close
c072cd81b28e1948f39a3598c5667133_L
Οι συγγραφείς του βιβλίου “Το Ισραηλινό λόμπι και η Αμερικανική εξωτερική πολιτική” John Mearsheimer και Stephen Walt, ισχυρίζονται πως στόχος τους είναι να ενθαρρύνουν μια σαφέστερη και πιο ειλικρινή συζήτηση για το θέμα. Δυστυχώς, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.

“Το Ισραηλινό λόμπι” θα σκληρύνει περισσότερο τις απόψεις και δεν θα βοηθήσει στην ανάπτυξη των νέων Αμερικανικών θέσεων στη Μέση Ανατολή. Περιπλέκοντας την πολιτική συζήτηση, όχι μόνο στις ΗΠΑ, θα δώσει τροφή και θα διευκολύνει τους Αντισημίτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι προθέσεις των συγγραφέων δεν είναι αυτές, θα έχουν όμως το αντίθετο αποτέλεσμα.

Οι Mearsheimer και Walt, οι οποίοι είναι γνωστοί για το ρεαλισμό τους, φαίνεται πως εγκαταλείπουν το “δομικό ρεαλισμό” για αυτό που ονομάζουμε “πολιτικό ρεαλισμό”. Η άποψη ότι οι πεποιθήσεις, οι αξίες, και τα συμφέροντα των διαφόρων εσωτερικών παραγόντων διαμορφώνουν την αντίληψή τους για το εθνικό συμφέρον και ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των εσωτερικών δυνάμεων και διεθνών συνθηκών, είναι το κλειδί για την κατανόηση της πολιτικής. Αυτός ο πολιτικός ρεαλισμός είναι σημαντικά πλουσιότερος και πιο ουσιαστικός στην προσέγγιση των θεμάτων, από το δομικό ρεαλισμό που ειδικά ο Mearsheimer, υποστήριξε στο παρελθόν.

Κάποιος πρέπει επίσης να επαινέσει τους δύο συγγραφείς για την απόφασή τους να εστιάσουν σε ένα σημαντικό θέμα, που δεν έχει την προσοχή που του αναλογεί. Η Αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή είναι ένα θέμα που δεν γίνεται εύκολα κατανοητό. Οι οργανώσεις που υποστηρίζουν το Ισραήλ, οι επιτροπές πολιτικής δράσης (PACs), αλλά και διάφορες προσωπικότητες, επηρεάζουν πολιτικούς και δημοσιογράφους. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της Μέσης Ανατολής στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική, πρέπει να ερευνηθούν αυτοί οι παράγοντες και η επιρροή τους. Ακόμα κι αν “το Ισραηλινό λόμπι ” δεν είναι τελικά τόσο χρήσιμο όσο ελπίζουν, οι Mearsheimer και Walt έχουν βοηθήσει με ένα αξιοθαύμαστο και θαρραλέο τρόπο, να ανοίξει μια αναγκαία συζήτηση σε ένα αμφισβητούμενο και φλέγον ζήτημα. Δεν πρέπει να υπάρξει κανένα ταμπού μεταξύ των μελετητών της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – καμία ερώτηση που δεν θα πρέπει να υποβληθεί, κανένα ζήτημα που να θεωρηθεί πολύ καυτό για να χειριστεί, καμία σχέση ή συμμαχία, όσο βαθιά και δυνατή και αν είναι, που να μην αναλυθεί σε βάθος.

Η πεποίθηση των συγγραφέων πως οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βρουν τρόπο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ της τρέχουσας πολιτικής και των εθνικών φιλοδοξιών Παλαιστινίων και άλλων Αράβων είναι σωστή, πλην όμως, οι απόψεις που διατυπώνουν για τις εναλλακτικές λύσεις των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, είναι αρκετά απλοϊκές και αισιόδοξες – το ίδιο λάθος που κάνουν και οι νεοσυντηρητικοί. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν να ξεπεραστούν τόσο εύκολα όσο νομίζουν και οι τρόποι που προτείνουν για την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι απίθανο να οδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, ακόμα και αν κάποιες από τις ανησυχίες που διατυπώνουν είναι βάσιμες.

Τα προβλήματα του βιβλίου αρχίζουν πολύ νωρίς και είναι πολύ βαθιά, για παράδειγμα στη σελίδα 14 αναφέρουν: “Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν στο Ισραήλ εντυπωσιακή υλική ενίσχυση και διπλωματική υποστήριξη και ο κύριος λόγος είναι η δράση του λόμπι, αυτή η άκριτη και απεριόριστη υποστήριξη δεν είναι προς το εθνικό συμφέρον”. Σημειώστε την ολίσθηση. Η ” εντυπωσιακή ” υποστήριξη της πρώτης πρότασης, σιωπηρά  μεταβάλλεται στο “άκριτη και απεριόριστη” υποστήριξη της τελευταίας. “Εντυπωσιακό” δεν είναι το ίδιο πράγμα με το “άκριτο και απεριόριστο,” αλλά οι συγγραφείς προχωρούν σαν ήταν. ΥποστηρίζουνΥποστηρίζουν τη σαφήνεια και την αρχή της αυστηρής λογικής, αλλά οι μέθοδοί τους είναι χαλαρές και ρητορικής φύσης. Αυτό το εξαιρετικά άτυχο πάντρεμα μεταξύ των αξιώσεων της σοβαρής πολιτικής ανάλυσης και των προτύπων των χρονογραφημάτων, υποσκάπτουν τις υποθέσεις που θέλουν να κάνουν και δίνουν σε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου έναν δυσάρεστα ανειλικρινή τόνο. Στην επαγγελματική λογοτεχνία, σπάνια αντιμετωπίζουμε ένα τέτοιο χάσμα μεταξύ της φιλοδοξίας και της απόδοσης, όσο στο “Ισραηλινό λόμπι.” Οι Mearsheimer και Walt αποτυγχάνουν να καθορίσουν “το λόμπι” με έναν σαφή τρόπο. Η αναφορά των τρόπων που το λόμπι ασκεί επιρροή και η περιγραφή της δύναμης την οποία χειρίζεται είναι ασυνάρτητη, όπως και η χρήση των στοιχείων που επικαλούνται.Στο επίπεδο της γεωπολιτικής, ο χειρισμός της σύνθετης πραγματικότητας της Μέσης Ανατολής που επιχειρούν, αποτυγχάνει να αποδείξει είτε τον αναμφισβήτητο καθορισμό του εθνικού συμφέροντος που το επιχείρημά τους προϋποθέτει, ή την ανωτερότητα που ισχυρίζονται για την πολιτική που προτείνουν.

Πέρα από αυτά τα λάθη, η έλλειψη ευαισθησίας που οι συγγραφείς πολύ συχνά επιδεικνύουν στο χειρισμό δύσκολων ζητημάτων, το βιβλίο θα πείσει πολλούς αναγνώστες ότι, παρά τις συχνές διακηρύξεις τους περί του αντιθέτου, οι συγγραφείς είναι πονηροί και κακόβουλοι αντισημίτες. Είναι θλιβερό να ξεκινήσει μια άσκοπη συζήτηση για το χαρακτήρα ή τις προθέσεις των συγγραφέων. “Το Ισραηλινό λόμπι” είναι ένα βιβλίο που θα λατρέψουν οι αντισημίτες, αλλά δεν είναι απαραίτητα και ένα αντισημιτικό βιβλίο.

Μέσα ή έξω από το λόμπι;

Το πρόβλημα αρχίζει με τον καθορισμό του λόμπι, σημειώνουν οι Mearsheimer και Walt, είναι μια εν συντομία περιγραφή του χαλαρού συνασπισμού ατόμων και οργανώσεων που εργάζονται για τη διαμόρφωση της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε μια κατεύθυνση υποστήριξης των Ισραηλινών θέσεων. Το λόμπι, όπως το βλέπουν, περιλαμβάνει και τις ομάδες με σκληρή γραμμή, όπως το γνωστό AIPAC και το CUFI (Ενωμένοι Χριστιανοί για το Ισραήλ) και ομάδες όπως the “Israel Policy Forum”, “the Tikkun Community”, και “Americans for Peace Now”. Όλες αυτές οι ομάδες συμφωνούν στην υπεράσπιση του Ισραήλ, το λόμπι εργάζεται προς την κατεύθυνση της υποστήριξης των Ισραηλινών θέσεων, αν και σε πολλές περιπτώσεις διαφωνούν μεταξύ τους ως προς το ποια πολιτική είναι καλύτερη για το Ισραήλ.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν σαφώς πως το λόμπι δεν είναι συνωμοτικό ούτε αντιπατριωτικό.  Παραδέχονται πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων το απαρτίζουν, πιστεύει ειλικρινά πως ότι είναι καλό για το Ισραήλ είναι καλό και για τις Ηνωμένες Πολιτείες, και αντίστροφα. Γεγονός είναι πως πολλές ομάδες διαφοροποιούνται από την Ισραηλινή πολιτική σε πολλά σημεία και τείνουν να ασπαστούν σκληροπυρηνικές απόψεις.

Έτσι δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα. Αν όλοι , από το AIPAC ως το Americans for Peace Now, είναι μέλη του λόμπι, ποια ακριβώς είναι η πολιτική ατζέντα που υποστηρίζει το λόμπι; Και αν η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σε διάφορα ζητήματα συμφωνεί με ορισμένες απόψεις διαφορετικών συστατικών του λόμπι, ποιο θα ήταν το κριτήριο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να μετρήσουμε την επιρροή του λόμπι συνολικά; Ποια είναι η σχέση μεταξύ της εσωτερικής δυναμικής αυτού του διαιρεμένου λόμπι και της πολιτικής του Ισραήλ και της ευρύτερης αμερικανικής κοινωνίας; Όταν το θέμα φτάνει σε αυτό το σημείο, οι Mearsheimer και Walt δείχνουν να μην έχουν απαντήσεις. Δηλώνουν υποστηρικτές του Ισραήλ, γιατί πιστεύουν πως το κράτος έχει δικαίωμα ύπαρξης. Θαυμάζουν τα επιτεύγματά του και επιθυμούν μια ασφαλή ζωή για τους πολίτες του. Δηλώνουν κατηγορηματικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βοηθήσουν το Ισραήλ “εάν κινδυνεύει η ύπαρξή του”. Υποστηρίζουν πως η πολιτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι αντιπαραγωγική, θεωρώντας πως η υπό όρους ενίσχυση της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ θα είναι πιο αποτελεσματική και θα το οδηγήσει σε ενέργειες που αφενός εξασφαλίζουν την επιβίωσή του, αφετέρου θα ωφελήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Φροντίζουν δε, τόσο παθιασμένα για αυτό, γράφοντας ένα τόσο μεγάλο και αμφισβητούμενο βιβλίο για το θέμα. “Προφανώς δεν είμαστε μέρος του Ισραηλινού λόμπι,” λένε. Αλλά με βάση την ερμηνεία τους, κατά πόσο αυτό ισχύει;

Οι Mearsheimer και Walt υποστηρίζουν πως όταν συγκρούονται τα συμφέροντα ΗΠΑ και Ισραήλ, πρέπει να μπαίνουν πρώτα τα Αμερικανικά συμφέροντα, αυτή όμως την άποψη υποστηρίζει και η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του λόμπι. Συνεπώς, σε τι διαφέρουν από τη μεγάλη μάζα των Αμερικανών πολιτών, εβραίους και μη, οι οποίοι ενδιαφέρονται για το Ισραήλ και το δικαίωμά του στην επιβίωση; Οι συγγραφείς του βιβλίου έχουν βρει ένα ορισμό για το λόμπι που περιλαμβάνει όλους, από τον Jimmy Carter και τον George Soros, ως τον Paul Wolfowitz και τον Tom DeLay. Δεδομένου ότι κάθε πιθανή πολιτική θέση, υποστηρίζεται από κάποιο μέλος αυτού του λόμπι, το λόμπι δεν χάνει ποτέ, οτιδήποτε και αν συμβαίνει στην Ουάσιγκτον. Οι πιέσεις του Προέδρου Clinton για εκτεταμένες παραχωρήσεις του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη, είναι προφανώς μια νίκη του λόμπι, η υποστήριξη του Προέδρου Bush προς τον Ariel Sharon απορρίπτοντας κάθε συζήτηση για εδαφικές παραχωρήσεις, άλλη μια νίκη. Μαύρο, κόκκινο ή ζερό: ο λόμπι ποτέ δεν χάνει.

Τα κέρδη της επιρροής

Από ένα τέτοιο ορισμό δεν προκύπτει τίποτα θετικό. Δυστυχώς, ο απολογισμός τους για το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι εξίσου ασαφής. Το λόμπι χρησιμοποιεί τις ίδιες, ή διαφορετικές τεχνικές για να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων; Μια Ισραηλινή κυβέρνηση των Εργατικών, έχει διαφορετικές σχέσεις με το λόμπι από μια κυβέρνηση του Λυκούντ; Ποιος συνδυασμός κυβερνήσεων σε ΗΠΑ και Ισραήλ διευκολύνει τη δουλειά του λόμπι; ποιο πολιτικό περιβάλλον αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση; Οι Mearsheimer και Walt φαίνεται πως δεν έχουν χρόνο για τέτοιες λεπτομέρειες.

Το βιβλίο θα ήταν πιο χρήσιμο αν ασχολούταν με το τι πραγματικά κερδίζει το λόμπι σε όποια από τις μεταλλαγές του. Ένα μεγάλο μέρος αφορά την ενίσχυση, και τα οπλικά συστήματα. Ποιο είναι όμως το πραγματικό όφελος; Οι συγγραφείς παρουσιάζουν κάποιες εκτιμήσεις για την οικονομική αξία αυτών των παροχών, αλλά δεν είναι σαφές πόσο σημαντικά είναι, είτε στην αμυντική στρατηγική του Ισραήλ είτε στην πολιτική στη Μέση Ανατολή. Έπειτα είναι η αναφορά στην πίεση για τα ευνοϊκά προς το Ισραήλ, ψηφίσματα του Κογκρέσου. Είναι απαραίτητη μια πιο σοβαρή ανάλυση του πραγματικού αντίκτυπου αυτών των αποφάσεων. Το Αμερικανικό πολιτικό σύστημα παρέχει εύκολες επιφανειακές νίκες στους λομπίστες που ασκούν ελάχιστη ή καμία πραγματική επιρροή στην πολιτική. Οι Mearsheimer και Walt δεν αποδεικνύουν πως αυτές οι αποφάσεις αντιπροσωπεύουν ένα πραγματικό έλεγχο πάνω σε  κρίσιμα θεμάτων εθνικής πολιτικής είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες είτε στη Μέση Ανατολή.

Επίσης απογοητευτικός είναι ο αρκετά συμβατικός απολογισμός της σχέσης των νεοσυντηρητικών με τους Ισραηλινούς, οπαδούς της σκληρής γραμμής. Κατά τους συγγραφείς υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ τους, πάντα προς όφελος των Ισραηλινών συμφερόντων στον τομέα της ασφάλειας. Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφορές στις απόψεις τους. Οι νεοσυντηρητικοί θεωρούν πως όταν απομακρυνθούν τα δικτατορικά Αραβικά καθεστώτα, οι λαοί που επιθυμούν τη δημοκρατία θα αναθεωρήσουν τη στάση τους έναντι του Ισραήλ, προχωρώντας σε έναν διαφορετικό πολιτικό πολιτισμό. Οι συντηρητικοί Ισραηλινοί βλέπουν με δυσπιστία αυτές τις απλοϊκές ελπίδες των νεοσυντηρητικών.

Εντύπωση προκαλεί η φτωχή ανάλυση και της εσωτερικής αμερικανικής πολιτικής, ιδιαίτερα όταν γίνεται από δυο σοβαρούς ακαδημαϊκούς. Η παράθεση επιστολών ή ομιλιών μελών του AIPAC, παρουσιάζονται ως αποδείξεις της δύναμης του λόμπι. Είναι γνωστό πως οι ομάδες που υποστηρίζουν το Ισραήλ είναι μοναδικές στο να χρησιμοποιούν τρόπους για να “φουσκώσουν” τα επιτεύγματά τους, κάτι που κάνουν και οι περισσότερες ομάδες άλλωστε, αναγκαίο για να βρουν περισσότερους υποστηρικτές στην επόμενη “μάχη ζωτικής σημασίας”. Παραθέτοντας τέτοιες δηλώσεις σκέφτηκαν πως καταδικάζουν το λόμπι μέσα από τα ίδια τα λεγόμενά του. Οι απλοί αναγνώστες μπορεί να εντυπωσιαστούν, όσοι γνωρίζουν περισσότερα στην Ουάσιγκτον, γνωρίζουν την πραγματική αξία τέτοιων δηλώσεων.

Οι Mearsheimer και Walt υποστηρίζουν ότι η χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών είναι μια σημαντική πηγή δύναμης του Ισραηλινού λόμπι, αλλά η περαιτέρω ανάλυση δεν φαίνεται να δικαιώνει τους ισχυρισμούς. Η Γερουσιαστής Hillary Clinton ενισχύθηκε για την προεκλογική της εκστρατεία το 2006, με 30.000$ από τέτοιες ομάδες (PACs) Στην πραγματικότητα αυτό το ποσό είναι αρκετά μικρότερο από αυτό που αναφέρει επίσημα το Center for Responsive Politics ως χρηματική υποστήριξη από φιλοισραηλινές ομάδες και ανέρχεται στα 328.000$. Αν αυτό το ποσό φαίνεται εντυπωσιακό, ήταν μόλις το 1% των χρημάτων που συγκέντρωσε για την προεκλογική της καμπάνια. Στις εκλογές του 2000 και του 2004 πήγαν πολύ περισσότερα στους Δημοκρατικούς και οι εβραίοι ψηφοφόροι ψήφισαν μαζικά υπέρ τους. Πως εξηγείται η μεγάλη επιρροή σε ένα Πρόεδρο που δεν ψήφισαν, δεν υποστήριξαν και δεν ενίσχυσαν οικονομικά; Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει πως τα λιγοστά χρήματα που τοποθετούνται στρατηγικά μπορεί να ασκήσουν κάποια επιρροή. Οι συγγραφείς του βιβλίου δεν παραθέτουν συνολικά στοιχεία για τη πραγματική δύναμη αυτής της χρηματοδότησης, αυτό δεν είναι ΄σοβαρή επιστημοσύνη.

Μια ειδική σχέση

Όπως κάποιος θα περίμενε από ειδικούς σε θέματα διεθνών σχέσεων, το βιβλίο θα εστίαζε περισσότερο επαγγελματικά στη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής, από ότι στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Παραδέχονται πως κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου τα συμφέροντα Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ ήταν κοινά και πως για διαφορετικούς λόγους ήθελαν να κρατήσουν τους Σοβιετικούς μακριά από την περιοχή. Εντούτοις, αυτό αποδυναμώνεται σημαντικά μετά από το 1989. Υποστηρίζουν πως η Αμερικανική πολιτική παραμένει σταθερά ευθυγραμμισμένη με την Ιερουσαλήμ, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχουν πλέον κοινά στρατηγικά συμφέροντα ή κοινές ηθικές αξίες, και αυτό οφείλεται στη δύναμη του Ισραηλινού λόμπι.

Η γεωπολιτική ανάλυση που κάνουν για τη θέση του Ισραήλ είναι ενδιαφέρουσα και από πολλές απόψεις χρήσιμη, αλλά φαίνεται πως δεν βλέπουν πώς περικόπτει τη σημασία του λόμπι. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, το Ισραήλ είναι η κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη, και τα τεράστια πλεονεκτήματά του σε οπλικά συστήματα και τεχνολογία είναι τόσο μεγάλα, που η Αμερικανική υποστήριξη σε αυτό τον τομέα δεν είναι απαραίτητη. Όπως αναφέρουν, η οικονομική και η στρατιωτική βοήθεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μειωθεί ή και να σταματήσει εντελώς, χωρίς να υπάρξει καμία επίπτωση στην Ισραηλινή ασφάλεια. Το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει, είναι αφού αυτή η ενίσχυση δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία για το Ισραήλ, πως η απειλή για τη μείωσή της θα επιδρούσε στην συμπεριφορά του; Και εάν αυτή η ενίσχυση είναι σχετικά μικρής σπουδαιότητας στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, οι προσπάθειες του λόμπι να κερδίσει περισσότερη ενίσχυση από το Κογκρέσο δεν είναι ουσιαστικά σημαντικές. Εν ολίγοις, η Αμερικανική ενίσχυση δεν αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων, και η πιθανή μείωσή της θα ασκούσε μικρή επίδραση στη διαπραγματευτική θέση του Ισραήλ – συμπεραίνοντας με αυτό τον τρόπο ότι η επιρροή του Ισραηλινού λόμπι στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα, δεν διαδραματίζει κανένα σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της πορείας των γεγονότων στη Μέση Ανατολή.

Οι συγγραφείς του βιβλίου φαίνεται πως υποτιμούν τη σημασία της συμμαχίας με το Ισραήλ για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν το Ισραήλ θεωρήσει πως η Αμερικανική εξωτερική πολιτική μετατοπιζόταν προς μια εχθρική κατεύθυνση, θα μπορούσε να επιλέξει την υποστήριξη από μια άλλη μεγάλη δύναμη. Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστιας σημασίας στρατιωτική θέση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, και τη δυνατότητά της να παρέχει σε έναν νέο σύμμαχο προηγμένα Αμερικανικά όπλα και υπηρεσίες πληροφοριών, η Κίνα, η Ρωσία, και η Ινδία θα ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολύτιμο σύμμαχο, που θα άξιζε γι’αυτό να χάσουν λίγη δημοτικότητα στις Αραβικές χώρες. Το Ισραήλ έχει αλλάξει συμμάχους και στο παρελθόν: Το 1948-49 κέρδισε τον πόλεμο με όπλα από το Ανατολικό μπλοκ, σύμμαχος με τη Γαλλία και την Αγγλία το 1956, ειδικά η Γαλλία ήταν ο πιο σημαντικός σύμμαχος το 1967 (η Γαλλία ήταν και η πηγή της πυρηνικής τεχνολογίας του Ισραήλ). Αυτή η πιθανή μετατόπιση, ανησυχεί ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους βασικούς Αμερικανικούς στόχους στη Μέση Ανατολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν να αποτρέψει οποιαδήποτε άλλη δύναμη προσπαθήσει να κερδίσει μια στρατηγική βάση εκεί. Μια συμμαχία του Ισραήλ- της κυρίαρχης στρατιωτικής δύναμης στην πιο ζωτικής σημασίας περιοχή του πλανήτη-  με άλλες μεγάλες δυνάμεις, θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική και να μειώσει τις προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. Συνεπώς, η διατήρηση αυτής της σχέσης με το Ισραήλ, διαχειριζόμενοι ταυτόχρονα και το ανάλογο κόστος, είναι η πραγματική πρόκληση για την Αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή.

Η άποψη που εκφράζεται στο βιβλίο για την επιστροφή Ισραηλινών και Παλαιστινίων στις διαπραγματεύσεις με βάση το Camp David το 2000 είναι σωστή, με τη διαφορά πως το Ισραήλ δεν μπορεί να αναγκαστεί να διαπραγματευτεί με τους Αμερικανικούς όρους, αλλά να πειστεί. Μια νέα διαπραγματευτική διαδικασία χρειάζεται καρότα και όχι μαστίγια. Αν εμφανιστούν αυτά τα καρότα, οι Mearsheimer και Walt θα το καταγγείλουν ως ακόμα ένα θρίαμβο του λόμπι, ή θα το θεωρήσουν ως την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να προωθήσουν τα συμφέροντά τους σε συντονισμό αναπόφευκτα με μια τοπική δύναμη, σε μια από τις εκρηκτικότερες περιοχές του κόσμου;

Το Εβραϊκό ζήτημα

Μετά την εσωτερική πολιτική και τη γεωπολιτική, ο πολιτισμός και ειδικά το ζήτημα του αντισημιτισμού. Έχουν υπάρξει ήδη δημόσιες κατηγορίες περί αντισημιτισμού, και θα προκύψουν και άλλες. Θέλω να γίνω σαφής: αυτές οι κατηγορίες είναι τραβηγμένες. Οι Mearsheimer και Walt δηλώνουν ξεκάθαρα πως δεν είναι αντισημίτες και τίποτα μέσα στο βιβλίο δεν αποδεικνύει το αντίθετο. Αν ήταν προσεκτικότεροι στις κρίσεις και στις εκφράσεις τους όλη αυτή η έντονη κριτική θα είχε αποφευχθεί.

Οι συγγραφείς κάνουν αυτό που οι αντισημίτες κάνουν πάντα: μεγαλοποιούν τη δύναμη των Εβραίων. Αν και κατέβαλλαν προσπάθεια να διαφοροποιηθεί η εργασία τους από τα αντισημιτικά κείμενα, η εικόνα που διαμορφώνουν, θυμίζει κάποια από τα πιο άσχημα στερεότυπα στην αντισημιτικά πραγματεία. Τα πλοκάμια των Σιωνιστών εμπλέκονται στον πόλεμο του Ιράκ, κατευθύνουν και τα δυο μεγάλα κόμματα, ελέγχουν τα ΜΜΕ και τιμωρούν τη θαρραλέα μειονότητα των καθηγητών και των πολιτικών που τολμούν να πουν την αλήθεια- καταθλιπτικά οικεία συλλογιστική. Μερικοί αναγνώστες θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς υπηρετούν σκοπιμότητα. Στην πραγματικότητα, έχουν μπερδέψει την πολιτική δραστηριότητα υπέρ του Ισραήλ και των στρατηγικών συμφερόντων. Δεν αποτελεί έγκλημα να κάνεις λάθος και μια λανθασμένη εκτίμηση για τους Εβραίους δεν σε κάνει αντισημίτη. Αλλά η ρητορική αδεξιότητα και οι περιστασιακά ανεπιτυχείς φράσεις καθιστούν την υπεράσπισή τους δυσκολότερη.

Οι συντάκτες καταλήγουν υιοθετώντας επίσης μια ευρέως χρησιμοποιημένη τακτική που έχει μια ειδική ιστορία στην αντισημιτική λογοτεχνία. Όταν οι αντισημίτες συγγραφείς και οι πολιτικοί κάνουν κακοήθεις επιθέσεις, οι Εβραίοι είναι σε διπλά άσχημη θέση: αν δεν απαντήσουν στις προσβολές , οι κατηγορίες επιβεβαιώνονται, εκφράζοντας την αποστροφή τους για τις κατηγορίες δίνουν την ευκαιρία στους αντισημίτες να παρουσιαστούν ως τα θύματα δυσφημιστικής εκστρατείας των Εβραίων. Οι προπαγανδιστές των Ναζί χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά αυτό το όπλο. Κάθε ένας που έζησε ή μελέτησε σε βάθος τη “χρυσή περίοδο του αντισημιτισμού” στην Ευρώπη, γνωρίζει καλά αυτήν την τακτική και όταν βλέπει να υιοθετείται για το Ισραήλ ή το Ισραηλινό λόμπι, φυσικά υποθέτει το χειρότερο: η χρήση της δημοφιλούς αντισημιτικής τακτικής σημαίνει πως ο συγγραφέας μοιράζεται τη λυπηρή οπτική τους.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή επαγγελματίας αυτής της παθητικής – επιθετικής μορφής πρόκλησης (και όχι μόνο ενάντια στους Εβραίους) είναι ο πρώην Πρόεδρος Jimmy Carter, ο οποίος δημοσίευσε πρόσφατα το βιβλίο: Παλαιστίνη: Ειρήνη και όχι απαρτχάιντ , προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών συγκρίνοντας το σημερινό Ισραήλ με το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

Σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, αυτή η αλυσίδα των γεγονότων επισημαίνει έναν ισχυρό και καθορισμένο αντισημιτισμό. Αυτό όμως είναι λάθος, και στην περίπτωση του Carter και στην περίπτωση των Mearsheimer και Walt. Αλλά δίνοντας λίγο περισσότερη προσοχή στους τρόπους με τους οποίους η σύγχρονη ιστορία έχει διαμορφώσει τα συναισθήματα και τις δηλώσεις όσων συμμετείχαν σε συζητήσεις για την Ισραηλινή πολιτική, θα είχε βοηθήσει στα επιχειρήματα των δυο συγγραφέων. Η σχέση μεταξύ της Αμερικανικής πολιτικής στο εσωτερικό και της Αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιο σύνθετη και συναισθηματική και πολύ πιο σημαντική, από όσο απλοϊκά εμφανίζεται σε αυτό το βιβλίο.

COPYRIGHT 2007 COUNCIL ON FOREIGN RELATIONS, PUBLISHER OF FOREIGN AFFAIRS. ALL RIGHTS RESERVED. DISTRIBUTED BY TRIBUNE MEDIA SERVICES.

Tags : ΒιβλιοκριτικηΓεωπολιτικήΗνωμένες ΠολιτείεςΙσραηλΛομπιΜέση ΑνατολήΠαλαιστινηΠολιτική
Walter Russell Mead

The author Walter Russell Mead