close
f76a4807a834eef3b5b786da7dba75f6_L
Η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ιδιαίτερα περίπλοκη καθώς συγκρούονται πολλά διαφορετικά συμφέροντα. Η Συρία είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την Ρωσία, όσο και για το Ιράν και η διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας.

Για να κατανοήσουμε την δημιουργία του Ρωσοπερσικού άξονα και το κίνητρο των δυο χωρών, πρέπει να δούμε το κενό εξουσίας που άφησε η πτώση της κυβέρνησης του Σαντάμ και η διάλυση του κόμματος Μπάαθ στο Ιράκ. Αν η Συρία ακολουθήσει την ίδια πορεία και το καθεστώς του Άσαντ καταρρεύσει, τίποτα δεν θα μπορεί να σταματήσει τις τρομοκρατικές ομάδες όπως η Αλ-Νούσρα, η Αλ-Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος να εδραιωθούν στην περιοχή. Αυτό θα μπορούσε να σημάνει την επέκταση της ιδεολογίας τους και σε άλλες περιοχές που θα έχουν την ίδια μοίρα. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης δείχνει μια «φιλολογική» ανησυχία, το Ιράν και η Ρωσία οφείλουν να το αντιμετωπίσουν με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο, καθώς δεν πρόκειται για κάποια μακρινή επαρχία, αλλά για την «πίσω αυλή» τους, εγείροντας ζητήματα που απειλούν την εθνική τους ασφάλεια.

Εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υπάρχουν μεγάλα τμήματα μη-ρωσικού και σε μεγάλο βαθμό μουσουλμανικού πληθυσμού στο Βόρειο Καύκασο, όπως η Τσετσενία και το Νταγκεστάν. Το Γενάρη του 2011 η βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας σε αεροδρόμιο της Μόσχας, έδειξε το μέγεθος της αυξανόμενης απειλής αυτών των τρομοκρατικών ομάδων, οι οποίες δρουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Για το Ιράν ο κίνδυνος είναι πιο άμεσος καθώς αντιμετωπίζει μια διπλή απειλή: είναι ένα μη αραβικό σιιτικό κράτος με την πιο μαχητική και στρατοκρατική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή. Αυτό, όχι μόνο τους θέτει απέναντι στις σουνιτικές τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά και απέναντι στις γειτονικές σουνιτικές χώρες, που δεν εκτιμούν καθόλου τις κατά καιρούς προσπάθειες της Τεχεράνης να ενθαρρύνει τις σιιτικές μειονότητες, προκαλώντας τοπικές εξεγέρσεις.

Είναι σαφές, ότι υπό αυτές τις συνθήκες, η Ρωσία και το Ιράν πιστεύουν ότι πρέπει να ενισχυθούν οι σχέσεις μεταξύ τους αλλά και με τα άλλα μέλη του συνασπισμού ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος: τη Συρία, το Ιράκ και τη Χεζμπολάχ. Γι’αυτούς, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι υπεύθυνες –έμμεσα ή άμεσα- για την ανάπτυξη του Ισλαμικού Κράτους, με την υποστήριξη που παρέχουν στις ένοπλες ομάδες που προσπαθούν να ανατρέψουν τον Άσαντ. Ακόμη και η Κίνα έχει εκφράσει την ανησυχία της και πολλοί πιστεύουν ότι θα μπορούσε να γίνει το επόμενο μέλος του συνασπισμού στη Συρία.

Με τη Ρωσία και το Ιράν να επιχειρούν στη Συρία, πολλοί αμφισβητούν τις πραγματικές προθέσεις αυτής της συμμαχίας. Η Ρωσία κατηγορείται πως ανάμεσα στους στόχους των αεροπορικών της επιδρομών, είναι και οι μετριοπαθείς αντάρτες που δεν έχουν σχέση με το Ισλαμικό Κράτος και υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της.

Ενώ υπάρχουν πολλές θεωρίες, ένα πράγμα είναι προφανές. Οι σχέσεις μέσα σε αυτό το τρίγωνο παραμένουν τεταμένες για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Συρία ήταν μεταξύ των στενότερων συμμάχων της Ρωσίας στην περιοχή και το καθεστώς Μπάαθ είχε τον πιο σοσιαλιστικό προσανατολισμό από τα περισσότερα αραβικά καθεστώτα. H Συρία επίσης παρείχε στη Ρωσία τη μοναδική ναυτική της βάση στη Μεσόγειο -ένα από τα πιο σημαντικά γεωστρατηγικά περιουσιακά της στοιχεία. Οι διμερείς σχέσεις δοκιμάστηκαν με την άνοδο στην εξουσία του Πούτιν, ο οποίος επέμεινε στη διατήρηση καλών σχέσεων με το Ισραήλ. Όμως αυτό είναι από τα χαρακτηριστικά της εξωτερικής πολιτικής του Πούτιν: η καλλιέργεια επωφελών για τα συμφέροντα της Ρωσίας συμμαχιών, ανεξάρτητα με το πώς μπορεί να αλληλεπιδρούν αυτές μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Πούτιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η άλλη μεγάλη δύναμη στον κόσμο που το κάνει συχνά αυτό.

Η συμμαχία μεταξύ της κοσμικής Συρίας και του θεοκρατικού Ιράν ξεκίνησε όταν ο πατέρας του Μπασάρ, Χαφέζ αλ Άσαντ επέλεξε να στηρίξει την ιρανική επανάσταση, ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των ΗΠΑ. Οι αποκλίσεις μεταξύ τους ήταν και παρέμειναν έντονες λόγω διαφορετικών ιδεολογικών χαρακτηριστικών και περιφερειακών φιλοδοξιών. Για παράδειγμα, η Συρία δεν ενθουσιάστηκε με τη βελτίωση των σχέσεων του Ιράν με τους αμερικανούς, ενώ το Ιράν προσεβλήθη από τη συμμετοχή της Συρίας στην ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.

Ενώ η Ρωσία και το Ιράν βάζουν τα θεμέλια ενός νέου γεωστρατηγικού μπλοκ στην περιοχή, αυτό που δεν είναι κατανοητό είναι ο λόγος που η Συρία – παρά το γεγονός ότι η ίδια της η επιβίωση εξαρτάται από αυτό – αρνείται να αλλάξει αυτή την περιφρονητική στάση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους της. Φαίνεται πως ο Άσαντ πιστεύει ότι με τη στάση αυτή θα διασφαλίσει την υποστήριξη του συριακού λαού και την επιβίωση του καθεστώτος του.

Η υποστήριξη που παρέχει ο Ρωσοπερσικός αξονας προς το καθεστώς και η προσπάθεια ενδυνάμωσής του, ίσως να μην περιλαμβάνει και τον ίδιο τον Άσαντ. Η προτεραιότητα είναι η διασφάλιση της Συρίας ως χώρου ανοικτού για τα ρωσικά και ιρανικά συμφέροντα και πολιτικές. Ο ηγέτης αυτής της χώρας δεν έχει ιδαίτερη σημασία εφ ‘όσον είναι πρόθυμος να παραμείνει στρατηγικός εταίρος. Προς το παρόν, αυτός είναι ο Άσαντ και μόνο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αλλάξει στο μέλλον.

Tags : DAESHintelligenceΑμυναΓεωπολιτικήΔιπλωματίαΗνωμένες ΠολιτείεςΙράνΜέση ΑνατολήΡωσίαΣυριαΤρομοκρατία