close
GEO+POLITICS

Η αναγέννηση του Ρωσικού Πατριαρχείου και η Ορθόδοξη γεωπολιτική

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η χριστιανική παράδοση είχαν ανέκαθεν ρόλο πρωταρχικής σημασίας στη ρωσική ιστορία και την παράδοση.

Από το βάπτισμα του πρίγκιπα Βλαδίμηρου του Μεγάλου το 988, η Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη εξαπλώθηκε και υιοθετήθηκε από τους πληθυσμούς της Ουκρανίας, της Ρωσίας και της Λευκορωσίας που αργότερα σχημάτισαν την Ρωσική Αυτοκρατορία. Η κοινή ορθόδοξη πίστη έδωσε στους Ρώσους τη νέα εθνική και πολιτιστική ταυτότητα της χώρας. Η εξάπλωση του Χριστιανισμού μεταξύ των σλαβικών φύλων, οφείλεται και στην διάδοση της Αγίας Γραφής από δυο μεγάλους αγίους, τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο μέσα από τη δημιουργία του κυριλλικού αλφάβητου και αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη, αφήνοντας μια σπουδαία κληρονομιά που άντεξε κάτω από δύσκολες συνθήκες. Έτσι, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η ορθόδοξη θρησκεία ανέκτησε και πάλι τον ρόλο που παραδοσιακά κατείχε.

Για να καταλάβουμε την έκταση αυτού του φαινομένου, θα αναλύσουμε τα ευρήματα της έρευνας «Οι Ρώσοι επιστρέφουν στη θρησκεία, αλλά όχι στην Εκκλησία» που διενεργήθηκε στη Ρωσία το 2014, σχετικά με τον αριθμό των πιστών στη χώρα από το 1988 έως το 2008.

Το 1988, πριν από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είχε 67 επισκοπές, 21 μοναστήρια, 6.893 ενορίες, 2 ακαδημίες και 3 θεολογικές σχολές. Το 2008 αριθμούσε 133 επισκοπές, πάνω από 23.000 ενορίες, 942 μοναστήρια, 5 ακαδημίες και 32 θεολογικές σχολές, 43 σχολεία για ιεροδιδασκαλική προετοιμασία, 1 θεολογικό ίδρυμα, 2 Ορθόδοξα Πανεπιστήμια και 2 θεολογικές σχολές θηλέων.

Εξετάζοντας τα στοιχεία προκύπτει επίσης ότι μεταξύ του 1991 και του 2008, το ποσοστό των ρώσων ενηλίκων που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ορθόδοξους είχε αυξηθεί από 31% σε 72%, ενώ το ποσοστό του ρωσικού πληθυσμού που δήλωνε άθρησκο είχε μειωθεί από το 61% στο 18%. Αναλύοντας περαιτέρω τις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, διαπιστώνουμε ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (1991-2008), το ποσοστό των γυναικών που δήλωναν ορθόδοξη χριστιανική πίστη, αυξήθηκε κατά 38%, από το 43% στο 81%, των ανδρών κατά 46%, από το 17% στο 63%, ενώ μεγάλη ήταν η αύξηση στο νεανικό κοινό ηλικίας μεταξύ 16 και 49, το οποίο αυξήθηκε από το 26% το 1991, σε 69% το 2008. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός της αισθητής αύξησης του ανάλογου ποσοστού ανάμεσα στα άτομα με υψηλό επίπεδο μόρφωσης.

Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, η επιστροφή στη θρησκεία δεν ανταποκρίνεται στην πρακτική της: από αυτούς που δήλωσαν ορθόδοξοι, μόνο ένας στους δέκα συμμετέχει στην Λειτουργία, τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Όμως αυτό το γεγονός δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη μεγάλη αναγέννηση της Ορθοδοξίας στον ρωσικό λαό. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μεγάλη μαζική συμμετοχή του Νοεμβρίου του 2011, όταν περισσότεροι από τρία εκατομμύρια Μοσχοβίτες, αψήφησαν το κρύο και τη βροχή, περιμένοντας υπομονετικά για να προσκυνήσουν την Τίμια Ζώνη της Θεοτόκου στον καθεδρικό ναό Του Σωτήρος Χριστού (ναός που καταστράφηκε από τον Στάλιν, αλλά ξαναχτίστηκε σε λίγα χρόνια από τον Γιέλτσιν), η οποία είχε μεταφερθεί από το Άγιον Όρος.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή η αναγέννηση υποστηρίχθηκε από τη συνεργασία μεταξύ της Εκκλησίας και της πολιτικής εξουσίας. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου και εντάθηκε κυρίως λόγω δυο γεγονότων: την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου ως πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας το 2009, και την επιστροφή του Βλαντιμίρ Πούτιν στην εξουσία το 2012. Οι πολιτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας ταυτίζονται με το όραμα του Πούτιν για την επιστροφή προς τις παραδόσεις της χώρας. Ο Πατριάρχης Αλέξιος Β’ ήταν σαφής όταν διαχώρισε τη θέση του από τις δυτικές αντιλήψεις περί «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «παγκοσμιοποίησης», θεωρώντας τις ακατάλληλες για την Ρωσία. Αργότερα, ο διάδοχός του Κύριλλος, εξέδωσε την «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας» καταγγέλλοντας την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η εντατικοποίηση των σχέσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας έχει καταστεί ακόμη πιο εμφανής τα τελευταία χρόνια. Κατά την τέταρτη επέτειο από την ενθρόνιση του Πατριάρχη Κύριλλου, το Κρεμλίνο τόνισε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να αυξήσει τον ευεργετικό της ρόλο μέσα στην κοινωνία. Ειδικότερα, ο Πούτιν τόνισε την ανάγκη να δοθεί περισσότερος χώρος στην Ορθόδοξη Εκκλησία σχετικά με θέματα όπως η οικογένεια, η εκπαίδευση των νέων και το πατριωτικό πνεύμα. Με αναφορά στην υπεράσπιση αυτών των αξιών, ιδίως της οικογένειας, η Ρωσία θέλει να προβάλει την υπεράσπιση των παραδοσιακών, φυσικών αξιών της ανθρώπινης κοινωνίας. Υπογραμμίζοντας την αξία της οικογένειας, ως βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη του κράτους και της κοινωνίας και την υλοποίηση μιας πολιτικής και κοινωνικής στρατηγικής.

Αυτό έχει συμβάλει αποφασιστικά στην αναστροφή της πολύ αρνητικής δημογραφικής τάσης που μάστιζε τη χώρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Η δημογραφική κρίση που χτύπησε τη Ρωσία από το 1991 έως το 2005, είναι πλέον μια πραγματικότητα για τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, και χωρίς καμία αμφιβολία, το ρωσικό μοντέλο αποτελεί ένα διεθνές πρότυπο.

Αυτό αναδεικνύει τη σπουδαιότητα των πολιτικών υποστήριξης των οικογενειών και των νέων μητέρων, με στόχο να επιτευχθεί μια ομαλή δημογραφική ανάπτυξη, θέμα ζωτικής σημασίας για την εσωτερική πολιτική ενός κράτους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος Πούτιν αναφέρεται συχνά στις συνεχείς επιθέσεις που δέχεται ο θεσμός της οικογένειας και εξηγεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των οικογενειών, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, που αποτελούν προτεραιότητα για τις δημόσιες αρχές.

Σε πολλές περιπτώσεις, τόσο ο Πούτιν, όσο και ο Πατριάρχης Κύριλλος έχουν τονίσει ότι το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα που προκάλεσε την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, ευθύνεται για την ηθική κατάπτωση διεθνώς δημιουργώντας μια επικίνδυνη τάση για την καταστροφή της κοινωνίας. Αυτή η ηθική κρίση έχει επιδεινώσει τάσεις εγωισμού και ατομικισμού. Ο Πατριάρχης Κύριλλος έχει δηλώσει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζουμε ότι η διαφθορά υποβαθμίζει τα ανθρώπινα όντα, και αν η διαφθορά φτάσει σε ένα σημαντικό βαθμό, διαβρώνει τον υγιή ιστό της κοινωνίας και υπονομεύει τη βάση του κράτους». Για τους λόγους αυτούς, το Κρεμλίνο θεωρεί την Εκκλησία θεμελιώδη σύμμαχο για τη διατήρηση της πνευματικής και πολιτιστικής ταυτότητας της Ρωσίας.

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση της κοινής στρατηγικής που συνδέει την Ορθόδοξη εκκλησία και το Κρεμλίνο είναι η απαγόρευση της βλασφημίας. Η σχετική απόφαση ελήφθη μετά από το επεισόδιο των τριών ακτιβιστριών φεμινιστριών, Pussy Riot, οι οποίες έπαιξαν μπροστά στο Ιερό του ναού του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα, διαμαρτυρόμενες για την πολιτική του Πούτιν. Για τις κοσμικές αρχές, αυτό θεωρήθηκε ως χουλιγκανισμός, για τους εκκλησιαστικούς ηγέτες ήταν βλασφημία. Περαιτέρω, η Εκκλησία υποστήριξε τους νέους κανονισμούς που περιορίζουν την πρόσβαση στην άμβλωση και την απαγόρευση της δημοσίευσης υλικού που απεικονίζει ομοφυλόφιλους, λεσβίες, αμφιφυλόφιλους και τρανσέξουαλ.

Η δράση της Ορθόδοξης Εκκλησίας εξαπλώνεται διεθνώς, επίσης και εμφανίζεται να υποστηρίζει τον διάλογο μεταξύ διαφορετικών θρησκειών και πολιτισμών. Ο Πατριάρχης Κύριλλος αναφέρθηκε στην ανάγκη οικοδόμησης ορθόδοξης γεωπολιτικής, σύμφωνα με την εξωτερική πολιτική του Πούτιν, ιδρύοντας το Διαθρησκειακό Συμβούλιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και αντίστοιχα το Διαθρησκειακό Συμβουλίου της ΚΑΚ (Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών). Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, συνολικά 230 εκατομμύρια, περιλαμβάνουν Ορθόδοξες χώρες με παράδοση (Λευκορωσία, Βουλγαρία, Κύπρος, Γεωργία, Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία, Ουκρανία), με δικές τους ορθόδοξες εθνικές Εκκλησίες, χώρες που περιέχουν ορθόδοξες εθνοτικές-πολιτισμικές μειονότητες (Αλβανία, Τσεχία, Φινλανδία, Πολωνία, Σλοβακία), και των χωρών που περιέχουν ορθοδόξους πιστούς, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη. Ο Πατριάρχης Κύριλλος επισκέπτεται συχνά χώρες από την πρώην Σοβιετική ζώνη για να παγιώσει την πολιτιστικές, θρησκευτικές, αλλά και πολιτικές σχέσεις. Όλα αυτά, υποστηρίζουν την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, σε χώρες που απηχούν οι κοινές αξίες μεταξύ των «αδελφών εθνών» με κοινή ιστορία, Εκκλησία και κοινό μέλλον.

Εν κατακλείδι, είναι θεμελιώδους σημασίας να υπογραμμιστεί ότι αυτό το είδος της συνεργασίας μεταξύ Εκκλησίας και κράτους έχει διευκολύνει την αναγέννηση της πίστης στη Ρωσία. Ωστόσο, ο εθνικός χαρακτήρας της ορθόδοξης εκκλησιαστικής πραγματικότητας δεν έχει εμποδίσει τη δυνατότητα ενός Ορθόδοξου Οικουμενισμού, ανοικτού στον διεθνή διάλογο μεταξύ πολιτισμών και θρησκειών.

Tags : ΓεωπολιτικήΔιπλωματίαΘρησκειαΡωσίαΧριστιανισμος
Dr Filippo Romeo

The author Dr Filippo Romeo