεται σταθερά και με τη δέουσα διαδικαστική απολυτότητα, εντούτοις, ελέω και των γνωστών φιλοτουρκικών κύκλων και εντός των θεσμών της Ε.Ε., μένει ανεκπλήρωτο. Στο μεταξύ η Τουρκία συνεχίζει, έστω και με αργούς ρυθμούς (ασφαλώς για άλλους από τους αναλυόμενους πολιτιστικούς/ιδεολογικούς λόγους), την προσέγγιση προς την ολοκλήρωση της ενταξιακής της διαδικασίας.

Επιπλέον, σημειώνεται ότι, με τέτοιες προσεγγίσεις, αυτοαναιρείται, θεσμικά και ιδεολογικά, η ίδια η Ε.Ε. Αυτό συμβαίνει, διότι με τον τρόπο αυτό “φάσκει και αντιφάσκει”, αφού η Ένωση σταθερά στις περιπτώσεις: παραβιάσεων από αντι-ατλαντικές δυνάμεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών της Δημοκρατίας, της ελευθερίας του Τύπου, της προστασίας του κράτους δικαίου,( για να μην μιλήσει κανένας, για τις περιπτώσεις παράνομης εισβολής και κατοχής), σπεύδει ασθμαίνως να καταδικάσει και να τιμωρήσει, ακόμα και με κυρώσεις, τέτοιους παραβάτες, στην περίπτωση της Τουρκίας, προσποιείται ότι οι παρανομίες αυτές δεν υφίστανται ή/και ότι δικαιολογούνται! “Δύο μέτρα και δύο σταθμά”.

Με τέτοια δεδομένα, δυστυχώς, ο καταλύτης της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, της επίτευξης μιας κοινά αποδεκτής και σύμφωνης με το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο λύσης του Κυπριακού.

Έτσι, έπρεπε να ανευρεθεί άλλος καταλυτικός παράγοντας, ο οποίος να μπορούσε να ταράξει τα μετά την ένταξη της Κ.Δ. στην Ε.Ε. στάσιμα νερά, και να παρακινήσει Ευρωπαίους, Αμερικάνους, Ρώσους και άλλους διεθνείς ιθύνοντες παράγοντες, στο να πιέσουν αποτελεσματικά την Άγκυρα, ώστε να πράξει το αυτονόητο και αυτό που και την ίδια θα ωφελούσε, δηλαδή, να συμβάλει στη λύση του Κυπριακού.

Ποιός θα μπορούσε να ήταν ένας τέτοιος ανατρεπτικός παράγοντας; Μόνον, μια άλλη διάσταση των δυνατοτήτων της Κύπρου, ως οικονομικού, πολιτικού, γεωστρατηγικού και περιφερειακού οχήματος, αλλαγής των δεδομένων στην ευρύτερη περιοχή, και όχι μόνο.

Ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, σημειώνεται ότι ο συντάκτης της παρούσας ανάλυσης, όντας ειδικός στα θέματα του Δικαίου της Θάλασσας, (Διδακτορικό από βρετανικό Πανεπιστήμιο, συγγραφή βιβλίου για το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου και άλλη συναφή αρθρογραφία), επιδίωξε εδώ και δεκαετίες (από το 1986) να εισάξει αυτόν τον ανατρεπτικό παράγοντα και στις ελλαδοτουρκικές σχέσεις, όμως χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Από το 1989, ότε και εντάχθηκε στις τάξεις του Διπλωματικού Σώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προσπαθούσε με κάθε ευκαιρία να εισάξει αυτόν τον ανατρεπτικό παράγοντα στο Κυπριακό.

Το 2004, τύχη αγαθή, ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, είχε αναθέσει στον συντάκτη της ανάλυσης, λόγω ακριβώς της εμπειρογνωμοσύνης του, την συμμετοχή του σε δύο Ομάδες Εργασίας (διαπραγματεύσεων) στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για επίλυση του Κυπριακού στη βάση του Σχεδίου Αννάν, αυτήν για θέματα του Υπουργείου Εξωτερικών και αυτήν για Θέματα του Δικαίου της Θάλασσας.

Κατά τις συνομιλίες για τα θέματα του Δικαίου της Θάλασσας, η Τ/Κ πλευρά, καθοδηγούμενη από Τούρκο καθηγητή, απαιτούσε όπως: α) το μελλοντικό ομόσπονδο κυπριακό κράτος που θα ανέκυπτε από ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού, να διέθετε μόνον 20% των θαλασσίων ζωνών δικαιοδοσίας προς βορρά, ενώ η Τουρκία 80%, επικαλούμενη διάφορα ανεδαφικά, με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας, επιχειρήματα, και β) το μελλοντικό ομόσπονδο κυπριακό κράτος που θα ανέκυπτε από ενδεχόμενη λύση, να μην εδικαιούτο σε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη!

Η ώρα της δικαίωσης των μακροχρόνιων προσπαθειών του συντάκτη της ανάλυσης αυτής είχε φθάσει. Σε σημείωμά του προς την ηγεσία του Υπουργείου και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εξέθετε τα όσα επισυνέβησαν κατά την διάρκεια των προαναφερόμενων διαπραγματεύσεων, υποδεικνύοντας την δικαίωση των από καιρού εισηγήσεων του για ανακήρυξη κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (εφεξής Α.Ο.Ζ.), καθώς και για συνομολόγηση διμερών Συμφωνιών οριοθέτησης της κυπριακής Α.Ο.Ζ. με την αντίστοιχη των γειτονικών της Κύπρου παράκτιων χωρών. Η διορατικότητα και η εμπιστοσύνη του τότε Προέδρου προς την εμπειρογνωμοσύνη έκαναν το θαύμα τους. Δόθηκαν οδηγίες από τον ίδιο τον Πρόεδρο προς τον τότε Υπουργό Εξωτερικών, να παρασχεθεί στον συντάκτη της παρούσας ανάλυσης, κατά προτεραιότητα, η ανάθεση του καθήκοντος υλοποίησης των συναφών εισηγήσεών του.

Έτσι, εντός του 2004, ο υποφαινόμενος, συνέταξε την Νομοθεσία για Ανακήρυξη της κυπριακής Α.Ο.Ζ., την μετάφρασε αγγλικά και την απέστειλε για κατάθεση ενώπιον του Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε., όπως και έγινε, κατοχυρώνοντας με τον τρόπο αυτό διεθνώς τα συναφή δικαιώματα της Κύπρου. Στην συναφή νομοθεσία οριζόταν, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Δικαίου της Θάλασσας ότι, η Α.Ο.Ζ. της Κύπρου εκτείνεται μέχρι του σημείου που θα ορισθεί, μέσα από διμερείς συμφωνίες οριοθέτησης με τις γειτονικές παράκτιες χώρες, και όπου δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, μέχρι την Μέση Γραμμή ή την Γραμμή Ίσης Απόστασης.

Επίσης, σε έγγραφη διαμαρτυρία της Τουρκίας, η οποία κατατέθηκε στα Ηνωμένα Έθνη, για την συναφή κυπριακή πρωτοβουλία, ο συντάκτης της ανάλυσης απάντησε με κατάθεση εγγράφων αποστωμοτικών νομικών επιχειρημάτων.

Σύντομα, και πάλιν με πρωτοβουλία του υποφαινομένου, συνομολογήθηκαν συμφωνίες διμερούς οριοθέτησης μεταξύ Κ.Δ. και της Αιγύπτου, όπως και με το Ισραήλ, ενώ παρόμοια συμφωνία υπογράφηκε και με τον Λίβανο, η οποία όμως δεν κυρώθηκε, λόγω της πολιτικής αστάθειας στην χώρα, ιδίως στους κόλπους του κοινοβουλίου της.

Η μεγάλη ανατροπή στα υφιστάμενα δεδομένα στο Κυπριακό και την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά.

Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε με την ανακάλυψη των πρώτων σημαντικών κοιτασμάτων Φυσικού Αερίου και Πετρελαίου (Υδρογονανθράκων) σε ολόκληρη την ευρύτερη υποθαλάσσια περιοχή της Α.Ο.Ζ. της Ανατολικής Μεσογείου, τα οποία σύμφωνα με τις μελέτες του συντάκτη της ανάλυσης, αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου έναντι των μη ανακαλυφθέντων ακόμα κοιτασμάτων.

Οι γεωπολιτικές και οικονομικοστρατηγικές συνέπειες αυτών των ενεργειών και συνακόλουθων πολιτικών παρεμβάσεων σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο, αρκούν για να καταδείξουν την επιβεβαίωση του βασικού αξιώματος που αναδεικνύει και αυτή η ανάλυση: «Όταν μια εξίσωση δεν ικανοποιεί, αλλάζεις τους παράγοντες/τα δεδομένα της».

Οικονομικά, η Κύπρος αποκτά για πρώτη φορά προοπτική ανάπτυξης ως παραγωγός Υδρογονανθράκων, εξέλιξη που και αυτή την οικονομική κρίση που αντιμετώπισε πρόσφατα, μπορεί να εξαλείψει από τον ορίζοντα, εάν επικρατήσει σωφροσύνη και περίσκεψη στην διαχείρησή και μη ανάλωσή της στο βωμό πρόσκαιρων ανταλλαγμάτων ήπιου κλιματος στο Κυπριακό.

Η ίδια η Ε.Ε. βρίσκει, και μέσω των πρωτοβουλιών της Κύπρου, προοπτική απεμπλοκής από υφιστάμενα μονοπώλια ενεργειακής τροφοδοσίας, αφού, μέσα από τις τριμερείς και άλλες συναφείς συμμαχίες και συνεργασίες της Κ.Δ. στον ενεργειακό τομέα με παράκτιες χώρες της περιοχής, η προοπτική εναλλακτικής τροφοδοσίας για την Ευρώπη, μέρα με την ημέρα, κερδίζει έδαφος.

Ο διεθνής παράγοντας, με τις αμερικανικές, γαλλικές, ιταλικές, κορεάτικες, ισραηλινές και άλλες εταιρίες κολοσσούς που επενδύουν και εμπλέκονται στον στίβο της εξόρρυξης υδρογονανθράκων από τις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου, προσθέτει αμυντική, στρατηγική, γεωπολιτική και οικονομική ασπίδα έναντι των όποιων αμφισβητήσεων της Άγκυρας.

Το ίδιο το Κυπριακό, και αυτή η πτυχή είναι για εμάς η σημαντικότερη, με τα νέα αυτά δεδομένα ως τον νέο ισχυρότερο του καταλύτη, μπαίνει σε νέα διάσταση. Αυτό συμβαίνει, αφού η προοπτική της εναλλακτικής όδευσης προς την Ε.Ε. ενεργειακής τροφοδοσίας, μαζί με τις τουρκικές επιδιώξεις να καταστεί η Τουρκία εναλλακτικός ενεργειακός παράγοντας, διοχετεύοντας τους κυπριακούς, αιγυπτιακούς, ισραηλινούς και τους αντίστοιχους άλλων γειτονικών ενδεχομένως χωρών, υδρογονάνθρακες, υποχρεωτικά, μέσω Κύπρου, προς την Τουρκία, υποχρεώνει την Άγκυρα να επανεκτιμήσει τις παγιωμένες θέσεις της στο Κυπριακό. Η εναλλακτική αυτή υποστηρίζεται και από τον επίσης φλεγόμενο για το θέμα διεθνή παράγοντα, αφού τον θεωρεί ως την πλέον συμφέρουσα και πρακτικά πλέον εφικτή.

Τέλος, σε μια φλεγόμενη από ανατροπές, τρομοκρατία, μετανάστευση, συγκρούσεις θρησκειών και πολιτισμών ευρύτερη περιοχή, ένα υπόδειγμα ειρηνικής και αμοιβαία επωφελούς επίλυσης ενός χρόνιου και ανάλογης περιπλοκότητας προβλήματος, όπως το Κυπριακό, το οποίο αποτελεί παράλληλα και πηγή απειλής για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, θα παρείχε στις ηγέτιδες χώρες της υφηλίου, το πολυπόθητο πρώτυπο, στην προσπάθεια να πεισθούν οι δύσπιστοι αντιμαχόμενοι της ευρύτερης περιοχής, ότι η ειρηνική συμβίωση διαφορετικών κουλτούρων και θρησκειών είναι εφικτή και προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων και της ανθρωπότητας.

Επαγωγικό Συμπέρασμα

Το τελικό δίδαγμα αυτής της ανάλυσης είναι ότι, για την ορθή και διορατική Διπλωματία δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα. Εκεί όπου παρατηρείται στασιμότητα, παγίωση δεδομένων και τελμάτωση, αναζητείται ο νέος ανατρεπτικός παράγοντας (changing the game factor), ο οποίος θα ανατρέψει τον εφησυχασμό και την μονιμότητα μιας εκτροπής στην διεθνή δικαιοταξία, οδηγώντας τα πράγματα σε κινητικότητα και προσφέροντας δελεαστικά κίνητρα σε όλους τους εμπλεκόμενους, προκειμένου να εξευρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση. Το ζήτημα της Κύπρου και του Κυπριακού παρουσιάζουν μια τέτοια περίπτωση/μελέτη, όπου τα νέα δεδομένα, με σοφή, σώφρονα και διορατική προσέγγιση, μπορούν να φέρουν το πολυπόθητο αποτέλεσμα, της παραδειγματικής λύσης ενός χρονίζοντος διεθνούς προβλήματος.

Ήδη, οι καρποί των δύο καταλυτικών πρωτοβουλιών, που σκιαγραφούνται στην παρούσα ανάλυση, άρχισαν να εμφανίζονται και να ωριμάζουν. Εναπομένει η επαρκής (Αριστοτέλεια επάρκεια) διαχείριση και αξιοποίησή τους, χωρίς συμβιβασμούς σε υποδεέστερης σημασίας τακτικούς ελιγμούς, αφού η αλλαγή των ουσιαστικών δεδομένων δεν είναι σύνηθες φαινόμενο και απαιτεί μακροχρόνιους σχεδιασμούς και αντίστοιχη συνεπή υλοποίησή τους.

 *Η παρούσα ανάλυση παρουσιάζει προσωπικές απόψεις του συντάκτη της, Δρ. Μιχάλη Σταυρινού, υπό την ιδιότητά του ως Διεθνολόγος και Αναλυτής, και δεν αντανακλούν καθοιονδήποτε τρόπο θέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, του οποίου αποτελεί στέλεχος.

Tags : ΑμυναΓεωπολιτικήΔιεθνες ΔικαιοΔιπλωματίαΕλλάδαΕνέργειακυπροςΤουρκια