Connect with us

OPINION

Το πολιτικό κενό της Ευρώπης

Published

on

Η αποσπασματική συναίνεση που διαχρονικά νομιμοποιούσε σχετικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα και η οποία τροφοδοτούνταν από πολιτικές εκροές της διαδικασίας ενοποίησης όπως οι ελευθερίες μετακίνησης και κατανάλωσης τίθεται σήμερα ολοσχερώς υπό αμφισβήτηση.

Η ευρωκρίση διαίρεσε την ΕΕ σε χώρες πιστωτές και χώρες οφειλέτες με αντιστοίχως αυτοτελή συμφέροντα.   Η διαίρεση αυτή εκφράζεται καθαρά σε συγκρούσεις στο επίπεδο του ευρωπαϊκού συμβουλίου και διαπερνά όλα τα όργανα της Κοινότητας όπως την ΕΚΤ. Από την έναρξη της κρίσης η Γερμανία έλαβε την θέση του κύριου πιστωτή από μια καθαρά εθνική σκοπιά , αφού ο κύριος στόχος ήταν η διάσωση γερμανικών τραπεζών.

Η πρώτη διάσωση που εφαρμόστηκε το 2010 με βάση το παράδειγμα της Ελλάδας δεν αφορούσε μόνο την Ελλάδα αλλά και τις μεγαλύτερες χώρες της ευρωζώνης υπό την έννοια ότι επιχειρήθηκε μια μείωση των πολλαπλασιαστών δυσπιστίας απέναντι στις πυρηνικές χώρες της Ευρωζώνης . Με άλλα λόγια αν μειωνόταν η εμπιστοσύνη των αγορών στην Ελλάδα, θα μειωνόταν αναπάντεχα και για άλλες χώρες τις ευρωζώνης όπως την Ισπανία, την Ιταλία και ίσως ακόμα και τη Γαλλία, αυξάνοντας απεριόριστα τον βαθμό διακινδύνευσης . Ενώ λοιπόν υπήρχε η ρήτρα της μη διάσωσης κρατών (no bail out) και το κάθε κράτος στην ουσία είχε την υπευθυνότητα για τα χρέη του αυτή παραβιάστηκε και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που διασύρθηκε το ευρώ στην κοινή γνώμη των ισχυρών βόρειων χωρών. Είναι προφανές ότι η εν λόγω στάση δεν μπορούσε παρά να συναντήσει εξ αρχής σοβαρές αντιρρήσεις στον βόρειο-ευρωπαϊκό πληθυσμό και ειδικά στον γερμανικό, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να έχει εικόνα του κόστους διάσωσης και της κατανομής του. Οι αντιρρήσεις αυτές του γερμανικού πληθυσμού αντανακλούν απρόθυμη την στάση των πολιτών και σε άλλες χώρες της ΕΕ. Η απροθυμία αυτή δεν ερμηνεύεται ως φαινόμενο εθνικισμού αλλά αποτελεί έκφανση ενός δημοκρατικού ελλείμματος στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε η αντιμετώπιση της ευρωκρίσης δεν συγκρούστηκε μόνο με το ισχύον ευρωπαϊκό δίκαιο, αλλά παραβίασε πολλές φορές το πεδίο αρμοδιότητας εθνικών κοινοβουλίων. Υπό την επίκληση συνθηκών εκτάκτου ανάγκης τα αρμόδια όργανα της ευρωζώνης και ειδικά η λεγόμενη τρόικα επέβαλαν κοινοβουλευτικές διαδικασίες του κατεπείγοντος, υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα , κάτι που αντιβαίνει τόσο   στο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της Ε.Ε., όσο και στην δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση των πολιτών .

Με βάση τα παραπάνω οφείλει να υποθέσει κανείς λογικά ότι εάν πράγματι υπάρχει μια αναβίωση της οπισθοδρόμησης προς το εθνικό κράτος τότε αυτό είναι αποτέλεσμα μιας λανθασμένης ευρωπαϊκής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Μιας πολιτικής που καθορίστηκε επί των πλείστον από την γερμανική κυβέρνηση της Angela Merkel. Όσο απλουστευτικό και να είναι το εν λόγω επιχείρημα στον πυρήνα του δεν στερείται αλήθειας, ειδικότερα εάν λάβουμε υπόψη συνολικά την ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης κρίσεων συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της Ουκρανίας και του προσφυγικού.

Η τάση επανεθνικοποίησης της ευρωπαϊκής πολιτικής φαίνεται άλλωστε από την δημόσια κλιμακούμενη σύγκρουση μεταξύ των ηγετών των κρατών. Αντί να γίνουν βήματα προς μία ευρωπαϊκή ομοσπονδία κρατών δημιουργήθηκε ένα πολύπλοκο σύστημα αμοιβαίων ελέγχων , κανόνων και κυρώσεων με βάση το οποίο τα κράτη προβαίνουν συνεχείς σε αμοιβαίες επικρίσεις και καταδίκες . Το δυσλειτουργικό ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα δημιουργεί συνεχείς διχασμούς και δεν διευκολύνει πλέον τις συναινέσεις ελλείψει των απαραίτητων δικλείδων ασφαλείας.

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση διαθέτει επομένως αποσπασματικό χαρακτήρα υπό την έννοια της ύπαρξης ενός μεγάλου πολιτικού κενού της έλλειψης ενός ενιαίου ομοσπονδιακού ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας που θα μπορούσε να μεσολαβήσει ρυθμιστικά και εξομαλυντικά στα επιμέρους κράτη μέλη με μέσα από μια ενιαία ομοσπονδιακή πολιτική τόσο στον δημοσιονομικό όσο και στον κοινωνικοοικονομικό τομέα.

Ενώ λοιπόν η νομισματική ένωση από την αφετηρία της διέθετε τον χαρακτήρα ενός πολιτικού εγχειρήματος σήμερα έλαβε τον χαρακτήρα ενός τεχνοκρατικού υπεροικοδομήματος στο οποίο τα πάντα ελέγχονται από διαφανείς και παρασκηνιακούς θεσμούς. Δυστυχώς στο Μάαστριχτ δεν υλοποιήθηκε η αρχική πρόθεση να τεθούν τα θεμέλια για μια Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση η οποία θα προσέφερε την απαραίτητη καθοδήγηση και ευταξία και σε βάθος χρόνου και μια δέσμη δικλείδων ασφαλείας. Σήμερα λοιπόν η Ευρώπη πληρώνει με την ευρωκρίση καθυστερημένα το τίμημα για την γερμανική ενοποίηση . Το ευρώ ως σκληρό νόμισμα υπήρξε άλλωστε παράγωγο μιας   μεγάλης συναλλαγής μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας. Η Γαλλία υποσχέθηκε όπως και έγινε να στηρίξει την πρόοδο και ολοκλήρωσης της   γερμανικής ενοποίησης και η Γερμανία με την σειρά της έδειξε πρόθυμη να εγκαταλείψει το δικό της πολύ σκληρό μάρκο και να συμμετάσχει ενεργά στην περιπέτεια του ευρώ μαζί με μαλακά νομίσματα . Η Γερμανία όμως επέμεινε στην στης έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στην Φραγκφούρτη και στην συγκρότηση της με βάση τα αυστηρά γερμανικά κριτήρια.

Παρά τις αρνητικές πτυχές που ενέσκηψαν όμως με την κρίση χρέους στην Ευρώπη, εδραιώθηκε πλέον διάχυτα η πεποίθηση ότι η αποδέσμευση της νομισματικής ένωσης από την πολιτική ένωση υπήρξε ένα ιστορικό λάθος, μία άποψη που ασπάζονται πλέον όλες οι χώρες της ευρωζώνης   εκφράζοντας παράλληλα την ετοιμότητα να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα προς την πολιτική ενοποίηση.

Για να εξέλθει με δημοκρατικό τρόπο η ΕΕ από την κρίση νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης που την διακατέχει θα πρέπει να αναχαιτίσει τον κίνδυνο αυτονόμησης των μεμονωμένων εκτελεστικών εξουσιών. Μόνο όταν το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο είναι σε θέση να ελέγξει τις εθνικές κυβερνήσεις εξίσου αποτελεσματικά όπως το κάνουν τα εθνικά κοινοβούλια τις εθνικές κυβερνήσεις είναι δυνατή μια μεταβίβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο του καθοριστικού κυριαρχικού δικαιώματος στον τομέα της κύρωσης προϋπολογισμών .

Αυτό θα είναι το πρώτο μεγάλο βήμα για την περαιτέρω ενοποιητική πορεία.

OPINION

Περί «δημοκρατικής αποσύνδεσης»

Published

on

Μετά τις εκλογές στην Ολλανδία και  στην Γαλλία αλλά και την ήττα των ακροδεξιών δυνάμεων του Geert Wilders και της Le Pen αντίστοιχα, την τάση αποδυνάμωσης τω λαϊκιστών της AfD (Εναλλακτική για την Γερμανία) στην Γερμανία και  την υφιστάμενη τάση υποχώρησης των συντηρητικών δυνάμεων του BREXIT στην Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε κανείς να εκφράσει την  αισιοδοξία , ότι ο ακροδεξιός λαϊκισμός αρχίζει να αναχαιτίζεται. Να χάνει την μαγεία που είχε μέχρι πρότινος.

Είναι προφανές ότι η τάση απομόνωσης της ακροδεξιάς ενισχύεται, από την παράδοξη παρουσία του Donald Trump o οποίος    αναπαριστάνει στους πολίτες πολύ γλαφυρά με τις πολιτικές που ασκεί και την στάση που τηρεί στα διεθνή θέματα πόσο καταστροφική μπορεί να αποβεί  μία εκλογική προτίμηση εμφορούμενη αποκλειστικά από την διαμαρτυρία και χωρίς κανέναν ορθολογισμό. Από την άλλη πλευρά βέβαια η ίδια η καταστροφική  συμπεριφορά και ρητορική των ακροδεξιών σχημάτων στα κοινοβούλια αποτιμάται μέχρι στιγμή σε εντεινόμενο πολιτικό κόστος.     Παρόλα αυτά όμως δεν υπάρχει κανένας λόγος για  αισιόδοξες αποτιμήσεις. Διότι υπάρχει μία υπολανθάνουσα τάση που ενδυναμώνεται διαχρονικά και αφορά τους νέους ανθρώπους στις δυτικές δημοκρατίες.  δηλαδή ακριβώς εκείνη την ομάδα του πληθυσμού που συνδεόταν κάποτε με προοδευτικές αντιλήψεις και την κοινωνική αλλαγή. Ακριβώς λοιπόν αυτή η πληθυσμιακή ομάδα της νέας γενιάς φαίνεται να χάνει την εμπιστοσύνη της απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς και μάλιστα χωρίς να υπάρχουν από πουθενά ενδείξεις ότι η τάση αυτή είναι αναστρέψιμη.

Μία πολύ σοβαρή ένδειξη σε αυτή την κατεύθυνση αποτελεί πρόσφατη έρευνα για λογαριασμό της European Broadcasting Union (EBU).

Στην  έρευνα αυτή πάνω από 200.000 ερωτηθέντες από 18έως 34 ετών   συμπλήρωσαν μία φόρμα ερωτηματολογίου  online, δίδοντας πληροφορίες όσον αφορά την στάση τους σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα. Τα αποτελέσματα που αξιολογήθηκαν είναι τρομακτικά για την δημοκρατία δυτικού τύπου. Συνολικά 82 % των ερωτηθέντων δεν έχουν καμία ή ελάχιστη  εμπιστοσύνη στην πολιτική , 79 % δυσπιστούν απέναντι στα ΜΜΕ και 56 %  απέναντι στην δικαιοσύνη.

Αξιόλογα είναι και τα αίτια  που παρατίθενται για την δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στην πολιτική. Από την μερίδα εκείνων που δεν διαθέτουν εμπιστοσύνη στην πολιτική το 80 % αναφέρει ότι η κοινωνία δεν του έδωσε δυνατότητα να δείξει τις ικανότητες του . Στο σύνολο των ερωτηθέντων η ομάδα αυτή  καταλαμβάνει ένα ποσοστό της τάξεως του 63 %. Μία μερίδα 71% εκείνων που αμφισβητεί το  πολιτικό σύστημα  και 63 % συνολικά θεωρεί ότι υπάρχουν πάρα πολύ άνθρωποι που λαμβάνουν αδικαιολόγητα βοηθήματα από το κράτος. Ένα ποσοστό 68 % εκείνων που δυσπιστούν απέναντι στην πολιτική και 53 % στο σύνολο των ερωτηθέντων,  δηλώνει ετοιμότητα να συμμετάσχει σε μία  εξέγερση κατά της εξουσίας.  Η πιο εύλογη ερμηνεία των παραπάνω αποτελεσμάτων είναι ότι υπάρχει ένας  μεγάλος αριθμός νέων Ευρωπαίων  οι οποίοι προφανώς έχουν απολέσει την πίστη τους στο πολιτικό σύστημα που τους περιβάλει, με την έννοια ότι δεν ελπίζουν πλέον ότι θα τους δώσει  το δικαίωμα και την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν ελεύθερα την προσωπικότητα τους. Αυτή όμως ήταν ανέκαθεν η υπόσχεση ευτυχίας που έδιναν εν δυνάμει οι δυτικές δημοκρατίες. Την ίδια στιγμή αυξάνεται και η δυσπιστία απέναντι στις δομές του κράτους υπό την έννοια ότι η πλειοψηφία των νέων Ευρωπαίων αισθάνεται προδομένη από τις άλλες γενιές αλλά και από το σύστημα.

Όσον αφορά κάποια ενδεικτικά παραδείγματα χωρών είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στην ευημερούσα  Γερμανία  στην οποία η δυσπιστία των νέων  απέναντι στο σύστημα δεν είναι τόσο δραματική, πολλοί κάνουν λόγω για διχασμένη χώρα υπό την έννοια ισχυρών διακρίσεων της νέας γενιάς σε πολλαπλά επίπεδα.   Όπως έδειξε σε πρόσφατη μελέτη του ο δημοσιογράφος Alexander Hakelüken (2017) οι Γερμανοί κάτω των 50 ετών έχουν μικρότερα εισοδήματα σε σχέση με προηγούμενες γενιές ενώ η χώρα ταυτόχρονα υποφέρει από μία συνεχώς εντεινόμενη εκπαιδευτική αδικία. Την ίδια στιγμή αυξάνεται δραματική το ρίσκο της φτώχειας για τις νέες  γενιές διότι οι νέοι  άνθρωποι δεν έχουν πλέον την δυνατότητα που είχαν  οι προηγούμενες γενιές να ενταχτούν σε μία κανονική σχέση εργασίας. Αυτή η κανονική σχέση εργασίας, δηλαδή μία μόνιμη πρόσληψη με όρους συλλογικών συμβάσεων,  συμπεριλαμβανομένης απεριόριστης κοινωνικής ασφάλισης   κάποτε ήταν ο κανόνας ενώ σήμερα είναι η εξαίρεση. Όποιος ζει σήμερα μόνος του και είναι   κάτω των 35 ετών  κινδυνεύει εξίσου να πέσει κάτω από το όριο της φτώχειας όπως μία μοναχή μητέρα με παιδιά. Κοινωνική εκρηκτική ύλη υπάρχει επομένως άφθονη και στην γερμανική κοινωνία.   Σε όλες σχεδόν τις έρευες διαφαίνεται μία εντατικοποίηση της εκπαιδευτικής αδικίας. Τα κοινωνικά στρώματα εκείνα που είναι απομακρυσμένα την δυνατότητα μίας υψηλόβαθμης εκπαίδευσης δεν έχουν δυνατότητα να κατοχυρώσουν ένα επαρκές όριο ασφαλούς διαβίωσης. Φυσικά θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την μεθοδολογία ερευνών οι οποίες στηρίζονται σε online ερωτηματολόγια διότι κρύβουν υψηλό ποσοστό λάθους. Υπάρχει για παράδειγμα υψηλή πιθανότητα στοχευμένου επηρεασμού συμμετοχής ορισμένων ομάδων που ανήκουν στην λαϊκιστική ακροδεξιά.

Όμως και αμιγώς επιστημονικές έρευνες όπως έδειξαν οι πολιτικοί επιστήμονες Roberto Stefan Foa και Yasha Mounk (2017) έχουν όμοια αποτελέσματα. Οι δύο ερευνητές εξέτασαν τα αποτελέσματα των ερευνών γύρω από τις πολιτικές αξίες σε όλο τον κόσμο (World Values Survey) και διαπίστωσαν ότι για τους νέους  ανθρώπους  όλο και λιγότερο είναι καθοριστικό  να ζούνε σε μία Δημοκρατία. Στην Μεγάλη Βρετανία για παράδειγμα  το ποσοστό εκείνων που τάσσονται οπωσδήποτε υπέρ της δημοκρατίας είναι διπλάσιο σε εκείνες στις γενιές του 1930 σε σχέση με τις γενιές του 1980. Ομοίως δραματικά είναι τα αποτελέσματα  για την Ολλανδία και τις  ΗΠΑ. Οι δύο ερευνητές διαπιστώνουν μία διαδικασία  αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας την οποία ορίζουν ως «δημοκρατική αποσύνδεση», που σημαίνει  ότι  τα λαϊκά θεμέλια των ώριμων δημοκρατιών διαβρώνονται.

Αυτό σημαίνει ότι οι νέες  γενιές ξυπνάνε καθημερινά με την αίσθηση ότι η δημοκρατία δεν έχει να τους προσφέρει παρά μόνο ανυπόστατες ελπίδες.

Αναλυτικότερα οι  Mounk / Foa ανάπτυξαν  ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης με τρεις παράγοντες. Πρώτον, αναρωτιούνται πόσο σημαντικό θεωρούν   οι πολίτες  η χώρα τους να  παραμείνει δημοκρατική. Δεύτερον, οι ερευνητές  αναζητούν πόσο ανοιχτοί  είναι οι πολίτες για  μη δημοκρατικές μορφές  διακυβέρνησης όπως ένα στρατιωτικό καθεστώς.

Τρίτον οι ερευνητές  παρατηρούν, κατά πόσο κερδίζουν έδαφος  αντισυστημικά κόμματα  και λαϊκιστικά κινήματα .

Τα ευρήματά των ερευνητών και στα τρία προαναφερθέντα πεδία   δείχνουν μια αποδυνάμωση της Δημοκρατίας. Την ευθύνη για αυτό φέρουν κυρίως οι νέες  γενιές. Στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες οι  ηλικιωμένοι  είναι ακόμα ένθερμοι υποστηρικτές των αρχών της  Δημοκρατίας. Όσοι γεννήθηκαν πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο θεωρούν κατά 72 % ότι είναι σημαντικό να ζούνε σε μία δημοκρατία ενώ την ίδια άποψη έχουν μόλις 30 % όσων γεννήθηκαν μετά το 1980. Αντιστρόφως ανάλογα  αυξάνονται ιδιαίτερα μεταξύ των νέων οι επικριτές της δημοκρατίας . Σε αντίθεση με το αναμενόμενο  , η συμμετοχή των νέων πολιτών  σε δημοκρατικέ διαδικασίες μειώνεται. Μεταξύ των νέων υπάρχουν λιγότερα κομματικά μέλη σε σχέση με τους πιο ηλικιωμένους ενώ απέχουν περισσότερο από τις εκλογές και από τις διαδηλώσεις.

Την  όλο και περισσότεροί   ερωτηθέντες θεωρούν ένα στρατιωτικό καθεστώς «καλό» ή «πολύ καλό» . Το  1995 μόλις  6 % απαντούσε θετικά στο ενδεχόμενο ενός στρατιωτικού καθεστώτος στις ΗΠΑ. Σήμερα το ποσοστό έχει φτάσει στο17 % . Ένα στρατιωτικό καθεστώς ή ένας  «ισχυρός άνδρας» ως ηγέτης αποκτούν όλο και μεγαλύτερη δημοτικότητα σύμφωνα με τους ερευνητές  στη Γερμανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε απόκλιση με τις δημοκρατικές αρχές και αξίες , ορισμένες χώρες αποκτούν όλο και περισσότερο μία αυταρχική μορφή διακυβέρνησης. Ο Donlad Trump για παράδειγμα  εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ το Νοέμβριο με ένα μήνυμα που απευθύνεται συγκεκριμένα κατά την επικρατούσας τάξης πραγμάτων . Στη Γαλλία και τη Σουηδία, οι δεξιοί λαϊκιστές κερδίζουν πολιτικό έδαφος. Στην Πολωνία και την Ουγγαρία, οι πολιτικοί ηγέτες έχουν αρχίσει να διαλύουν  τις δημοκρατικές ελευθερίες. Στη Βενεζουέλα, η «αριστερή επανάσταση” έχει εκφυλιστεί σε μια de facto δικτατορία.

Όλα τα παραπάνω  όμως σημαίνουν  ότι ο αγώνας κατά του εξτρεμισμού μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες ακόμα και πολύ πιθανόν  η εγγενής  έκρηξη εξτρεμιστικών ομάδων και τάσεων κάθε τύπου όπως παρουσιάζονται σήμερα  στις δυτικές δημοκρατίες να μην αποτελούν μόνο στιγμιότυπα της περιόδου 2010-2017 αλλά να απασχολήσουν έντονα και τις επόμενες γενιές. Ως εκ τούτου αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη και την  μείωση των ανισοτήτων ενδέχεται να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο για την επανασύνδεση του λαού με την δημοκρατία . Ειδικότερα τα δημοκρατικά πολιτικά σχήματα θα πρέπει να επιδοθούν σε έναν αγώνα δρόμου για να προσφέρουν εκ νέου την πεποίθηση στις νέες γενιές ότι η ύπαρξη τους μετράει και παίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία. Εάν τα δημοκρατικά και προοδευτικά  πολιτικά σχήματα αποτύχουν ως προς αυτό τότε το λαϊκιστικό κύμα που ζούμε σήμερα σε όλο τον κόσμο αποτελεί προάγγελο χειρότερων δεινών .

Continue Reading

OPINION

Έξοδος από την επιτροπεία και βιώσιμη ανάπτυξη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥΛΗΣ

Published

on

Από το 2010 η Ελλάδα βιώνει μία από τις πιο επώδυνες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις στην ιστορία της ως αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης, του πελατειακού κράτους, της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, με ευθύνη των πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν τον τόπο τα τελευταία τριάντα χρόνια, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν αποδυνάμωσαν ακόμη περισσότερο την ελληνική οικονομία και όξυναν τα δομικά της προβλήματα.

Μεταξύ 2010-14, το οικονομικό μείγμα που εφαρμόστηκε, δεν αντιμετώπισε τα αίτια της κρίσης, αντίθετα όξυνε τις κοινωνικές ανισότητες, ισοπέδωσε το κοινωνικό κράτος, απορρύθμισε την αγορά εργασίας, αφήνοντας παράλληλα ανεξέλεγκτη την φοροδιαφυγή και την φοροαποφυγή.

Αντιπαραγωγικές πολιτικές

Η αποδιοργάνωση του παραγωγικού ιστού και οι αντιαναπτυξιακές πολιτικές στραγγάλισαν την αγορά, ενώ η μακροχρόνια ύφεση εκτίναξε την ανεργία και τη φτώχεια. Με δύο λέξεις, η χώρα κατέληξε να αποτελεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν και δοκιμάστηκαν αποτυχημένες πολιτικές, με μια ανίκανη πολιτική ηγεσία που έδινε τη συγκατάθεσή της και ώθησε τη χώρα σε ένα διαρκές σπιράλ ύφεσης.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να «συμμαζέψει» το κράτος, να βγάλει τη χώρα από την επιτροπεία, να επαναφέρει την οικονομία στην κανονικότητα και να κρατήσει την κοινωνία όρθια. Η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, απαιτεί προσήλωση στο στόχο, διαρκείς διαπραγματεύσεις, τήρηση των δεσμεύσεων και αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, προστασία των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.

Κανένα κράτος-μέλος και καμία κυβέρνηση στην ΕΕ και την Ευρωζώνη δεν βρέθηκε ποτέ στο παρελθόν σε αντίστοιχη θέση με την Ελλάδα, γεγονός που αναγνωρίζεται από ολοένα και μεγαλύτερο ακροατήριο στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η ελληνική κυβέρνηση αναπτύσσει όλο αυτό το διάστημα μια φιλο-ευρωπαϊκή ατζέντα με κύριους πυλώνες την ενδυνάμωση της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής, ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο για την Ευρωζώνη, και την καταπολέμηση της ανεργίας και την ενίσχυση της απασχόλησης.

Και οι τρεις πυλώνες αποτελούν βασικές πολιτικές προτεραιότητες των προοδευτικών δυνάμεων στην ΕΕ, οι οποίες ασκούν πίεση προς τις συντηρητικές δυνάμεις στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο.

Μέσα σε αυτό πλαίσιο, ο διάλογος που αναπτύσσεται για το μέλλον της Ευρώπης, οι προκλήσεις και απειλές για την ΕΕ, αντανακλώνται στην ελληνική περίπτωση.

Προς ένα νέο μοντέλο

Ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών και των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Κύπρο και αλλού, έχουν αντιληφθεί ότι χρειάζεται ένα νέο πολιτικό και οικονομικό μοντέλο για να διασώσουμε την ΕΕ από την κίνδυνο διάλυσης.

Η αναγνώριση και το «διάβασμα» των σύνθετων συσχετισμών και πολιτικών ισορροπιών εντός της ΕΕ μας βοηθά όλους να βάλουμε σε τάξη τα κομμάτια που συνθέτουν το «παζλ» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, και πως όλα τα συγκρουόμενα συμφέροντα αντικατοπτρίζονται στην πορεία της αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος.

Βρισκόμαστε έναμισι χρόνο πριν την ολοκλήρωση του προγράμματος. Η αξιολόγηση πρέπει να ολοκληρωθεί άμεσα με έναν δίκαιο συμβιβασμό από όλες τις πλευρές, με σεβασμό στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και αναγνώριση των σημαντικών βημάτων που έχουν γίνει. Οι προσπάθειες της ελληνικής πλευράς πρέπει να ενταθούν ώστε να πετύχουμε βιώσιμη ανάπτυξη εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Η έξοδος από την επιτροπεία δεν σημαίνει επιστροφή στα λάθη του παρελθόντος, αλλά σε πολιτικές που θα ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις ανάγκες και τις συλλογικές διεκδικήσεις της ελληνικής κοινωνίας, με αναπτυξιακές πολιτικές, με την επιστροφή των νέων στην πατρίδα μας και τη συμβολή της νέας γενιάς στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

(*) Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά, στην πλατφόρμα ενημέρωσης ευρωπαϊκών θεμάτων «EU Observer».

Continue Reading

OPINION

Τα social media προβληματίζονται για το μέλλον της Ευρώπης

ΓΙΩΡΓΟΣ Ξ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ

Published

on

Το μέλλον της Ευρώπης αποτελεί ένα από τα κύρια θέματα του ελληνικού διαδικτύου καθώς οι ολλανδικές εκλογές, η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων, η υπογραφή της Διακήρυξης της Ρώμης αποτελέσαν και την αφορμή για διαδικτυακά ντιμπέιτ. Τα social media προσέγγισαν και αυτά με το δικό τους τρόπο το θέμα και έδειξαν με βάση την καταγραφή των συναισθημάτων να υιοθετούν ερμηνείες με κοινό τους σημείο τον έντονο προβληματισμό για την Ευρώπη.

Η οντότητα «Μέλλον Ευρώπης» κατέγραψε σύμφωνα με το paloPro 51.804 συνολικές αναφορές για το χρονικό διάστημα 12 – 26 Μαρτίου 2017. Το Twitter συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό αναφορών και ακολούθησαν τα Sites με μικρότερη διαφορά. Τα ποσοτικά στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική διαδικτυακή κοινή γνώμη επικεντρώθηκε στην άμεση ενημέρωση και το σχολιασμό της ειδησεογραφίας.

Τα συναισθήματα των αναφορών του ελληνικού διαδικτύου εμφανίζουν μια ισορροπία ανάμεσα σε ουδέτερα, αρνητικά και θετικά συναισθήματα που με βάση τα ποιοτικά στοιχεία παρουσιάζουν διαφορετικές ερμηνείες.

Θεματολογία

Η θεματολογία για την υπό εξέταση οντότητα επικεντρώθηκε σε θεσμικά θέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο τι εκπροσωπεί, στις ολλανδικές εκλογές  και σε σχολιασμούς για το μέλλον της.  Το Top 10 Topics του paloPro ανέδειξε ως βασική θεματολογία τις ακόλουθες αναφορές:

  • Tην νίκη του κεντροδεξιού Mάρκ Ρούτε έναντι του ακροδεξιού Γκέερτ Βίλντερς στην Ολλανδία.
  • Ότι οι 27 ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ρώμης 60 χρόνια μετα την ιδρυτική ομώνυμη Συνθήκη .
  • Ότι η Σύνοδος Κορυφής για την προετοιμασία του Brexit θα πραγματοποιηθεί στις 29 Απριλίου
  • Ότι ο Πάπας Φραγκίσκος κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιδείξει αλληλεγγύη και συνοχή τονίζοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί ο λαϊκισμός.
  • Τη δήλωση του πρόεδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  Ζαν Κλοντ Γιούνκερ   ότι «για εμένα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το κοινωνικό κεκτημένο της Ε.Ε. εφαρμόζεται στην Ελλάδα και σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε.».
  • Τις διαφορετικές διαδηλώσεις και πορείες που έγιναν στη Ρώμη στο περιθώριο της 60ης επετείου από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης όπου και  συμμετείχαν χιλιάδες πολίτες.

Συμπεράσματα

Η ενδελεχής μελέτη των ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων του paloPro μας δείχνει ότι η ελληνική κοινή διαδικτυακή γνώμη βλέπει με αβεβαιότητα  το μέλλον της Ευρώπης. Τα social media αναλυτικότερα εκτιμούν ότι:

  • H νίκη του κεντροδεξιού Μαρκ Ρούτε στην Ολλανδία αν και θεωρείτε ένα ισχυρό ράπισμα προς το λαϊκισμό και την ακροδεξιά δεν λύνει το πρόβλημα.
  • Η ΕΕ παρουσιάζει ένα έλλειμα δημοκρατίας στη λήψη αποφάσεων και μια  απουσία κοινωνικής πολιτικής.
  • Η επιβολή της λιτότητας  φαίνεται να αποτελεί την «αχίλλειο πτέρνα της ΕΕ» καθώς διχάζει κράτη-μέλη και δημιουργεί πρώτης και δεύτερη κατηγορίες ευρωπαίους πολίτες.
  • Η οικονομική κρίση προκαλεί αρνητικά συναισθήματα για την ΕΕ και ενισχύει τα ακροδεξιά κόμματα και το λαϊκισμό που την εκμεταλλεύονται και τάσσονται κατά της.
  • Η ελληνική οικονομική κρίση προκαλεί αρνητικές τάσεις για την ΕΕ που εκφράζονται κυρίως ως αντίσταση στην επιβολή των μέτρων λιτότητας που την παρομοιάζουν με μια νέα «γερμανική κατοχή».
  • Η ΕΕ μπορεί να επιβιώσει αν αλλάξει πολιτικές που θα δώσουν τέλος στο λαϊκισμό δημιουργώντας ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.
  • Η ΕΕ θεωρείται παρά τα προβλήματά της απαραίτητη για το μέλλον της Ευρώπης.
  • Η ΕΕ θα πρέπει να υιοθετήσει μια λήψη αποφάσεων με γνώμονα τις ανάγκες όλων των κρατών – μελών και να αναδείξει ένα κοινωνικό πρόσωπο.

Continue Reading

Latest

NEW AGE DIPLOMACY1 week ago

Η εποχή της διπλωματίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας

Η ενέργεια διαμορφώνει τον τρόπο λειτουργίας των οικονομιών και των κοινωνιών μας και βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της παγκόσμιας ατζέντας...

GREEN PLANET2 months ago

Πως συνδέονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με την περιβαλλοντική ασφάλεια

Τα ανθρώπινα δικαιώματα συνδέονται άμεσα με την περιβαλλοντική ασφάλεια. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, οι φυσικοί πόροι και η δίκαιη διανομή...

ΕΥΡΩΠΗ4 months ago

Βία στα χρόνια της εικόνας και των fake news

Στην εποχή των fake news, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται

NEW AGE DIPLOMACY6 months ago

Βιο-διπλωματία: Η εθνική και πολιτισμική ταυτότητα αναπόσπαστες διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης

Η επικοινωνία σε όλο τον κόσμο γίνεται ολοένα ταχύτερη και πιο αξιόπιστη, παρέχοντας μία διαφορετική προοπτική του χρόνου και του...

NEW AGE DIPLOMACY8 months ago

UNESCO: Η παγκόσμια συνείδηση χρειάζεται άμεσα rebranding

Διπλωμάτης, διανοούμενος, πολίτης του κόσμου. Μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του από το Κατάρ τον Μάρτιο του 2016, πολλές χώρες...

Trending

Copyright © 2018 PRESSCODE