close
a2fb8d4e4120bcb12d9c26e25eac6030_L
Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχει αναδειχθεί ως επίκεντρο διεθνολογικού ενδιαφέροντος λόγω των συνεχών πολιτικών εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα. Σε αυτή την περιοχή αναπόσπαστο κομμάτι καθίσταται η Τουρκία, ειδικά μετά την άνοδο Ερντογάν στην εξουσία το 2002.

Η άνοδος του AKP στην ηγεσία έγινε σε μία ιδιαίτερη περίοδο για την Τουρκία καθώς αυτή μαστιζόταν από την οικονομική κρίση της προηγούμενης χρονιάς ενώ παράλληλα βρισκόταν υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ. Η διακυβέρνηση της χώρας έκτοτε ταυτίστηκε με το τουρκικό «οικονομικό θαύμα», καθώς η χώρα ξεπέρασε την βαθιά οικονομική κρίση του 2001, καταγράφοντας σημαντικούς δείκτες ανάπτυξης. Πυλώνας της οικονομικής ανόδου ήταν οι μεταρρυθμίσεις που ευνόησαν την εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων. Χάρης την οικονομική της ανάπτυξη η Τουρκία πλέον βρίσκεται στις χώρες G20. Όσον αφορά τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η Τουρκία είχε ως στόχο την υλοποίηση του δόγματος Νταβούτογλου, πυρήνας του οποίου ήταν τα «μηδενικά προβλήματα» με τους γείτονες. Ορμώμενη από την ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία της, επόμενη κίνηση ήταν η δημιουργία μίας πιο δραστήριας εξωτερικής πολιτικής. Ο προσανατολισμός ήταν προς μία πολυσχιδή εξωτερική πολιτική που θα καθιστούσε την Τουρκία περιφερειακό ηγεμόνα. Μολονότι η υλοποίησή του δόγματος στην αρχή φάνταζε ρεαλιστική, το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται δυσκαμψία έχοντας ανοιχτά μέτωπα ακόμα και με συμμάχους του παρελθόντος όπως Αίγυπτος και Ισραήλ. Παράλληλα μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους τον Νοέμβριο, σημαντικές κυρώσεις έχουν επιβληθεί εκ μέρους του Κρεμλίνου που αναμένεται να επηρεάσουν την Τουρκία τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Το ερευνητικό ενδιαφέρον του παρόντος κειμένου έγκειται στο να καταγράψει την πορεία της οικονομίας μετά από την οικονομική κρίση αλλά και τα προβλήματα που προκύπτουν από την εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η Άγκυρα, η οποία έρχεται σε ανακολουθία με το δόγμα περί μηδενικών προβλημάτων, έχοντας ως φόντο το 2023 όπου η τουρκική δημοκρατία, στην επέτειο των 100 χρόνων της, έχει ως στόχο να είναι στις 10 ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου.

Από το ΔΝΤ στις G20

Ανατρέχοντας στις αρχές της περασμένης δεκαετίας και ιδίως το 2001 διαπιστώνει κανείς ότι η Τουρκία ήταν τότε μία διαφορετική χώρα. Η οικονομία της έμοιαζε να φυλλορροεί εξαιτίας της τραπεζικής κρίσης που έπληξε την χώρα εκείνη την περίοδο. Οι συνέπειες ήταν άμεσες καθώς η τουρκική λίρα υποτιμήθηκε κατά 1/3 εν συγκρίσει με το δολάριο ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά 6,5% το 2001. Επιπροσθέτως, σημειώθηκε ραγδαία αύξηση του δημοσίου χρέους από το 38% το 2000 σε 74% το 2001 και η ανεργία αυξήθηκε από το 6,5% του 1999 στο 10,4 το 2002. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ ο πληθωρισμός κατέγραψε τον υψηλότερο δείκτη της δεκαπενταετίας στο 54,42%, στην αρχή της κρίσης, γεγονός που υποδηλώνει την οικονομική αρρυθμία που είχε επέλθει η χώρα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω στοιχεία ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα στα επόμενα χρόνια η Τουρκία θα ήτανε μία από τις πιο ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες καταγράφοντας ραγδαία άνοδο. Βασικό συστατικό στοιχείο για την έξοδο από την οικονομική ύφεση των προηγούμενων ετών ήταν τόσο τα δάνεια από ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα ύψους 20 δις δολαρίων όσο και η πολιτική που ακολούθησε το AKP, υπό τον Ερντογάν έπειτα από το 2002. Σε αυτό το πλαίσιο έλαβαν χώρα μία σειρά από δομικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες ευνόησαν την μαζική εισροή Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (Foreign Direct Investment), οι οποίες αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά της οικονομικής ανάπτυξης. Οι κύριες μεταρρυθμίσεις αφορούσαν τομείς νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, την βελτίωση εποπτείας των τραπεζών, την ιδιωτικοποίηση μερικών κρατικών τραπεζών, την μείωση κρατικών επιχορηγήσεων αλλά και την βελτίωση της γραφειοκρατίας για την ευνοϊκότερη προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων. Επίσης, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και ο φορολογικός τομέας όπου ο φόρος των επιχειρήσεων μειώθηκε από 30% στο 20% αποτελώντας μοχλό προσέλκυσης επενδύσεων.

Την περίοδο 2002-2007 η Τουρκία βίωσε το δικό της «success story», η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος συνέβαλε σε μία άνευ προηγουμένου αύξηση των ΑΞΕ, καθώς έφθασαν τα 76 δις δολάρια 8 φορές περισσότερα από την περίοδο 1995-2001 και ανέβηκαν στο 29,5% του ΑΕΠ το 2007 από το 22,5% το 2002. Σημαντικό μέρος των επενδύσεων προσέλκυσαν ο κατασκευαστικός τομέας, ο τομέας των υπηρεσιών και η αυτοκινητοβιομηχανία. Συγκεκριμένα στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας δημιουργήθηκαν συνολικά 400,000 νέες θέσεις εργασίας από το 2003 έως το 2014,. Η ευέλικτη νομοθεσία και η στρατηγική της τοποθεσία συνέβαλαν στην εισροή ΑΞΕ όπου έως το 2012 ξεπέρασαν τα 130 δις δολάρια.   Ο μεγαλύτερος όγκος αυτών των επενδύσεων έρχεται από την Δύση, κυρίως Ε.Ε και Η.Π.Α και αποτελεί το 85% αυτού.

Πέρα από τον τομέα των ΑΞΕ, εξέχουσα σημασία στην οικονομική άνθηση που γνώρισε η Τουρκία διαδραμάτισαν και άλλοι τομείς όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, ο τουρισμός και το εμπόριο. Στο πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων κατά την περίοδο 2003-2012 σημειώνεται σημαντική αύξηση των εσόδων που αγγίζει τα 36,2 δις δολάρια, περιλαμβάνοντας τους τομείς υγείας, εκπαίδευσης, υποδομών και κατασκευών. Η σημαντική οικονομική ενίσχυση που επήλθε από αυτή την κίνηση αναγνωρίζεται λαμβάνοντας υπόψη πως την περίοδο 1986-2013 τα αντίστοιχα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις ήταν 8 δις δολάρια. Το γενικότερο κλίμα ευημερίας που επικρατούσε συνέβαλε στην άνοδο και του τουρισμού όπου υπήρξε βελτίωση των υποδομών, ιδίως ο αριθμός των αεροδρομίων έχει διπλασιαστεί ,στα 50, με την Turkish Airlines να πετάει σε 100 χώρες. Αυτό κατέστησε την Τουρκία τουριστικό προορισμό, συγκεκριμένα το 2014 ο τζίρος υπερέβη τα 34 δις δολάρια ενώ ο κόσμος που απασχολείτο σε αυτό τον τομέα ήτανε το 8,3% των εργαζομένων. Επιπλέον, ο τομέας των εξαγωγών δεν παρέκκλινε του ευνοϊκού κλίματος και σημείωσε άνοδο εν αντιθέσει με τα προηγούμενα χρόνια αγγίζοντας 152,6 δις δολάρια το 2012, από τα 36 δις δολάρια το 2002. Σε αυτό συνέβαλε τόσο η σύναψη συμφωνιών με χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής αλλά κυρίως η έναρξη των ενταξιακών συζητήσεων με την Ε.Ε το 2005 όπου η Τουρκία υιοθέτησε το δασμολόγιο της Ε.Ε για εμπόριο με χώρες μη μέλη.

Η ευημερία δεν άργησε να αντικατοπτριστεί στην βελτίωση των οικονομικών δεικτών της Άγκυρας. Ιδιαίτερα λόγω της εισροής ξένου κεφαλαίου το ΑΕΠ αναπτυσσότανε 6,2% κατά μέσο όρο την περίοδο 2002-2011.Απόρροια της συνεχούς ανάπτυξης ήτανε η μείωση του πληθωρισμού από το 54,42% στο 8,89% το 2012 αλλά και του δημοσίου χρέους από το 74% το 2002 στο 36,9% το 2012.

Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι από τον κυκεώνα οικονομικών προβλημάτων στις αρχές της περασμένης δεκαετίας η Τουρκία ανόρθωσε το ανάστημά της διαγράφοντας σημαντικούς δείκτες ανάπτυξης, που την κατέστησαν ως μία από τις 20 ισχυρότερες οικονομίες. Αρωγός αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε αναμφισβήτητα η μεγάλη εισροή ξένου κεφαλαίου, οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών ζημιογόνων εταιρειών αλλά και ο τουρισμός.

Η ανακολουθία λόγων και έργων στην εξωτερική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής η Τουρκία φιλοδοξούσε να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Κύριος εκφραστής της υπήρξε ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Α. Νταβούτογλου ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα το 2009. Βασικό ζήτημα ήταν η καλή γειτνίαση και τα μηδενικά προβλήματα. Ύψιστος στόχος αποτέλεσε η περιφερειακή ηγεμονία για την Τουρκία, που απέρρεε από το «στρατηγικό βάθος» του δόγματος Νταβούτογλου.   Αφήνοντας στο παρελθόν τις κρίσεις της δεκαετίας του 90 με Ελλάδα, Αρμενία, Συρία ο προσανατολισμός στράφηκε στην βελτίωση της εικόνας της Τουρκίας προκειμένου να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο τόσο σε περιφερειακό όσο και παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτό συνηγορούν και τα σημαντικά οικονομικά βήματά της που την κατέστησαν μέλος των G-20.

Βασική περιοχή έκφρασης της πολυσχιδούς εξωτερικής πολιτικής αποτέλεσε κυρίως η Μέση Ανατολή, όπου η Τουρκία με απώτερο σκοπό την ηγεμονία στον αραβικό κόσμο επέλεξε την επαναπροσέγγιση με τις συγκεκριμένες χώρες. Σε πρώιμο στάδιο διαφαινόταν ένα αισιόδοξο κλίμα, ιδίως λόγω και της ανόδου των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο υπό τον Μοχάμεντ Μόρσι τον Ιούνιο του 2012. Εκτός από τις καλές διμερείς σχέσεις με την Αίγυπτο ,η Τουρκία μέσω του εμπορίου δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα με άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής. Αυτό το status quo ωστόσο δεν διατηρήθηκε καθώς παρά τη ρητορεία περί μηδενικών προβλημάτων, οι χειρισμοί που ακολουθήθηκαν από την Άγκυρα στην εξωτερική πολιτική έφεραν τη χώρα αντιμέτωπη αντιμέτωπη με αρκετά ανοιχτά ζητήματα. Πλέον η Τουρκία έχει να κάμψει ένα ευρύ μέτωπο διαμαχών με τις γειτονικές της και μη χώρες.

Από τα βασικά πλήγματα που δέχτηκε η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας σχετίζεται με την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Αίγυπτο. Οι δύο χώρες, όσο στην εξουσία βρίσκονταν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, είχαν καταγράψει μία αποτελεσματική συνεργασία. Η Τουρκία έβλεπε στην Αίγυπτο τον ιδανικό σύμμαχο για να αυξήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, καθώς η χώρα του Νείλου είναι η μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα του αραβικού κόσμου και ηγέτιδα δύναμη. Χαρακτηριστικό του καλού κλίματος ήτανε η υποδοχή που έτυχε στον Τ.Ερντογάν όταν επισκέφθηκε την Αίγυπτο το 2012, καθώς έγινε δεκτός με διθυράμβους. Επιστέγασμα ήταν και το δάνειο ύψους 1 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Τουρκία προς την Αίγυπτο ώστε να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές δυσκολίες που υφίστατο η χώρα του Νείλου. Όμως, η ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι από την εξουσία και η άνοδος του φιλοδυτικού Προέδρου Αλ Σίσι προκάλεσε ισχυρό ρήγμα στις διμερείς σχέσεις. Η Τουρκία θεώρησε την ανατροπή Μόρσι ως πραξικόπημα και δεν αναγνώρισε το νέο καθεστώς, αυτό συνέβαλε στην απέλαση από το Κάιρο του Τούρκου πρεσβευτή εξέλιξη που υποβάθμισε αρκετά τις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών. Η ρητορική κατά της Αιγύπτου και η στήριξη στους Αδελφούς Μουσουλμάνους από πλευράς Τουρκίας οδήγησε και στην διαφοροποίηση του Καϊρου στη συριακή κρίση, όπου πλέον βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς η Αίγυπτος στηρίζει το καθεστώς Άσαντ τασσόμενη στο πλευρό της Ρωσίας. Συνεπώς η περίοδος ισχυρών δεσμών έδωσε τη θέση της σ’ ένα ζοφερό μέλλον.

Τα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική ωστόσο δεν σταματάνε στο Κάιρο. Στο μαλακό υπογάστριο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής βρίσκεται και η περιοχή της Συρίας. Μέχρι το ξέσπασμα του συριακού εμφυλίου οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονταν σε ένα στάδιο ηρεμίας όπου οι εκατέρωθεν επισκέψεις αλλά και οι από κοινού στρατιωτικές ασκήσεις λάμβαναν χώρα. Αυτή η ομαλή σχέση άλλαξε άρδην μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, όπου αν και στην αρχή ήταν υπέρ του Άσαντ, στην πορεία η Τουρκία τάχθηκε στο πλευρό των αντικαθεστωτικών προσβλέποντας στην πτώση του αλεβίτη Προέδρου καθώς επιθυμούσε μεγαλύτερη συμμετοχή των σουνιτών στην κυβέρνηση.

Η εμπλοκή της Τουρκίας στο συριακό εμφύλιο με το μέρος των αντικαθεστωτικών είχε αλυσιδωτές συνέπειες σε διάφορα ζητήματα που έπληξαν την εξωτερική πολιτική. Αρχικά η Τουρκία έχει κατηγορηθεί ότι επέτρεψε σε πολλούς μαχητές να περάσουν τα σύνορά της υποβοηθώντας έτσι στην δημιουργία του ISIS. Παράλληλα η ουδέτερη στάση απέναντι στο ISIS μέχρι και τον Ιούλιο του 2015 όπου η Τουρκία αρνούνταν να δώσει το Ιντσιρλίκ ως βάση στον υπό της ΗΠΑ συνασπισμό ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, έγειρε αντιδράσεις και υπόνοιες συνεργασίας. Συγκεκριμένα η Τουρκία ευνοούνταν εν μέρει με την δράση του ISIS, καθώς αυτό πολεμούσε τις κουρδικές δυνάμεις της Συρίας γεγονός που θα μείωνε την πιθανότητα δημιουργίας ενός ξεχωριστού κουρδικού κράτους εκεί όπου Τουρκία, Ιράκ και Συρία τέμνονται.

Αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη την Τουρκία αν αναλογιστεί κανείς πως η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μειονότητά της στο εσωτερικό είναι οι Κούρδοι αποτελώντας το 20%. Σε περίπτωση ένωσης της περιοχής που κατέχουν οι Κούρδοι της Συρίας με αυτής των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ, εγκυμονεί ο φόβος για την Τουρκία να υπάρξει αντίδραση από τους Κούρδους που βρίσκονται στην επικράτειά της, προκειμένου να συνενωθούν με αυτούς των υπόλοιπων χωρών. Παράλληλα το θέμα των Κούρδων της Συρίας δυσχεραίνει και την σχέση Τουρκίας με Η.Π.Α καθώς σε πρόσφατη δήλωση του ο Τ. Ερντογάν κάλεσε την Ουάσινγκτον να διαλέξει ανάμεσα σε αυτόν και στους Σύριους Κούρδους.

Απόρροια της ανάμειξης στον συριακό εμφύλιο για την Τουρκία ήτανε και η ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις με τη Ρωσία. Εν πρώτοις, το δυσοίωνο μέλλον στις σχέσεις με το Κρεμλίνο άρχισε να προδιαγράφεται με την υποστήριξη διαφορετικών στρατοπέδων. Η Ρωσία θέλοντας να εξασφαλίσει την παρουσία της τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο τάχθηκε στο πλευρό του Άσαντ υποστηρίζοντάς τον ενάντια στους αντικαθεστωτικούς. Αυτή η διαφορά στην προσέγγιση του εμφυλίου προκάλεσε δυσκαμψία στην επικοινωνία των χωρών ωστόσο η κάθετη πτώση στις σχέσεις επήλθε με την ρίψη του ρωσικού αεροσκάφους, που θεωρείτο ότι πετούσε πάνω από τον τουρκικό εναέριο χώρο και βομβάρδιζε τουρκικές ομάδες της Βόρειας Συρίας. Η αντίδραση της Ρωσίας σε αυτό το συμβάν ήτανε άμεση με την επιβολή κυρώσεων τόσο στο οικονομικό πεδίο όσο και στον τουρισμό. Αυτή η κίνηση της Ρωσίας αντανακλά τη ρήση του Τσώρτσιλ πως «Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν έχουν φιλίες, έχουν συμφέροντα». Αξίζει να σημειωθεί πως στις κυρώσεις περιλαμβάνεται και ο τομέας του φυσικού αερίου με το πάγωμα της κατασκευής του Turkish Stream αλλά και την ακύρωση των εκπτώσεων στην τιμή του φυσικού αερίου για τους Τούρκους πελάτες. Οι συγκεκριμένες κυρώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές για την Τουρκία καθώς είναι άμεσα εξαρτημένη από την Ρωσία καθώς εισάγει το 57% των αναγκών της.

Παράλληλα, στο κάδρο με τα προβλήματα βρίσκεται και το Ισραήλ από το 2009 και μετά. Μολονότι οι δύο χώρες ήταν φιλικά προσκείμενες η μία στην άλλη, μία σειρά γεγονότων οδήγησε σε όξυνση των σχέσεων τους. Ο πρώτος τριγμός συνέβη στο Νταβός όταν ο Ερντογάν με λεκτική επίθεση κατηγόρησε το Ισραήλ για την πολιτική του στη Γάζα. Το αποκορύφωμα έγινε τον Μάιο του 2010 όταν Ισραηλινοί κομάντος επιτέθηκαν στο υπό τουρκική σημαία πλοίο «Mavi Marmara», το οποίο κατευθυνότανε προς την Γάζα. Αντιπαράθεση σημειώθηκε και στην Λωρίδα της Γάζας όπου η Τουρκία στήριζε την Hamas εν αντιθέσει με το Ισραήλ.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω είναι προδήλως φανερό ότι η Τουρκία δεν εφήρμοσε ορθά το σχέδιο περί μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες. Ειδικά αν αναλογιστούμε πως ακόμα και με το σύμμαχο Ιράν υπάρχουν διαμάχες που εδράζονται τόσο στην διαφορετική οπτική στον συριακό εμφύλιο, καθώς το Ιράν στηρίζει το καθεστώς Άσαντ όσο και στις κατηγορίες της Τουρκίας ότι το Ιράν στηρίζει το PKK, είναι εύληπτο ότι η Τουρκία οδηγείται σε μηδενικούς φίλους. Η φιλοδοξία σχετικά με την ανάδυση της Τουρκίας ως περιφερειακό ηγεμόνα δεν τελεσφόρησε λόγω των λανθασμένων πολιτικών που δυσχέραναν τις σχέσεις με τα γειτονικά κράτη.

Η υφιστάμενη κατάσταση παρακωλύει την είσοδο στις 10 ισχυρότερες χώρες το 2023;

Όπως προαναφέρθηκε, στόχος της Τουρκίας είναι στον εορτασμό των 100 χρόνων από την ίδρυσή της να βρίσκεται ανάμεσα στις 10 ισχυρότερες χώρες του κόσμου. Προκειμένου να υλοποιηθεί το συγκεκριμένο πλάνο, η Άγκυρα θα πρέπει να διασφαλίσει τη σταθερότητά της ώστε να συνεχίσει την καταγραφή θετικών δεικτών στην οικονομία της. Είναι όμως εφικτό;

Η ραγδαία οικονομική άνοδος της Τουρκίας την περασμένη δεκαετία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εισροή ξένου κεφαλαίου στην χώρα. Το πρόσφορο έδαφος που δημιουργήθηκε μαζί με την πολιτική σταθερότητα εκείνης της περιόδου διαμόρφωσε ένα ευνοϊκό επενδυτικό κλίμα. Όμως κατά πόσο η οικονομία της μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από την αστάθεια που επιδεικνύει η χώρα στην εξωτερική της πολιτική;

Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μία σχετική πτώση στους ρυθμούς ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας. Συγκεκριμένα το ΑΕΠ δεν καταγράφει τον αντίστοιχο ρυθμό των περασμένων ετών, αλλά διαφαίνεται σταδιακή μείωση καθώς το 2015 υπήρχε αύξηση 3,044% ενώ το 2010 ήταν στο 9,157%. Μαζί με την επιβράδυνση του ΑΕΠ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο που αφορά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, σημείο που δείχνει μία ασταθή οικονομία. To 2015 το έλλειμμα ήταν στο 4,527% του ΑΕΠ ενώ τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει στην ίδια τάση. Αξίζει να αναφερθεί πως η Τουρκία έχει το μεγαλύτερο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών από τις χώρες του G-20.

Στον ίδιο παρονομαστή βρίσκονται και άλλα οικονομικά στοιχεία που αφορούν την ΑΞΕ, την ανεργία αλλά και το εμπόριο. Η εκροή κεφαλαίων από την Τουρκία το 2015 ανήλθε στα 7,6 δις δολάρια, δείχνοντας τον σκεπτικισμό που επικρατεί από την πλευρά των επενδυτών, ιδίως λόγω του ασταθούς κλίματος στην εξωτερική πολιτική. . Αυτή η εξέλιξη ίσως αποδειχθεί μοιραία στο μέλλον για την Τουρκία καθώς οι κεφαλαιακές ροές και ανέρχονται στο 80% του ΑΕΠ. Δυσοίωνη είναι η κατάσταση και στο πεδίο της ανεργίας όπου το 2015 κατέγραψε ποσοστό 10,77% ενώ αναμένεται να αυξηθεί το 2016 σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ. Την ίδια πορεία ακολούθησαν το προηγούμενο διάστημα και οι εξαγωγές, οι οποίες μειώθηκαν κατά 8,9%. Συμπεριλαμβανομένης και της υποτίμησης που υφίσταται η τουρκική λίρα, αναδεικνύεται ότι η Τουρκία έχει ευμετάβλητη οικονομία.

Σε αυτή την επιβράδυνση της οικονομίας σημαντικό κεφάλαιο αποτελούν και οι συνέπειες της εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία λόγω των άστοχων κινήσεών της κινδυνεύει να χάσει αρκετούς εμπορικούς εταίρους. Οι εντάσεις στις σχέσεις με το Ιράν δημιουργούν ένα ασταθές κλίμα θέτοντας το εμπόριο σε ένα ασταθές περιβάλλον. Οι εμπορικές σχέσεις Ιράν-Τουρκίας ανήλθαν σε 21,3 δις δολάρια το 2012. Βέβαια η μεγαλύτερη επίπτωση στην οικονομία της Τουρκίας αναμένεται να έρθει από τις κυρώσεις που επέβαλε η Ρωσία λόγω της πτώσης του ρωσικού αεροσκάφους. Αυτές οι κυρώσεις περιλαμβάνουν την απαγόρευση στους ρώσους τουρίστες να ταξιδέψουν στην Τουρκία, το εμπάργκο στο εμπόριο. Αξιοσημείωτο είναι πως το εμπόριο μεταξύ των δύο αυτών κρατών μειώθηκε κατά 23 δις δολάρια το 2015, ενώ αναμένεται περαιτέρω επιδείνωση.

Ωστόσο, ίσως το σημαντικότερο πλήγμα στην οικονομία της Τουρκίας να διαπιστωθεί στον τουρισμό, ιδίως μετά και από τις κυρώσεις που επέβαλε η Ρωσία. Ήδη η Τουρκία δεν φαντάζει ως ιδανικός τουριστικός προορισμός όπως είχε αναδυθεί στο παρελθόν. Σε αυτό συνηγορούν μία σειρά από γεγονότα που έχουν λάβει χώρα. Οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις με τελευταία την επίθεση στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 2016 που προκάλεσε το θάνατο σε 10 Γερμανούς τουρίστες αλλά και το τεταμένο εσωτερικό κλίμα που εμφορείται από συχνές εξεγέρσεις αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα. Χαρακτηριστικό της τουριστικής βιομηχανίας της Τουρκίας είναι η χρονιά 2011 όπου εισήλθαν στην χώρα 33,3εκ επισκέπτες και τα οικονομικά οφέλη ήταν 23 δις δολάρια κατατάσσοντάς την 6ο προορισμό παγκοσμίως. Συνεπώς η αποδυνάμωση του τουρισμού αναμένεται να κλυδωνίσει την οικονομία.

Αυτό που συμπεραίνεται για την Τουρκία από την εξέλιξη τόσο στον οικονομικό τομέα όσο και στην εξωτερική πολιτική είναι η δυσκολία της υλοποίησης του κεντρικού στόχου για το 2023. Η τουρκική οικονομία δεν δείχνει να μπορεί να συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό ανάπτυξης που θα την καταστήσει μία από τις 10 ισχυρότερες χώρες του κόσμου. Η μεγάλη εξάρτηση που υπάρχει από την εισροή ξένου κεφαλαίου δημιουργεί μία εύθραυστη οικονομία που είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους όπως μία ενδεχόμενη αύξηση επιτοκίων από την FED. Σε αυτή την περίπτωση θα υπάρξουν επιπλέον προβλήματα στην τουρκική οικονομία, η οποία εμφορείται από αρνητικό ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών. Κίνδυνος θα υπάρξει και για το τραπεζικό σύστημα το οποίο είναι εκτεθειμένο στον βραχυπρόθεσμο εξωτερικό δανεισμό, καθώς θα αυξηθεί το κόστος εξυπηρέτησης των βραχυπρόθεσμων ομολόγων της χώρας. Γίνεται αντιληπτό πως ανάμεσα σε οικονομία και εξωτερική πολιτική υπάρχει αλληλεξάρτηση στην Τουρκία. Η ανεπιτυχής εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών μαζί με την προβληματική οικονομική κατάσταση, χρήζουν ιδιαίτερης παρατήρησης στο επόμενο διάστημα για τις συνέπειες που θα φέρουν στην Τουρκία, θέτοντας σε κίνδυνο τον στόχο ανάδειξής της σε μια από τις 10 ισχυρότερες οικονομίες το 2023.

Tags : ΑιγυπτοςΔιπλωματίαΜέση ΑνατολήΟικονομίαΡωσίαΣυριαΤουρκια
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

The author ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗΣ

Διεθνολόγος, απόφοιτος Διεθνων και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστήμιο Πειραιά, μέλος Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων στην ερευνητική ομάδα ΤΟΡΕΝΕ