Loading Posts...

Το τελευταίο χρονικό διάστημα η περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής (γνωστή και ως MENA) απασχολεί την διεθνή γνώμη εξαιτίας των αναταραχών που είναι απόρροια της Αραβικής Άνοιξης από το 2011 και έπειτα. Η παρουσία του ISIS, η συριακή κρίση και το ήδη τεταμένο κλίμα δεν είναι τα μόνα σημαντικά ζητήματα που εντοπίζονται στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς λόγω της κλιματικής αλλαγής η έλλειψη υδάτινων πόρων αναδύεται ως ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα. Η αυξανόμενη ζήτηση νερού λόγω της ραγδαίας δημογραφικής ανόδου ελλοχεύει κινδύνους για νέες μελλοντικές συγκρούσεις γύρω από το νερό, ιδίως για τα παρόχθια κράτη.  Συγκεκριμένα η ζήτηση νερού θα αυξηθεί κατά 35-45% έως το 2035. Το νερό διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στον τομέα της γεωργίας και της οικονομίας όσο και της υγείας. Η σπουδαιότητα του νερού, ιδίως για το μέλλον, αναδεικνύεται από το «Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας» του Ο.Η.Ε , καθώς μέσα σε αυτούς είναι η μείωση του ποσοστού ανθρώπων που δεν έχουν πρόσβαση σε νερό.  Χαρακτηριστική είναι και η δήλωση του Γ.Γ του Ο.Η.Ε Μπαν Κι Μουν πως η λειψυδρία είναι ένα ισχυρό καύσιμο για πολέμους και συγκρούσεις. Στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική λόγω των ξηρασιών των τελευταίων ετών μεγάλες περιοχές έχουν ερημοποιηθεί, ενώ από το 2003 έως το 2010 περιοχές όπως η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ κατά μήκος των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη έχασαν 144 κυβικά χιλιόμετρα γλυκού νερού. Η ζώνη MENA (Middle East North Africa) πέρα από τα ακανθώδη ζητήματα κάθε χώρας στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό έχει να αντιμετωπίσει την διαφαινόμενη κρίση στον τομέα του νερού. Αυτή η κατάσταση κατά πόσο ενδέχεται να επιδεινωθεί λόγω περιοχών όπως ο Νείλος, ο Τίγρης και ο Ευφράτης αλλά και η αραβική χερσόνησος στις οποίες εγκυμονούν διασυνοριακές διαφορές βασισμένες στην έλλειψη υδάτων;

Μείωση υδάτινων πόρων σε Μέση Ανατολή-Βόρεια Αφρική και αποσταθεροποίηση

Η πολιτική αβεβαιότητα, η δημογραφική άνοδος, η κλιματική αλλαγή αλλά και η γρήγορη αστικοποίηση βάζουν Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική σε αχαρτογράφητα νερά. Η ήδη υπάρχουσα αποσάθρωση επηρεάζεται αρνητικά από τα προβλήματα που σχετίζονται με τους υδάτινους πόρους. Οι συνθήκες διαβίωσης αναμένεται να υπονομευθούν καθώς η τροφή, η υγιεινή και η αντιμετώπιση ασθενειών εξαρτώνται από την πρόσβαση σε καθαρό νερό.  Αυτές οι κοινωνίες που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα γίνονται τρωτές, ευμετάβλητες. Η αδυναμία των κατοίκων να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες, ιδίως στις επαρχίες, τους οδηγεί στο περιθώριο ευνοώντας τοιουτοτρόπως την δράση εξτρεμιστικών στοιχείων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως το Ισλαμικό Κράτος έχει κυριαρχήσει σε περιοχές πλησίον του Τίγρη και Ευφράτη και σε παραποτάμους τους. Αυτό υποδηλώνει τον στρατηγικό ρόλο της πρόσβασης και ελέγχου των υδάτων.

Το πιο πρόσφατο στοιχείο που δικαιολογεί την αλληλένδετη σχέση περιβάλλοντος και αποσταθεροποίησης στην περιοχή είναι η γενεσιουργός αιτία της συριακής κρίσης του 2011, που αφορά την παρατεταμένη περίοδο ξηρασίας. Η περίοδος 2006-2010 σημαδεύτηκε από βαθιά ξηρασία στην Συρία, ενώ ο Πρόεδρος Μπασάρ Αλ Άσαντ δεν εφήρμοσε κάποιο σχέδιο για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Εξαιτίας της άγονης περιόδου αναδύθηκαν ζητήματα όπως ανεργία, εξαθλίωση, διαφθορά και μετανάστευση στα ήδη πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα. 1,5 εκατομμύριο αγρότες μετανάστευσαν από τις αγροτικές περιοχές, καθώς το βιοτικό τους επίπεδο μειώθηκε αισθητά. Η συσσώρευση αυτή δυσκόλεψε την ζωή στα αστικά κέντρα, με τους ανθρώπους να έχουν περιορισμένη πρόσβαση στο νερό αλλά και στον ηλεκτρισμό. H μείωση στο νερό από το υπέδαφος συνοδεύτηκε από την αισθητή μείωση στις βροχοπτώσεις ενώ παράλληλα σημειώθηκε αύξηση στις θερμοκρασίες γεγονός που επιβάρυνε την ήδη παρακμάζουσα κατάσταση.

Η MENA αν και αντιπροσωπεύει το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού καλύπτει μόλις το 1,5% των πηγών   «γλυκού» νερού στον κόσμο. Αναλογιζόμενοι την αύξηση του πληθυσμού κατά 2% κάθε χρόνο, γρηγορότερα από κάθε άλλη περιοχή στον κόσμο, τα προβλήματα θα είναι ορατά από την ανεπάρκεια. Ειδικά, η κατά κεφαλήν αναλογία νερού στην συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη είναι κάτω από το όριο της φτώχειας , δηλαδή τα 1000 κ.μ. Αξίζει να σημειωθεί πως από το 1967 έως το 2011 έχει χαθεί το 60% των πηγών νερού.   Επιπλέον οι υδάτινες συνθήκες αναμένεται να επιδεινωθούν τα επόμενα 25 χρόνια θέτοντας σε κίνδυνο τόσο την οικονομική ανάπτυξη όσο και την ασφάλεια της περιοχής, καθώς με την μειωμένη πρόσβαση σε νερό είναι εφικτό μία κοινωνία να διαταραχθεί.

Επάρκεια νερού και οικονομία είναι δύο έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες, καθώς η γεωργία , τομείς βιομηχανίας, δασολογία, κτηνοτροφία αλλά και η ανθρώπινη ανάπτυξη χρειάζονται ασφάλεια νερού. Περισσότερο από κάθε άλλο τομέα της οικονομίας οι αγροκαλλιέργειες απαιτούν μεγάλη κατανάλωση ύδατος, συγκεκριμένα η γεωργία χρειάζεται παγκοσμίως 70% νερού, ενώ στην Μέση Ανατολή αυτό το ποσοστό είναι αυξημένο κατά 5%.   Η σταδιακή έλλειψη νερού επηρεασμένη από την κλιματική αλλαγή μπορεί να κοστίσει έως 14% του Α.Ε.Π, καθώς η διαθεσιμότητα νερού ενδέχεται να συρρικνωθεί κατά 2/3.    Η ασφάλεια στον τομέα του νερού είναι επιτακτική, καθώς πολλές χώρες βασίζουν την οικονομία τους στις αγροκαλλιέργειες ιδίως όσες είναι κοντά στην Μεσόγειο όπως η Αίγυπτος, στην οποία η γεωργία καταλαμβάνει το 13,4% της οικονομίας.  Το ίδιο επιζητεί και η Συρία η οποία παράγει διάφορα αγαθά όπως σιτηρά, ελιές, όσπρια αλλά από την λειψυδρία τίθεται εν αμφιβόλω  η επάρκειά τους.

Παράλληλα, το μέλλον προμηνύεται ζοφερό καθώς το κέντρο βάρους έχει εστιαστεί στις γεωπολιτικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στη Μέση Ανατολή τόσο με τη συριακή κρίση όσο και με την δράση του Ισλαμικού Κράτους παραγνωρίζοντας την αναγκαιότητα επίλυσης του ζητήματος των υδάτων. Αψηφώντας για το συγκεκριμένο ζήτημα, αυξάνεται η πιθανότητα στο μέλλον να καταγραφούν συγκρούσεις που σχετίζονται με τον έλεγχο υδάτων, ιδίως σε κράτη με εγγύτητα σε υδάτινους πόρους. Η έλλειψη συντεταγμένης δράσης έχει ως απόρροια την ύπαρξη αναποτελεσματικών αρδευτικών συστημάτων αλλά και μολυσμένου νερού, γεγονός που επιδεινώνει την κατάσταση δεδομένου ότι Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική είναι από τις πιο άνυδρες περιοχές στον πλανήτη. Επίσης η μείωση των ποσοστών βροχής λόγω της κλιματικής αλλαγής μαζί με την μετανάστευση επιβαρύνει το κορεσμένο υπάρχον δίκτυο νερού, ενώ εντείνεται ο κίνδυνος εσωτερικής αστάθειας ανάμεσα στις αγροτικές περιοχές που δεν έχουν πρόσβαση στο νερό και στα αστικά κέντρα. Αυτή η εξέλιξη ίσως φέρει να κύματα μετανάστευσης που θα διαταράξουν την κοινωνική συνοχή με δυσάρεστες συνέπειες.

Περιοχές υψηλής επικινδυνότητας

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής και συνδέεται με την ασφάλεια των υδάτινων πόρων είναι πως σε ορισμένες περιπτώσεις 2 ή περισσότερα κράτη μοιράζονται λίμνες και ποτάμια. Αυτό το γεγονός καθιστά ιδιαίτερα ευμετάβλητη την συγκεκριμένη περιοχή πέρα από την ασταθή ατμόσφαιρα λόγω των συρράξεων, συνεπώς η κατάσταση δύναται να γίνει πιο χαώδης. Σε αυτό συμβάλλει η αδυναμία συνεργασίας ανάμεσα στα όμορα κράτη λόγω των συμφερόντων που θέλει να διασφαλίσει το καθένα, καθώς το χάσμα μεταξύ ζήτησης νερού και επαρκών υδάτινων πόρων αυξάνει τον ανταγωνισμό. Η εξασθένιση των βροχοπτώσεων οδηγεί τα κράτη να συγκεντρώνουν μεγάλες ποσότητες νερού από λίμνες και ποτάμια με αποτέλεσμα να μην υπάρχει φυσική αναπλήρωση, γεγονός που προκαλεί εξάντληση πόρων. Βαρύνουσας σημασίας πλέον είναι οι περιοχές του Νείλου, του Τίγρη και Ευφράτη αλλά και της Αραβικής Χερσονήσου σχετικά με τις αντιπαραθέσεις των όμορων κρατών για την εκμετάλλευση των υδάτων.

Νείλος και Αίγυπτος-Αιθιοπία-Σουδάν-Νότιο Σουδάν

Ο Νείλος είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος ποταμός της Αφρικής αλλά και του κόσμου καθώς αγγίζει τα 6,669 χιλιόμετρα, ενώ η ροή υδάτων φθάνει τα 80 δις m3. Θεωρείται διεθνής ποταμός καθώς αρκετές χώρες μοιράζονται τους πόρους του, σημαντικότερες όμως εξ αυτών είναι η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, το Σουδάν και το Νότιο Σουδάν από το 2011 όταν και ανεξαρτητοποιήθηκε. Ο πληθυσμός που ευνοείται από τους πόρους του Νείλου είναι 200εκ, εκ των οποίων τα 100εκ ζουν σχεδόν με 1 δολάριο την ημέρα. Οι χώρες με γεωγραφική εγγύτητα στον ποταμό είναι εξαρτημένες από αυτόν διότι δεν έχουν υψηλά ποσοστά βροχής, επομένως ο Νείλος είναι καίριας σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία τους αλλά και για την διατήρηση της χλωρίδας και της πανίδας.

Η χώρα με την μεγαλύτερη ίσως εξάρτηση στον ποταμό είναι η Αίγυπτος. Παρόλο που αποτελεί την μεγαλύτερη χώρα του αραβικού κόσμου, και την ηγέτιδα δύναμη, προσφέροντας στους πολίτες της παροχές σε θέματα εργασίας και διαβίωσης η υψηλή ανάγκη για υδάτινους πόρους την καθιστά τρωτή. Αυτή η κατάσταση επηρεάζεται αρνητικά και από την αύξηση πληθυσμού ,άρα και της ζήτησης, που καταγράφεται στην Αίγυπτο. Ο πληθυσμός αναμένεται να φθάσει από τα 81,1εκ στα 123,5εκ έως το 2050.  . Στην Αίγυπτο αντιστοιχούν 706 κ.μ νερό κατά κεφαλήν , για αυτό χαρακτηρίζεται ως «water poverty», και υπολογίζεται αυτή η αναλογία να μειωθεί στα 550 κ.μ έως το 2025. Η έλλειψη υδάτινων πόρων σημαίνει ότι η Αίγυπτος θα χρειαστεί να εισάγει τροφές όπως σιτηρά, όσπρια, ζάχαρη, αυτό αναμένεται να επιδράσει αρνητικά τόσο στον πληθυσμό όσο και στην οικονομία της. Ειδικά στον τομέα της οικονομίας σύμφωνα με στοιχεία του IMF έως το 2020 οι εισαγωγές θα αυξηθούν κατά 8% γενικά, ενώ οι εξαγωγές θα κυμανθούν μόλις στο 1,5% γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία.

Πέρα από την  Αίγυπτο, ισχυρή παρουσία στον ποταμό Νείλο επιδιώκει και η Αιθιοπία, ως μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο. Σήμερα η Αιθιοπία είναι μέσα στις 10 χώρες με τον μεγαλύτερο ρυθμό δημογραφικής ανάπτυξης. Ο τωρινός πληθυσμός της είναι 85εκ ενώ έως το 2050 αναμένεται να ξεπεράσει τα 145εκ κατοίκους.  Γίνεται αντιληπτό ότι η ήδη περιορισμένη πρόσβαση σε πόσιμο νερό για τους κατοίκους της πρώην Αβησσυνίας επιβαρύνεται με την αναμενόμενη αύξηση του πληθυσμού. Μόνο το 44% του πληθυσμού χρησιμοποιεί πόσιμο νερό, ενώ το 17% έχει πρόσβαση σε ηλεκτρισμό. Προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο διαβίωσης αλλά και να μην υπονομευθεί η αγροτική παραγωγή που αποτελεί βάση της οικονομίας, καθώς συνεισφέρει το 41% της οικονομίας η Αιθιοπία καλείται να βελτιώσει την πρόσβασή της σε υδάτινους πόρους για να καταπολεμήσει τις συχνές ξηρασίες.  Ιδιαίτερα οι βόρειες περιοχές της Αιθιοπίας ταλαιπωρούνται από την χειρότερη ξηρασία των τελευταίων 30 ετών.  Οι αρχές της Αιθιοπίας θέλουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα ύδατα του Νείλου καθώς παρόλο που διασχίζει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας δεν εκμεταλλεύεται επαρκή ποσότητα.

Όσον αφορά το Σουδάν παρά την πολιτική αστάθεια, τις συγκρούσεις και την επισιτιστική ασφάλεια έχει εξελίξει την πολιτική του για το νερό ούτως ώστε να αποκομίσει περισσότερα οφέλη. Ο αγροτικός τομέας βασίζεται κατά 90% στον Νείλο , ενώ εκεί καταναλώνεται το 97% του νερού. Παράλληλα προβλέπεται ραγδαία αύξηση του πληθυσμού από 43εκ σε 91εκ έως το 2050 που συνεπάγεται υψηλή ζήτηση στο νερό. Σε ίδια κρίσιμη κατάσταση έχει περιέλθει και το Νότιο Σουδάν, καθώς μόνο το 50% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε ύδατα.

Καθίσταται σαφές ότι και οι 3 χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ύδατα του Νείλου, για αυτό τον λόγο έχουν γίνει προσπάθειες συνεννόησης με την Nile River Basin Cooperative  Framework Agreement, για την συνεργασία και διαχείριση των υδάτινων πόρων του Νείλου. Η συμφωνία ακόμα δεν έχει επικυρωθεί, ενώ Αίγυπτος και Σουδάν την απορρίπτουν διότι θεωρούν ότι πρέπει να έχουν δυναμική παρουσία λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας.  Η δημογραφική μεταβολή στις περιοχές επηρεάζει αρνητικά την όποια συμφωνία καθώς η αύξηση υδάτινων πόρων και η μεγιστοποίηση του οφέλους θα είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια κάθε κράτους. Αυτή την εξέλιξη δυσχεραίνει και η κατασκευή φραγμάτων τόσο από το Νότιο Σουδάν όσο και από την Αιθιοπία. Συγκεκριμένα από το Νότιο Σουδάν περνά το 28% του νερού του Σουδάν, με ενδεχόμενη κατασκευή φράγματος αυτό το ποσοστό θα μειωθεί. Η ίδια κατάσταση λαμβάνει χώρα μεταξύ Αιγύπτου και Αιθιοπίας καθώς για να αντιμετωπιστεί η παρατεταμένη λειψυδρία η Αιθιοπία κατασκευάζει φράγμα το οποίο κρατά 79 δις κ.μ νερού. Σε αυτή την περίπτωση μειώνεται η εισροή υδάτων προς την Αίγυπτο αφού το 86% αυτών ρέουν από την Αιθιοπία. Η εγγύτητα των χωρών στον Νείλο ποταμό που διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο για την επάρκεια υδάτων στην περιοχή ελλοχεύει κινδύνους για την έξαρση διαφορών αλλά και συγκρούσεων για την επικράτηση αλλά και διασφάλιση ροής υδάτων από το κάθε κράτος.

Η χρησιμότητα του Τίγρη και Ευφράτη στην επάρκεια υδάτων

Ο Ευφράτης είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Μέσης Ανατολής, το μήκος του φθάνει τα 2760 χιλιόμετρα. Ο Ευφράτης είναι σημαντικός ποταμός τόσο για την Συρία όσο και για το Ιράκ. Ειδικά στο μέρος που διασχίζει την Συρία συνδράμει στο να καταστεί η γη εύφορη. Συγκεκριμένα η Τουρκία παρέχει το 90% των νερών του Ευφράτη ενώ η Συρία το 10%. Όσον αφορά τον ποταμό Τίγρη, αυτός πηγάζει από τα βουνά της Ανατολίας στην Τουρκία ως τον Περσικό Κόλπο. Το συνολικό του μήκος είναι 1900 χιλιόμετρα. Οι δύο ποταμοί είναι υψίστης σημασίας για την υδάτινη ασφάλεια στην περιοχή που ρέουν, ιδίως για τις χώρες Συρίας, Ιράκ.

Το 1987 η Τουρκία υπέγραψε πρωτόκολλο με τη Συρία. Μέσω αυτού επέτρεπε 500 m3/s νερού στη Συρία από τον Ευφράτη με αντάλλαγμα η Συρία να περικόψει την στήριξή της στο PKK. Όμως η Τουρκία ορισμένες φορές δεν συμβιβαζόταν με αποτέλεσμα και η Συρία να ανανεώνει την στήριξή της στο PKK. Το 1998 η συνεχιζόμενη στήριξη της Συρίας στο PKK οδήγησε την Άγκυρα σε επίθεση προς Συρία. To 2008 Τουρκία και Συρία ίδρυσαν ένα ινστιτούτο για το νερό. Ωστόσο παρά τις συμφωνίες, υπάρχει κενό και η συνεργασία δεν καθίσταται εφικτή λόγω των υψηλών τάσεων λειψυδρίας που οδηγούν τα κράτη σε διασφάλιση υδάτινων πόρων. Αυτές οι τακτικές εντάσεις στην περιοχή αναδεικνύουν τον υψηλό γεωπολιτικό ρόλο που κατέχουν οι δύο ποταμοί αλλά και η χρησιμότητά τους.

Στην σημερινή εποχή μπορεί να μην υπάρχουν τακτικές διαφορές ανάμεσα στα όμορα κράτη όμως η ζοφερή κατάσταση στους υδάτινους πόρους αποτελεί το μαλακό υπογάστριο της περιοχής. Σε αυτό συμβάλλει τόσο η σταδιακή μείωση της στάθμης των υδάτων στον Τίγρη και Ευφράτη αλλά και η αναποτελεσματικότητα των υποδομών. Η κυβέρνηση της Συρίας έχει ξοδέψει 15 δις δολάρια σε αποτυχημένες υποδομές άρδευσης από το 1988 έως το 2000. Ανάμεσα στο 2002-2008 420 χιλιάδες γεωτρήσεις στέρεψαν ενώ 250 χιλιάδες αγρότες εγκατέλειψαν την γη τους. Συνολικά χάθηκαν 800 χιλιάδες θέσεις εργασίας λόγω έλλειψης επαρκών υδάτινων πόρων. Συμπληρωματικά, στο Βόρειο Ιράκ η λειψυδρία έχει οδηγήσει σε εγκατάλειψη χωριών ενώ έχει σημειωθεί και μείωση στα σιτηρά κατά 95%, γεγονός που έχει αρνητικές συνέπειες στην κοινωνική συνοχή.

Η οικονομική σταθερότητα του Ιράκ και της Συρίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην διαχείριση νερού από την Άγκυρα. Η ξηρασία του 2007-09 μείωσε την στάθμη του νερού σε Τίγρη και Ευφράτη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί άμεσα η παραγωγή σιτηρών τόσο σε Ιράκ όσο και σε Συρία, συγκεκριμένα έπεσε στο μισό. Στη Συρία 1,3 εκ άνθρωποι επηρεάστηκαν χάνοντας 90% εισοδήματος, 65,000 οικογένειες άφησαν τα σπίτια τους. Στο Ιράκ 100,000 μετανάστες άφησαν τις πληγείσες περιοχές κυρίως στον βορά, αυτό οδήγησε το ιρακινό κοινοβούλιο να ζητήσει από την Άγκυρα μεγαλύτερη ποσότητα νερού.

Συρία και Ιράκ θεωρούν πώς τα νερά του Τίγρη και του Ευφράτη πρέπει να μοιράζονται δίκαια διότι αποτελούν κοινό αγαθό. Αντίθετα η Τουρκία βλέπει τα νερά σαν δικά της και δεν δείχνει διάθεση συνεργασίας. Στο άμεσο μέλλον δύσκολα διαφαίνεται κάποια αντιπαράθεση ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα κράτη καθώς στην γεωπολιτική ατζέντα βρίσκονται την τωρινή περίοδο σημαντικότερα ζητήματα. Ωστόσο όσο παραλείπεται μία δράση ή λήψη μέτρων πρόωρα τόσο θα επιδεινώνεται η κατάσταση που στο μέλλον θα οδηγήσει σε νέα τεταμένη κατάσταση γύρω από τους υδάτινους πόρους της περιοχής.

Αραβική Χερσόνησος και Σαουδική Αραβία-Ομάν-Υεμένη

Η Αραβική Χερσόνησος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά την ανεπάρκεια υδάτινων πόρων στα κράτη που την απαρτίζουν. Στην νότια πλευρά της Χερσονήσου Ομάν και Υεμένη πασχίζουν να βρουν υδάτινους πόρους για να καλύψουν τις ανάγκες τους, καθώς δεν αντλούν νερό εκτός από το έδαφος, βασίζονται δηλαδή σε υπόγειους υδροφορείς. Σε υποδεέστερη θέση βρίσκεται η Υεμένη λόγω και της πολιτικής αστάθειας που λαμβάνει χώρα, ενώ ακόμα και η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει αισθητά προβλήματα από την σταδιακή συρρίκνωση των υδάτινων πόρων στην περιοχή της.

Αν και το Ομάν ήτανε το πρώτο αραβικό κράτος που δημιούργησε Υπουργείο Περιβάλλοντος και Πηγών Νερού το 1984, δεν κατόρθωσε να επιλύσει σημαντικά ζητήματα ώστε να εξασφαλίσει την επάρκεια στο νερό, λόγω αντικειμενικών δυσκολιών. Το βασικότερο πρόβλημα εστιάζεται στο κλίμα του Ομάν, το οποίο είναι άνυδρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως η βροχόπτωση στα βόρεια του Ομάν κυμαίνεται σε λιγότερο από 20 χιλιοστά. Το 80% του πόσιμου νερού προέρχεται από αφαλάτωση, η οποία όμως δεν είναι εφικτή ανά τακτά χρονικά διαστήματα λόγω του υψηλού κόστους που απαιτείται, 1000 με 2000 δολάρια το κ.μ νερού. Επιπροσθέτως η διαδικασία της αφαλάτωσης εκπέμπει αέρια θερμοκηπίου, συνεπώς είναι επιβλαβής για το περιβάλλον η συνεχής χρήση της.

Στην ίδια δυσμενή κατάσταση βρίσκεται και η Σαουδική Αραβία. Το πιο ακανθώδες ζήτημα της Σαουδικής Αραβίας αφορά το υπέδαφός της, το οποίο προβλέπεται ότι μέσα στα επόμενα 13 χρόνια θα στερέψει από νερό. Αυτό που καθιστά δυσοίωνο το μέλλον είναι  η έλλειψη λιμνών και ποταμιών δεδομένου ότι το 98% των υδάτων προέρχεται από το υπέδαφος κατ’επέκτασιν δεν υπάρχει εναλλακτική πηγή άντλησης ύδατος. Απόρροια της δυσμενής κατάστασης στην οποία περιέρχεται η χώρα είναι το τέλος του προγράμματος παραγωγής σιτηρών που διήρκησε 3 δεκαετίες. Οι εισαγωγές αναμένεται να φθάσουν τα 3εκ τόνους , απόρροια της έλλειψης υδάτων καθώς η παραγωγή σιτηρών απαιτεί αρκετή ποσότητα νερού που δεν διαθέτει σε επάρκεια η Σαουδική Αραβία. Αυτή η εξάρτηση από τις εισαγωγές στον τομέα των σιτηρών την καθιστά ευάλωτη σε μία μελλοντική ανατίμηση από τις χώρες εξαγωγείς, γεγονός που θα έχει αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην οικονομία όσο και στην κάλυψη των αναγκών τροφίμων.

Παρόλα αυτά, ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα στην συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή να μην το έχει ούτε το Ομάν , ούτε η Σαουδική Αραβία αλλά η Υεμένη. Σύμφωνα με στοιχεία του UNDP (United Nations Development Program) η Υεμένη καταλαμβάνει την θέση 140 από τις 182 χώρες όσον αφορά το επίπεδο ανάπτυξης. Το 1/5 του πληθυσμού υποσιτίζεται, το 42% ζει στο όριο της φτώχειας, ενώ το 80% διαμένει σε αγροτικές περιοχές όπου εξαρτάται άμεσα από την παροχή νερού. Όσο η πρόσβαση σε νερό μειώνεται τόσο το βιοτικό επίπεδο θα επιδεινώνεται. Χαρακτηριστικό της δυσμενής κατάστασης στην ύπαιθρο είναι ότι παρατηρούνται τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας, λόγω έλλειψης υποδομών. Μόνο το 15% του αγροτικού πληθυσμού καλύπτεται από το ηλεκτρικό δίκτυο.

Η Υεμένη βρίσκεται σε μία τεταμένη κατάσταση πολιτικής αναταραχής. 13 εκ κάτοικοι της Υεμένης , περίπου το 50% του πληθυσμού πασχίζει να βρει καθαρό νερό είτε για να πιεί, είτε για να παράγει φαγητό, δηλαδή για να καλύψει βασικές ανάγκες. Αυτό επιδεινώνεται και από την κλιματική αλλαγή με την αύξηση της θερμοκρασίας, όπου όλο και περισσότερο το νερό καθίσταται ζωτικού ενδιαφέροντος. Κακή διαχείριση αλλά και αύξηση πληθυσμού δυσχεραίνουν την κατάσταση. Αντί να μαζεύουν το νερό της βροχής προβαίνουν σε γεωτρήσεις για να εκμεταλλευτούν το ήδη ελάχιστο νερό του υπεδάφους. Η έλλειψη σε καθαρό πόσιμο νερό οδηγεί σε υποσιτισμό , ασθένειες και θνησιμότητα που κυριαρχούν στις αγροτικές περιοχές. Παράλληλα υπάρχει ο κίνδυνος επιβάρυνσης του ήδη τεταμένου εσωτερικού κλίματος καθώς ποσότητες νερού μεταφέρονται από τις αγροτικές περιοχές για να καλύψουν τα αστικά κέντρα, συνεπώς ο διχασμός είναι ορατός.

Αξίζει να αναφερθεί πως σε περίπου μία δεκαετία είναι πιθανό η πρωτεύουσα Σαναά να αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας. Σε αυτό συνέβαλε η κακή περιβαλλοντική διαχείριση αλλά και η απραξία της κυβέρνησης λόγω του πολέμου που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό. Με τα έως τώρα δεδομένα προβλέπεται ότι 4,2εκ κάτοικοι έως το 2025 θα μεταναστεύσουν καθώς το βιοτικό επίπεδο θα επιδεινωθεί αισθητά λόγω της έλλειψης νερού. Στην αισθητή συρρίκνωση των υδάτινων πόρων σημαντικό ρόλο κατέχει και η παραγωγή ενός ναρκωτικού εν ονόματι QAT, το οποίο απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού προκειμένου να καλλιεργηθεί. Υπάρχουν σκέψεις ακόμα και για μεταφορά της πρωτευούσης σε περιοχή που θα γειτνιάζει με θάλασσα προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της λειψυδρίας.

Η Αραβική Χερσόνησος διαφαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υδάτινων πόρων στο μέλλον όπου θα επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο λόγω της έλλειψης λιμνών και ποταμιών στο εσωτερικό της. Η ανεπάρκεια στο νερό ενδέχεται να υπονομεύσει τις κοινωνικές δομές όπου μαζί με την μετανάστευση και το ήδη τεταμένο κλίμα να προκαλέσει νέες εντάσεις. Άξια προσοχής είναι η γειτνίαση της Χερσονήσου με Ιράκ, Αίγυπτο οι οποίες βρέχονται τόσο από τον Νείλο όσο και από τον Τίγρη και Ευφράτη για το εάν θα υπάρξει σημείο τριβής ανάμεσά τους για τον τομέα των υδάτων.

Επίλογος

Η περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής βρίθει από ζητήματα ενασχόλησης και μελέτης, πόλεμος και τρομοκρατία είναι τα ζητήματα που απασχολούν περισσότερο. Η υφιστάμενη κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την αποσταθεροποίηση της περιοχής, ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σταδιακή μείωση των υδάτινων πόρων στην ζώνη MENA. Η ένταση γύρο από τα ύδατα δεν είναι κάτι νέο αλλά θα αυξάνεται όσο δεν υπάρχει αντιμετώπιση του προβλήματος. Η φτώχεια είναι μία από τις μεγαλύτερες απειλές συνδυασμένη από την έλλειψη πόρων και την αύξηση πληθυσμού για αυτό απαιτείται συνεργασία μεταξύ των κρατών για την εξασθένιση αυτών των φαινομένων. Οι 3 περιοχές που αναφέρθηκαν του Νείλου, του Τίγρη και Ευφράτη αλλά και της Αραβικής Χερσονήσου χρήζουν ιδιαίτερης παρατήρησης το προσεχές διάστημα για την αποφυγή ενός νέου μετώπου συγκρούσεων που θα επιδεινώσει περαιτέρω το ασταθές κλίμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

Διεθνολόγος, απόφοιτος Διεθνων και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστήμιο Πειραιά, μέλος Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στην ερευνητική ομάδα ΤΟΡΕΝΕ