close
BUSINESS

Υεμένη: Γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον

H Βόρειος Υεμένη απέκτησε την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1918. Το 1967 δημιουργήθηκε και η Νότιος Υεμένη, όταν απομακρύνθηκαν από την περιοχή του Κόλπου του Αντεν οι Βρετανοί όπου από τον 19ο αιώνα είχαν δημιουργήσει δικό τους προτεκτοράτο.

Τρία χρόνια αργότερα η διαφορετική πολιτική που ακολουθούσε η Νότιος από την Βόρειο Υεμένη, περισσότερο μαρξιστικών και κομμουνιστικών αντιλήψεων, οδήγησε αρκετούς ημεδαπούς να μετακινηθούν από το Νότιο στο Βόρειο τμήμα της χώρας, συμμετέχοντας έτσι στις έντονες και συνεχείς εχθροπραξίες που κράτησαν για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Τα δύο ξεχωριστά κράτη, η Νότιος και η Βόρειος Υεμένη, ενώθηκαν σε ένα κράτος την Δημοκρατία της Υεμένης το 1990.

H Yεμένη αποτελεί μία από τις φτωχότερες χώρες στον Αραβικό Κόσμο. Στην κατάταξη των οικονομιών της Παγκόσμιας Τράπεζας η οικονομία της Υεμένης, αναφορικά με τον δείκτη οικονομικής ελευθερίας της χώρας, κατατάσσεται στην 123η θέση. Η χαμηλή θέση στην οποία βρίσκεται αντανακλά το ταραγμένο, αβέβαιο και απρόβλεπτο εσωτερικό πολιτικό, οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον που επικρατεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Δείκτες όπως η νομισματική και επιχειρηματική ελευθερία, η άσκηση της επιχειρηματικότητας και η μείωση των επιπέδων της διαφθοράς αποτελούν τις βασικές αιτίες για τις εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις της οικονομίας της και την κατατάσσουν στην 12η θέση, στο σύνολο των 15 χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.

Η οικονομία της Υεμένης χαρακτηρίζεται ως μία “καταπιεστική” οικονομία ενώ από το 2003 και μετά κατατάσσεται στις περισσότερο κλειστές και ανελεύθερες οικονομίες. Παρόλες τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που κατά διαστήματα έχουν αποπειραθεί να γίνουν, οι θεσμικές δυσλειτουργίες σε συνδυασμό με τις κάθε είδους πολιτικές παρεμβάσεις, τη διάχυτη διαφθορά σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας και την άκαμπτη και αυστηρή αγορά εργασίας, αποτελούν τροχοπέδη στις όποιες εκσυγχρονιστικές ή μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.

Η κυβέρνηση του τότε Προέδρου της χώρας, Ali Abdullah Saleh ξεκίνησε από το 2006 και μετά ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της οικονομίας της χώρας το οποίο τις περισσότερες φορές αποτύγχανε λόγω αστάθμητων παραγόντων, αλλά και της συγκεχυμένης και ρευστής πολιτικής κατάστασης η οποία επικρατούσε και εξακολουθεί να επικρατεί στο εσωτερικό της χώρας. Παράγοντες όπως η μειωμένη παραγωγή και εξαγωγές αργού πετρελαίου, το κλίμα τρομοκρατίας το οποίο εξακολουθεί να βασανίζει τη χώρα στο εσωτερικό της, οι κατά καιρούς απαγωγές διαφόρων επιφανών στελεχών του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ Σουνιτών και Σιϊτών Μουσουλμάνων, οι διαμάχες και συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων φυλών που ζούν στη χώρα, οι σημαντικές ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό οδηγούν σε εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις τις προσπάθειες για ανάπτυξη της χώρας και της οικονομίας, τη προσέλκυση αλλοδαπών επενδυτών και την ανάπτυξη του τουρισμού.

Αρχές του 2011 σημαντικά στελέχη της κυβέρνησης του Προέδρου της χώρας Ali Abdullah Saleh εντάχθηκαν στην αντιπολίτευση ενώ ο Πρόεδρος, μετά από παρέμβαση του Συμβουλίου Συνεργασίας των Χωρών του Αραβικού Κόλπου, υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και με τις εκλογές του Φεβρουαρίου 2012 παρέδωσε την εξουσία στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Abd Rabbuh Mansur al-Hadi.

Ο πρόσφατος και συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος που ταλανίζει τη χώρα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, προκάλεσε την πρόσφατη στρατιωτική παρέμβαση της Σαουδικής Αραβίας περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο το ήδη ασταθές και αβέβαιο πολιτικό, οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον που επικρατεί στη χώρα. Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν “Houthi” κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά και ανάγκασαν τον Πρόεδρο της χώρας που υποστηρίζεται από πολλές δυτικές χώρες, Abd Rabbuh Mansur Hadi, να εγκαταλείψει τη χώρα. Με σκοπό την ομαλοποίηση της κατάστασης και την κάμψη της αντίστασης των ανταρτών και των επαναστατών, η Σαουδική Αραβία στην στρατιωτική της επέμβαση δημιούργησε συμμαχία με άλλα αραβικά κράτη τα οποία συμμετέχουν εξίσου στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, όπως η Αίγυπτος, η Ιορδανία, το Σουδάν και το Μπαχρέϊν ενώ παράλληλα στενή συνεργασία υπάρχει και με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εμφύλια σύρραξη και οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων αντικρουόμενων ομάδων διαρκεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως μεταξύ του ISIS και της Al Quaeda, ενώ οι ισχυρότεροι όλων είναι οι επαναστάτες “Houthi” οι οποίοι υποστηρίζονται από την κυβέρνηση του Ιράν. Η γενικότερη κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας παραμένει τελείως αβέβαιη και ρευστή με τις στρατιωτικές επεμβάσεις να συνεχίζονται ενώ χιλιάδες πρόσφυγες εγκαταλείπουν την εμπόλεμη ζώνη προς περισσότερο ασφαλείς περιοχές.

Οικονομικό – Επιχειρηματικό Περιβάλλον

Είναι γεγονός ότι οι δύο διαφορετικές οντότητες, η Βόρειος και η Νότιος Υεμένη, βίωσαν τελείως και εκ διαμέτρου αντίθετες οικονομικές, επιχειρηματικές και πολιτικές εξελίξεις. Το Νότιο τμήμα της χώρας είχε χαρακτηριστικά αστικού και εκσυγχρονισμένου περιβάλλοντος, καλλίτερο και αποτελεσματικότερο εκπαιδευτικό σύστημα, σε σύγκριση με το Βόρειο τμήμα της χώρας καθώς και την ύπαρξη διαφόρων φυλών κυρίως στις αγροτικές περιοχές και των δύο τμημάτων της χώρας.

Μετά την ένωση των δύο κρατών και την δημιουργία της Δημοκρατίας της Υεμένης τον Μάϊο 1990 η συνολική έκταση της χώρας έφθασε στα 528.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα περίπου και σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα επίσημα στοιχεία ο συνολικός πληθυσμός της χώρας αγγίζει τα 24 εκατομμύρια περίπου. Παρόλα αυτά και την αύξηση του πληθυσμού της χώρας, το Α.Ε.Π. δεν ξεπερνά τα 40 δις $ περίπου, γεγονός που σημαίνει ότι το Κατά Κεφαλή Ετήσιο Εισόδημα δεν ξεπερνά τα 1.700 $ το χρόνο. Το προηγούμενο χρονικό διάστημα η τοπική οικονομία παρουσίαζε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με παράλληλη μείωση των εσόδων του κράτους κυρίως λόγω της δραματικής μείωσης των εξαγωγών.

Παράλληλα εξανεμίσθηκαν όλες οι δυνατότητες για εκβιομηχάνιση της εγχώριας οικονομίας καθώς επίσης μειώθηκαν σημαντικά και οι δυνατότητες αύξησης της γεωργικής παραγωγής, με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στην αγροτική παραγωγή και στην διάθεση και κατανάλωση αγροτικών και γεωργικών προϊόντων. Σε συνέχεια των ανωτέρω η κατάσταση της οικονομίας και άσκησης της επιχειρηματικότητας στη χώρα επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, μετά τα γεγονότα στον Αραβικό Κόλπο και τους δύο πολέμους στο Ιράκ, όταν αρκετοί Υεμενίτες που εργάζονταν σε χώρες του εξωτερικού δεν είχαν την δυνατότητα αποστολής μεταναστευτικών εμβασμάτων, λόγω και της απομάκρυνσής τους από πολλές Αραβικές χώρες που εργάζονταν.

Η ενοποίηση των δύο τμημάτων της χώρας δεν είχε τις ίδιες θετικές επιπτώσεις στη χώρα ιδιαίτερα σε αυτούς που ζούσαν στις νότιες περιοχές. Οι διαμάχες και οι διαφωνίες για περισσότερα δικαιώματα σταδιακά αυξάνονταν ενώ παράλληλα αύξανε και ο αριθμός και η δύναμη των εξτρεμιστών στις νότιες περιοχές της χώρας. Η πολύπλοκη όσο και αβέβαιη αυτή κατάσταση είχε και εξακολουθεί έως και σήμερα να έχει έντονα αρνητικές επιπτώσεις και συνέπειες στην οικονομική και επιχειρηματική ανάπτυξη της χώρας. Ο πόλεμος του 1994, μεταξύ του βορείου και νοτίου τμήματος της χώρας, αποδυνάμωσε και εξαφάνισε τα τελευταία διαθέσιμα κεφάλαια της χώρας ενώ συγχρόνως προκάλεσε υπέρογκη αύξηση των δαπανών για στρατιωτικό και αμυντικό εξοπλισμό.

Εκτός των ανωτέρω, ο πόλεμος της περιόδου εκείνης προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερα οικονομικά προβλήματα και σημαντική οικονομική ασφυξία στη χώρα. Το 1997 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προώθησε δύο προγράμματα για να ενισχύσει την οικονομία της χώρας και να εφαρμόσει τις απαραίτητες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Το πρώτο από τα δύο προγράμματα αποσκοπούσε στη μείωση των αυξανόμενων ποσοστών φτώχειας στη χώρα ενώ το δεύτερο στην ολοκλήρωση του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων, τη βελτίωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και την αύξηση των θέσεων εργασίας ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Παρόλα αυτά τα αποτελέσματα και των δύο προγραμμάτων δεν ήταν τα αναμενόμενα και σε γενικές γραμμές θεωρήθηκαν ότι απέτυχαν. Προσπάθειες που έγιναν σε διάφορα χρονικά διαστήματα για αύξηση των διαφόρων εσόδων κυρίως μέσω της επιβολής φόρων στις πωλήσεις απέτυχαν, ενώ συνάντησαν μεγάλες και έντονες διαμαρτυρίες από την πλειοψηφία του πληθυσμού. Παράλληλα διάφοροι αρνητικοί παράγοντες επιδείνωσαν περισσότερο την γενικότερη κατάσταση και απορρύθμισαν σε μεγάλο βαθμό την αγορά και την επιχειρηματικότητα στη χώρα. Ως ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα εκτιμώνται οι έντονες πολιτικές αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων πολιτικών δυνάμεων.

Οι σχέσεις της Υεμένης με τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ο τότε Πρόεδρος της χώρας Ali Abdullah Saleh τάχθηκε υπέρ του Σαντάμ Χουσέϊν στο πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991. Οι χώρες του Κόλπου έως και σήμερα είναι οι βασικοί χρηματοδότες της οικονομίας και της ενίσχυσης των δομών του κράτους της Υεμένης, μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων και προγραμμάτων υγείας, προγραμμάτων υποδομών και μεταφορών και άλλων βασικών έργων υποδομών.

Στους τομείς των εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου η Υεμένη έχει επίσης αρκετές δυνατότητες. Η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου για το 2014 έφθασε στα 133.000 βαρέλια ενώ η παραγωγή φυσικού αερίου έφθασε στο ίδιο διάστημα στα 270 εκατομμύρια κυβικά πόδια. Παρόλα αυτά η παραγωγή και οι εξαγωγές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας. Οι ξένες και εγχώριες επιχειρήσεις προσπαθούν να επενδύσουν στους εν λόγω τομείς, αλλά πολιτικοί παράγοντες και η σοβαρή έλλειψη εμπιστοσύνης στην δημόσια διοίκηση της χώρας, σε συνδυασμό με την αδιαφάνεια που επικρατεί, καθιστούν αδύνατη την ανάληψη οποιασδήποτε επενδυτικής πρωτοβουλίας.

Συμπερασματικά θα πρέπει να τονισθεί ότι η οικονομική, κοινωνική και επιχειρηματική ανάπτυξη της χώρας και της οικονομίας της θα πρέπει να απεγκλωβισθούν από οποιαδήποτε πολιτικά παιχνίδια και αντιπαραθέσεις. Μόνον έτσι θα εξασφαλισθεί η πολιτική ηρεμία και σταθερότητα, παράγοντες στρατηγικής σημασίας για την περαιτέρω οικονομική, επιχειρηματική και κοινωνική νηφαλιότητα και την δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα προσελκύσει περισσότερους ξένους επενδυτές και θα τονώσει όλους τους κλάδους της οικονομίας.

Modern Diplomacy, με πληροφορίες από το γραφείο ΟΕΥ της Ελληνικής Πρεσβείας στη Τζέντα

Tags : insightinvestΓεωπολιτικήΜέση Ανατολήυεμενη