Loading Posts...

Οι σχέσεις Κύπρου-Αιγύπτου βρίσκονται σε μια από τις καλύτερες φάσεις στην ιστορία τους. Και αυτό σημειώνεται σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού. Η βούληση των δύο παραπάνω κρατών, μαζί και με την Ελλάδα αποτυπώθηκε στα τελικά κείμενα της δεύτερης και τρίτης τριμερούς συνάντησης που είχαν, τον Απρίλιο και τον Δεκέμβριο, αντίστοιχα, του 2015.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να παρουσιαστούν συνοπτικά οι οικονομικές σχέσεις Αιγύπτου-Κύπρου. Αρχικά, γίνεται μια σύντομη ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των βασικών οικονομικών στοιχείων για το διμερές εμπόριο των τελευταίων οικονομικών ετών. Έπειτα, αναλύονται οι επενδυτικές και τουριστικές ροές μεταξύ τους. Τέλος, γίνεται μια συνολική αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων και εκφράζεται η γνώμη του γράφοντος ως προς τη δυναμική των οικονομικών σχέσεων Αιγύπτου-Κύπρου.

Διμερές εμπόριο

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι αιγυπτιακές εξαγωγές προς την Κύπρο σημείωσαν δραματική μείωση από το 2013 στο 2014: από $ 296 εκ. σε μόλις $ 72,2 εκ. Πρόκειται για μείωση της τάξεως του 75%. Σε μεγαλο βαθμο, αυτό μπορει να αποδοθει στο ξεσπασμα της Αραβικης Ανοιξης και την άνοδο της μουσουλμανικής αδελφότητας. Εξάλλου, μια ενδελεχέστερη ματιά στις εμπορικές επιδόσεις της Αιγύπτου εν γένει εκείνη τη χρονιά δείχνει πως υπήρξε πτώση. Φυσικό επακόλουθο ήταν η Κύπρος να μην αποτελέσει εξαίρεση. Σε αντίθεση με αυτή τη διετία, από το 2010 και έπειτα παρατηρείται σταθερά αυξητική τάση στον όγκο των εξαγωγών της Αιγύπτου προς την Κύπρο.

Από την άλλη πλευρά, οι εισαγωγές της Αιγύπτου από την Κύπρο είναι σταθερά μικρότερου όγκου. Δεδομένου και του ότι η Αίγυπτος είναι μια μεγαλύτερη αγορά στην οποία μπορούν να διοχετευθούν περισσότερα αγαθά, συνάγεται πως το μεταξύ τους εμπόριο επωφελεί περισσότερο την Κύπρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, ανάλογη μείωση με αυτή των αιγυπτιακών εξαγωγών υπάρχει και στις εισαγωγές. Με άλλα λόγια, το διμερές εμπόριο Αιγύπτου-Κύπρου γνώρισε μείωση και από τις δύο πλευρές. Συγκεκριμένα, το 2014, εισήχθησαν στην Αίγυπτο αγαθά συνολικής αξίας $80,3 εκ. ενώ το 2013 ο όγκος έφτανε τα $305,8 εκ.. Κοινώς, σημειώθηκε μείωση σχεδόν 74%. Τα προηγούμενα οικονομικά έτη, σημειώθηκαν ορισμένες διακυμάνσεις, ιδίως μεταξύ 2007 και 2011, ενώ από το 2011 έως το 2013 υπήρξε έντονα αυξητική η τάση.

Αναφορικά με τις εξαγωγές της Αιγύπτου, τα κυριότερα αγαθά για το 2013 ήταν τα καύσιμα, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 91% του συνολικού τους εμπορίου. Άλλα σημαντικά αγαθά που εμπορεύονταν είναι η ξυλεία (3,2%) και τα μέταλλα (1,3%). Από τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι το κυριότερο αγαθό είναι τα καύσιμα, και δη το πετρέλαιο.

Ως προς τα αγαθά που εισήγε η Αίγυπτος από την Κύπρο κατά το οικονομικό έτος του 2013, προεξάρχοντα είναι και εδώ τα καύσιμα, που αναλογούν στο 85,8% του συνολικού όγκου των εισαγωγών. Ακολουθούν τα ενδιάμεσα αγαθά με 11,2%, και τα ορυκτά (10%). Οι υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών έχουν μερίδιο από 1,4% και κάτω (π.χ. κεφάλαια, μέταλλα και τρόφιμα).

Οι εξαγωγές της Αιγύπτου προς την Κύπρο αποτελούν περίπου το 0,6% του συνόλου των αιγυπτιακών εξαγωγών για το οικονομικό έτος του 2013.

Από την άλλη πλευρα, οι εξαγωγές της Κύπρου προς την Αίγυπτο απετέλεσαν το 1,5% του συνόλου των εξαγωγών για το οικονομικό έτος του 2012. Από τα παραπάνω μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αμφότερες χώρες δεν έχουν ιδιαίτερους οικονομικούς δεσμούς. Ωστόσο, το ποσοστό είναι διπλάσιο για την Κύπρο.

Τουριστικές ροές

Αναφορικά με τον τουρισμό μεταξύ Αιγύπτου και Κύπρου, αξίζει να σημειωθεί ότι στις τριμερείς συναντήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ των δύο παραπάνω και της Ελλάδος, υπήρξε πρόνοια και για τον τουριστικό κλάδο. Συγκεκριμένα, αναγνώρισαν πως αποτελεί «ζωτική συνιστώσα της οικονομίας» και συμφωνήθηκε να συνεργαστούν στην υλοποίηση κοινών έργων, με τη συμμετοχή των φορέων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ανάπτυξη κοινών τουριστικών πακέτων και κρουαζιέρων, η ενίσχυση της θαλάσσιας σύνδεσης μεταξύ των τριων χωρών για τη μεταφορά τόσο εμπορευμάτων όσο και επιβατών και η έναρξη συνεργασίας σε θέματα ναυτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Επιπλέον, η πρόσφατη κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας και η ένταση που προκλήθηκε μεταξύ των δύο χωρών είχε επιπτώσεις και στον τουρκικό τουρισμό, μετά την απόφαση να σταματήσουν οι πωλήσεις ταξιδιωτικών πακέτων από τη Ρωσία προς τη γειτονική χώρα. Η οικονομική απώλεια υπολογίζεται σε € 4 δις., ενώ η Ρωσία υποστηρίζει ότι αυτό το ποσό ανέρχεται σε € 10 δις.

Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι πως δημιουργείται ένα τουριστικό «κενό» στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Η «δεξαμενή» αυτή των τουριστών πρέπει να διοχετευθεί σε άλλες χώρες. Επομένως, προκαλείται ένας ανταγωνισμός -μεταξύ άλλων και η Κύπρος με την Αίγυπτο- ώστε να «κερδίσουν» αυτούς τους τουρίστες.

Επενδυτικές ροές

Με βάση στοιχεία του ΟΗΕ που αναλύουν τη δεκαετία 2001-2012, υπάρχουν διακυμάνσεις στον συνολικό όγκο επενδυτικών εισροών στην Αίγυπτο. Ενώ η δεκαετία ξεκίνησε με εισροές ύψους $ 0,5 δις., έκλεισε με εκτίναξη στα $ 6,4 δις., με αποκορύφωμα το 2007, όπου άγγιξε τα $ 11,6 δις. Ωστόσο, δεν υπήρξαν παρόμοιες διακυμάνσεις και στις επενδυτικές εισροές από την Κύπρο. Αναλυτικότερα, στα έτη 2006-2008 υπήρξε ένα εύρος από $ 3 εκ. έως $ 12 εκ. Τα έτη με τις μεγαλύτερες εισροές είναι το 2009 και το 2010 με $ 50 εκ. και $ 60 εκ. αντίστοιχα. Την επόμενη χρονιά σημειώθηκε καθίζηση, με μόλις $ 2 εκ., ενώ το 2012 ανέβηκε ξανά στα $ 12 εκ.

Από την άλλη πλευρά, οι αιγυπτιακές άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κύπρο είναι σταθερά μικρότερου μεγέθους. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης της δεκαετίας, τα ποσά ήταν μικρότερα των $ 10 εκ., ενώ το 2012 βρισκόταν μόλις στο $ 1 εκ. Αυτό συνεπάγεται πως η Κύπρος δεν έδειξε να αποτελεί σημαντικό επενδυτικό χώρο για την Αίγυπτο. Δε μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για την Κύπρο, η οποία διοχέτευσε αρκετά μεγαλύτερης αξίας επενδύσεις στην Αίγυπτο.

Οι τριμερείς διασκέψεις που έχουν λάβει χώρα αποδεικνύουν πως τα τρία κράτη έχουν αντιληφθεί τα πιθανά οφέλη – πολιτικά και οικονομικά – της μεταξύ τους συνεργασίας, χωρίς να αποκλείουν το ενδεχόμενο συμμετοχής και άλλων κρατών, όπως το Ισραήλ.

Αυτό επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη συνάντηση των κυρίως Τσίπρα, Σίσι και Αναστασιάδη στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου. Οι τρεις ηγέτες υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Αθήνας, με την οποία επισφραγίστηκε η συνεργασία τους. Οι τομείς στους οποίους θεωρούν ότι υπάρχουν περιθώρια συνεργασίας είναι η ενέργεια, η ναυτιλία και ο τουρισμός, τομεις οι οποίοι μπορούν να αποφέρουν σημαντικά και απτά οικονομικα οφελη.

Η συνεργασία τους θα συμβάλει στην αύξηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών της περιοχής. Επιπρόσθετα, θα αποτελέσει ένα μέσο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της «νέας ασφάλειας» (π.χ. ISIL, μεταναστευτικές ροές). Τέλος, η συμμετοχή σε ένα περιφερειακό σχήμα συνεργασίας θα αυξήσει τη διαπραγματευτική ισχύ των επιμέρους χωρών. Αν και ο μικρός αριθμός των συνομιλητών καθιστά τις διαπραγματεύσεις αποτελεσματικότερες – καθώς τα ίδια τα κράτη ενδιαφέρονται για τη φήμη τους και την αξιοπιστία τους ως συνεργάτες – μια εξίσου σημαντική πρόκληση για τις χώρες είναι η μεταπήδησή τους από τη θεωρία στην πράξη. Αν και οι τρεις χώρες εξέφρασαν σταθερά τη βούλησή τους να συνεργαστούν, η εφαρμογή των συμπεφωνημένων και η μετουσίωση της επιθυμίας τους σε έργο είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για αυτές κατά τους επόμενους μήνες και έτη.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΔΕΥΤΕΡΑΙΟΣ

Ο Φίλιππος Δευτεραίος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων, είναι απόφοιτος του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών & Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών με ειδίκευση στο Ευρωπαϊκό Τραπεζικό Δίκαιο. Αυτή την περίοδο παρακολουθεί μεταπτυχιακό πρόγραμμα με ειδίκευση στα Χρηματοοικονομικά.

Leave a Comment