close
Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ειδικότερα μετά το πραξικόπημα, βρίσκονται σε ύφεση. Η πρόσφατη επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, είχε σκοπό να βελτιώσει το κλίμα. Ωστόσο οι φήμες που κυκλοφορούν, σχετικά με την μετεγκατάσταση των στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών από την Τουρκία στη Ρουμανία, σηματοδοτούν μια νέα εποχή στις σχέσεις ΗΠΑ- Τουρκίας.

Από την ημέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος, ο Πρόεδρος Ερντογάν επαναλαμβάνει πως ο Γκιουλέν –ο οποίος μένει στις Ηνωμένες Πολιτείες- και οι υποστηρικτές του, ήταν πίσω από το σχέδιο της δολοφονίας του και της ανατροπής της κυβέρνησης. Πολλοί ισχυρίζονται πως όλο αυτό δεν ήταν παρά μια καλά σκηνοθετημένη προβοκάτσια, ανάλογη με την πυρπόληση του Ράιχσταγκ, προκειμένου να εξαλειφθούν οι πολιτικοί αντίπαλοι του Ερντογάν, ώστε να εδραιωθεί στην εξουσία. Το μέγεθος της οργάνωσης και οι δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν για το πραξικόπημα, δείχνει πως δεν μπορεί να πρόκειται για προβοκάτσια, αλλά με τον Ερντογάν όλα είναι πιθανά. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το αποτυχημένο πραξικόπημα έδωσε στον Ερντογάν όχι μόνο μια ευκαιρία, αλλά και τη λαϊκή εντολή για να εξαφανίσει όλους τους αντιπάλους του.

Οι ΗΠΑ παρακολούθησαν όλες αυτές τις εξελίξεις από κάποια απόσταση. Μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, υπήρξε μια χλιαρή στήριξη προς την κυβέρνηση Ερντογάν, ωστόσο αυτό που έχει προκαλέσει το ρήγμα μεταξύ των δύο στενών συμμάχων είναι η επιφυλακτικότητα των ΗΠΑ να παραδώσουν τον Γκιουλέν στις τουρκικές αρχές.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, φαίνεται πως συνεχίζεται η εκκαθάριση των υποστηρικτών του Γκιουλέν, καθώς και οποιασδήποτε άλλης πιθανής αντιπολιτευτικής φωνής. Σε διεθνές επίπεδο, γίνονται κινήσεις που σηματοδοτούν τεκτονικές αλλαγές για την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Μετά την αποκατάσταση των σχέσεων με το Ισραήλ, ήρθε η αποκατάσταση και ισχυροποίηση των δεσμών με τη Ρωσία. Στον απόηχο του αναδυόμενο άξονα Ρωσίας- Ιράν, αυτό συνιστά μια τεράστια απώλεια για τις ΗΠΑ, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Η θέση, η ισχύς και οι δυνατότητες της Τουρκίας, την καθιστούν ως έναν από τους πιο σημαντικούς γεωστρατηγικούς συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή –αν όχι στον κόσμο. Η Τουρκία διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και η αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ βόηθησε να περιορίσει τη Ρωσία για δεκαετίες. Τώρα αυτό μπορεί να αλλάξει ολοκληρωτικά. Στο μέτωπο της Συρίας, μια τουρκική ουδετερότητα, ή ακόμα χειρότερα υποστήριξη, θα μπορούσε να γύρει την πλάστιγγα υπέρ του Άσαντ, προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στις γεωπολιτικές φιλοδοξίες των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Ταυτόχρονα, η Ρωσία δεν θα βλέπει την Τουρκία ως ένα μεγάλο αγκάθι, αλλά δυνητικά ως ένα πολύτιμο εταίρο ο οποίος θα της εξασφαλίσει απρόσκοπτη πρόσβαση σε όλη τη Μεσόγειο.

Στην Τουρκία φαίνεται πως εξελίσσεται μια μεταμόρφωση τόσο στην εθνική της ταυτότητα, όσο και στη θέση της στη διεθνή κοινότητα. Η πιθανή απώλεια της Τουρκίας δεν θα είναι απλά, ακόμα μία αποτυχία της κυβέρνησης Ομπάμα, αλλά ένα μακροπρόθεσμο πλήγμα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Tags : NATOΑμυναΓεωπολιτικήΗνωμένες ΠολιτείεςΙράνΡωσίαΣυριαΤουρκια
Luis Durani

The author Luis Durani