Loading Posts...

Μέση Ανατολή: Η συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί, ποιος όμως μπορεί να την εφαρμόσει;

Η Condoleezza Rice έχει κάνει σαφείς τις προσδοκίες της κυβέρνησης Μπους για την εξέλιξη της διαδικασίας ειρήνευσης στην Παλαιστίνη. Ο Παλαιστίνιος Πρόεδρος Mahmoud Abbas και ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Ehud Olmert θα πραγματοποιήσουν προπαρασκευαστικές συναντήσεις όπου θα καθοριστούν σημαντικά ζητήματα της διευθέτησης, υποβάλλοντας τα αποτελέσματα στη Διεθνή Διάσκεψη που θα γίνει στο τέλος Νοεμβρίου στην Annapolis του Maryland.

Η αποφασιστικότητα και η ευστροφία της Υπουργού Εξωτερικών ήταν καταλυτική για αυτή την εξέλιξη. Η επόμενη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει, είναι η διαδικασία να μην έχει την τύχη της συμφωνίας του Camp David το 2000, όταν οι ηγέτες των δυο πλευρών επεδίωξαν μια συμφωνία, αλλά την είδαν να τινάζεται στον αέρα μετά από την επόμενη κρίση, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα.

Στην αρχή των περισσοτέρων διαπραγματεύσεων, κάθε πλευρά είναι περισσότερο ξεκάθαρη για τις θέσεις της, από ότι για την τελική έκβαση. Αυτό που καθιστά μοναδική τη διάσκεψη στην Annapolis, είναι πως το αποτέλεσμα πρόκειται να συμφωνηθεί εκ των προτέρων. Αυτό που είναι αβέβαιο, είναι η δυνατότητα αυτό να εφαρμοστεί.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του το Ισραήλ, έχει απορρίψει την έννοια ενός παλαιστινιακού κράτους, επιμένοντας σε μια αδιαίρετη Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσά του και απορρίπτοντας την επιστροφή των Παλαιστινίων προσφύγων. Η Αραβική πλευρά αρνείται να αναγνωρίσει το Ισραήλ με οποιαδήποτε σύνορα, αργότερα επιμένοντας στα σύνορα του 1967 που ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν και απαιτώντας το δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη με τη δημογραφική συνέπεια, να σαρώσει τον εβραϊκό πληθυσμό του εβραϊκού κράτους.

Η διαδικασία βασίζεται στην υπόθεση πως οι δυο πλευρές πρέπει να δεχθούν – ή έχουν ήδη σιωπηρά αποδεχθεί, το σχέδιο της Taba του 2000, που αναπτύχθηκε μετά το Camp David από ανεπίσημους διαπραγματευτές. Αυτό προβλέπει την απόσυρση του Ισραήλ στα σύνορα του 1967 (με ορισμένες διορθώσεις) διατηρώντας τους οικισμούς γύρω από την Ιερουσαλήμ αλλά στενεύοντας το διάδρομο μεταξύ δύο κύριων ισραηλινών πόλεων της Haifa και του Tel Aviv στα 20 μίλια. Το αντιστάθμισμα του –υπό ίδρυση- Παλαιστινιακού κράτους θα είναι αντίστοιχο Ισραηλινό έδαφος πιθανώς στο αραιοκατοικημένο Negev. Το Ισραήλ φαίνεται έτοιμο να συμφωνήσει σε μια απεριόριστη επιστροφή των προσφύγων στο παλαιστινιακό κράτος αλλά σθεναρά αρνείται οποιαδήποτε επιστροφή στο Ισραήλ. Πληροφορίες φέρουν την Ισραηλινή κυβέρνηση πρόθυμη να εκχωρήσει τις αραβικές γειτονιές της Ιερουσαλήμ (μέχρι τώρα απροσδιόριστης) ως πρωτεύουσα ενός Παλαιστινιακού κράτους.  Εάν τα θέματα βρίσκονται πράγματι σε αυτό το σημείο, αυτό σημαίνει μια επαναστατική αλλαγή των αντιλήψεων και στις δύο πλευρές.

Η intifada και άνοδος του παγκόσμιου ριζοσπαστικού Ισλαμισμού, δημιούργησαν την πεποίθηση μέσα στο Ισραήλ πως αντιμετωπίζει 4 νέες απειλές : Κατ’ αρχήν έχει αλλάξει το περιβάλλον της ασφάλειας, η βασική απειλή δεν είναι τόσο οι συμβατικοί πόλεμοι του παρελθόντος, καθώς οι τρομοκράτες επιτίθενται ανά ομάδες χωρίς σαφή γεωγραφική προέλευση από μικρές κινητές βάσεις. Δεύτερον, η δημογραφική πρόκληση επειδή η εναλλακτική λύση αυτής των δυο κρατών, μπορεί να οδηγήσει σε ένα κράτος, όπου ο εβραϊκός πληθυσμός θα μετατραπεί σε μειονότητα. Τρίτον, η απειλή της διασποράς των πυρηνικών, ειδικά από το Ιράν, και τέλος, ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο το Ισραήλ βρίσκεται όλο και περισσότερο απομονωμένο λόγω της αυξανόμενης αντίληψης στην Ευρώπη, αλλά  και σε μικρούς αλλά δυναμικούς κύκλους στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η υποτιθέμενη αδιαλλαξία του Ισραήλ είναι η αιτία της Αραβικής εχθρότητας προς τη Δύση.

Συγχρόνως, η αναδυόμενη απειλή του Ιράν, έχει προκαλέσει μια επανεξέταση των προτεραιοτήτων στον Αραβικό κόσμο. Για τα μετριοπαθή Σουνιτικά κράτη, ο κίνδυνος ενός κυρίαρχου Ιράν αποτελεί εφιάλτη. Η συμβολή των Αμερικανικών, Αραβικών, Ισραηλινών και Ευρωπαϊκών ανησυχιών ενθαρρύνει τις ελπίδες, πως μια συμφωνία μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του θα διευκόλυνε, ή ακόμα και θα απέβαλλε τους κοινούς φόβους.

Θα μπορέσει η διπλωματία να δικαιώσει αυτές τις προσδοκίες; Δικαιολογείται η μεγάλη αισιοδοξία για αυτό το σχέδιο; Ποιές θα είναι οι επιπτώσεις ενός αδιεξόδου; Μόλις το ζήτημα της εφαρμογής επιτευχθεί, θα προκύψουν πλήθος άλλα – φαινομενικά τεχνικά αλλά στην ουσία τους διασπαστικά-  ζητήματα.

Είναι βασικός διπλωματικός κανόνας, πως τα συμβαλλόμενα μέρη μιας συμφωνίας αναλαμβάνουν την ευθύνη για τους όρους και την εφαρμογή της. Εδώ, παρατηρούμε πως οι συνομιλητές και από τις δυο πλευρές έχουν εξαιρετικά ασταθείς θέσεις στο εσωτερικό. Ο κυβερνητικός συνασπισμός στο Ισραήλ έχει καταρρεύσει. Η απόσυρση από τη Δυτική Όχθη θα είναι μια τραυματική εμπειρία για το Ισραήλ και για τους δεκάδες χιλιάδες έποικους. Αυτό ενισχύεται περισσότερο από το γεγονός πως ενώ οι Ισραηλινές παραχωρήσεις (απόσυρση και αφαίρεση των οικισμών) είναι συγκεκριμένες άμεσες και μόνιμες, ενώ οι αντίστοιχες Αραβικές (αναγνώριση του Ισραήλ και ομαλοποίηση των σχέσεων) είναι αφηρημένες και ανακλήσιμες.

Ο καθορισμός της Παλαιστινιακής πλευράς έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα αόριστος. Η Γάζα κυβερνάται από τη Hamas, που είναι απρόθυμη να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του Ισραήλ, για να μην μιλήσουμε για τους συγκεκριμένους υπό διαπραγμάτευση όρους. Ποιος παίρνει έπειτα την ευθύνη για τη Γάζα; Είναι ασαφές πόσο μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Δυτικής Όχθης εκπροσωπεί πλέον ο Abbas.

Δεν θα ήταν προτιμότερο οι Ισραηλινοί να αποσυρθούν από περιοχές με έναν κυρίως μουσουλμανικό πληθυσμό απ’ ότι από τον ουσιαστικά κενό νότο; Αυτό θα βελτίωνε τη δημογραφική ισορροπία των κρατών και θα μείωνε τον κίνδυνο μιας νέας intifada. ΠολλάΠολλά αραβικά κράτη έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να αναγνωρίσουν το Ισραήλ μόλις επιστρέψει στα σύνορα του 1967. Αλλά η αναγνώριση της ύπαρξης ενός κράτους, ιστορικά είναι ένα αντικειμενικό και όχι πολιτικό ζήτημα. Είναι πώς τα κυρίαρχα κράτη χειρίζονται τις διεθνείς τους σχέσεις – ακόμα και όταν διαφωνούν σε πολιτικά ζητήματα. Μια κρίσιμη ερώτηση θα ήταν τι ακριβώς θα σήμαινε μια αναγνώριση. Θα ασκηθεί πίεση στη Hamas από τα μετριοπαθή Αραβικά κράτη, να αποδεχθεί τα αποτελέσματα της ειρηνευτικής διαδικασίας, ή αυτή η πίεση θα μετατραπεί σε άλλοθι για την αποφυγή αυτής της αναγκαιότητας;

Η αλήθεια είναι πως στον Αραβικό κόσμο δεν υπάρχει κοινή στάση. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές απόψεις: μια μικρή αλλά όχι πολύ ισχυρή ομάδα που πιστεύει πραγματικά στη συνύπαρξη με το Ισραήλ, μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα που επιδιώκει να καταστρέψει το Ισραήλ μέσω της ανοιχτής σύγκρουσης και ένα παρακλάδι πρόθυμο να διαπραγματευτεί με το Ισραήλ, αλλά ουσιαστικά να καταστρέψει σταδιακά το Εβραϊκό κράτος. Είναι έτοιμα τα μετριοπαθή Αραβικά κράτη να υποστηρίξουν και να ενισχύσουν την ομάδα που επιθυμεί τη γνήσια συνύπαρξη; Μπορεί η αναγνώριση του Ισραήλ να δώσει ένα τέλος στον τρόπο που παρουσιάζεται το Ισραήλ από τα ΜΜΕ, τις Κυβερνήσεις και το εκπαιδευτικό σύστημα των Αραβικών χωρών, ως παράνομο, ιμπεριαλιστικό, σχεδόν εγκληματικό και παρείσακτο στην περιοχή;  Κάποια μετριοπαθή Αραβικά κράτη είναι εξαιρετικά απρόθυμα να έρθουν στην Annapolis. Εάν εμφανιστούν, θα επιμείνουν στη μονόπλευρη πίεση προς το Ισραήλ ;

Ακόμα πιο σημαντικές θα είναι οι βαθιές επιπτώσεις στην ισορροπία των δυνάμεων μέσα στον Αραβικό κόσμο. Τα εγκωμιαστικά σχόλια για το επίτευγμα των μετριοπαθών θα είναι λιγότερα από τις κατηγορίες για προδοσία του Αραβικού αγώνα. Η δήλωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν που επιτίθεται στην διαδικασία ειρήνευσης, προειδοποιώντας ταυτόχρονα τα Αραβικά κράτη να μην συμμετέχουν, πιθανώς σηματοδοτεί την αρχή μιας συστηματικής εκστρατείας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούν να στηρίξουν αυτή τη διαδικασία, μόνο αν επεκταθεί αυτή η υποστήριξη και σε όσους Άραβες εργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση, ενάντια στις επιθέσεις που θα δεχθούν.

Αυτή η ειρηνευτική διαδικασία θα μπορούσε να συγχωνεύσει τις γενικότερες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Η διάσκεψη της Annapolis δεν μπορεί να είναι το τέλος μιας διαδικασίας, αλλά  θα πρέπει να ετοιμάσει το έδαφος για μια νέα, ενδεχομένως πιο αισιόδοξη φάση που θα συνεχιστεί στις επόμενες κυβερνήσεις. Δεν θα πρέπει όμως να οδηγηθεί από την Αμερικανική πολιτική ατζέντα. Αν οι Άραβες ή οι Ισραηλινοί φίλοι της Αμερικής κληθούν να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος από αυτό που μπορούν να αντέξουν, υπάρχει ο κίνδυνος μιας ακόμα μεγαλύτερης ανάφλεξης.

Η αποκοπή της ψυχολογικής υποστήριξης των Ισραηλινών συμμάχων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα είχε σαν αποτέλεσμα μόνο την ενθάρρυνση των ακραίων Ισλαμιστών και με αυτόν τον τρόπο, θα αποσταθεροποιούσε ολόκληρη την περιοχή.

Η Υπουργός Εξωτερικών έχει δίκιο που επιμένει πως στις συζητήσεις Olmert-Abbas θα πρέπει να αποφευχθούν τα επίθετα των προηγούμενων διαδικασιών, που μετά από δεκαετίες δεν έχουν ακόμα καθοριστεί, όπως το “ακριβής” και “μόνιμη ειρήνη” μέσα σε “ασφαλή και αναγνωρισμένα σύνορα” που προβλέπει το ψήφισμα 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε. και της έκκλησης για μια “ακριβή, δίκαιη και ρεαλιστική λύση” του προβλήματος των προσφύγων που απαιτείται από τον οδικό χάρτη.

Οι συμφωνίες που αφορούν την εφαρμογή και τις εγγυήσεις είναι επίσης ουσιαστικές – ένα ιδιαίτερα λεπτό ζήτημα όταν η αποστρατικοποίηση και η αντίσταση στην τρομοκρατία επιβάλλονται σε μια αναδυόμενη κυρίαρχη οντότητα.

Ο ρεαλισμός αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την επιτυχία στην Annapolis. Αντίθετα, η απουσία του σηματοδοτεί το αδιέξοδο και την Αμερικανική απομόνωση. Η ισχύς των μετριοπαθών, εξαρτάται από τη στάση της Αμερικής στην περιοχή και όχι μόνο όσον αφορά την Παλαιστίνη, αλλά και στο Ιράκ. Η Αμερική δεν μπορεί να υιοθετήσει μια εικόνα υποχώρησης. Οι λαοί της περιοχής, φίλοι και εχθροί θα κρίνουν συνολικά τους στόχους της Αμερικής και την προσήλωσή της προς την επίτευξή τους.

(C) 2007 TRIBUNE MEDIA SERVICES, INC.

Henry A. Kissinger

The author didnt add any Information to his profile yet

Leave a Comment