close
GEO+POLITICS

Η διαχρονική έλλειψης στρατηγικής στο Κυπριακό

10a451d868feb5fd854c1535dddc148e_L
Συμπληρώνονται φέτος 40 έτη από την πραγματοποίηση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και την κατοχή του 37% της εδαφικής επικράτειας  της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία. Στο ερώτημα για το ποια είναι η κυριότερη αιτία σύμφωνα με την οποία η Κύπρος δεν κατάφερε να επιλύσει το  χρόνιο πρόβλημά της, θεωρώ πως η απάντηση είναι σαφής και αφορά το στόχο και τη μεθοδολογία που ακολουθείται.

Ποτέ δεν υπήρξε όραμα και στρατηγικός σχεδιασμός παρά μόνο εδώ και τόσα χρόνια η Κύπρος έχει αυτοεγκλωβιστεί στην προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος στα πλαίσια της αναχρονιστικής μορφής λύσης της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας ενώ εναποτέθηκαν όλες οι προσπάθειες στη διεξαγωγή των δικοινοτικών συνομιλιών στα πλαίσια του Ο.Η.Ε χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι γεωστρατηγικοί παράγοντες και οι δυναμικές που δημιουργούνται για μεταβολή του ισοζυγίου δυνάμεων και χωρίς να διαμορφώνεται μια σφαιρική στρατηγική που να αποσκοπεί στην πρόκληση κόστους στην Τουρκία από την κατοχή του νησιού ώστε να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τη στάση της στο ζήτημα και τις επεκτατικές της επιδιώξεις.

Στη μακροχρόνια διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος παραβλέπονται κάποιες πολύ σημαντικές παράμετροι που αφορούν τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος:

Α) Σύμφωνα με τη θεωρία του πολιτικού ρεαλισμού, που αποτελεί την κυρίαρχη προσέγγιση στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, καθώς εξηγεί τη διεθνή δράση με τον πιο ικανοποιητικό τρόπο σε σύγκριση με άλλες θεωρήσεις, τα κράτη προσπαθούν να επιβιώσουν και να ενισχύσουν τη θέση τους στο άναρχο διεθνές σύστημα και ως ορθολογικοί δρώντες προβαίνουν σε στρατηγικές επιλογές με βάση τη λογική του κόστους-οφέλους.

Σε αντίθεση με την Κύπρο,  η Τουρκία δεν έχει κανένα κόστος, παρά μόνο όφελος, από την κατοχή και ως εκ τούτου με την εσφαλμένη πρακτική των χαριστικών παραχωρήσεων  που ασκείται από την  κυπριακή πλευρά το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να ενισχύονται οι τουρκικές αξιώσεις. Είναι προφανές λοιπόν ότι από τη στιγμή που δεν ακολουθείται μια συγκροτημένη στρατηγική προσπάθεια δημιουργίας κόστους στην Τουρκία από την κατοχή του νησιού,  αυτή ως ορθολογικός δρων του διεθνούς συστήματος που ακολουθεί μια αναθεωρητική επεκτατική στρατηγική επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας, με βάση την  οποία να ικανοποιούνται οι στρατηγικές της επιδιώξεις για έλεγχο του νησιού και  περαιτέρω ενίσχυση  της ως  περιφερειακή ηγεμονική δύναμη και ισχυρός ενεργειακός κόμβος. Αναφορικά με τη γεωστρατηγική αξία που έχει η Κύπρος στους στρατηγικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το βιβλίο του υπουργού εξωτερικών της Τουρκίας Το στρατηγικό βάθος: Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας, σύμφωνα με το οποίο: «Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας μουσουλμάνος Τούρκος στην Κύπρο, η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να έχει ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη απέναντι σε ένα τέτοιο νησί, που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου.»

Β) Επιπρόσθετα σύμφωνα με τον πολιτικό ρεαλισμό οι διεθνείς θεσμοί αποτελούν εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος των κρατών, θέση που επιβεβαιώνεται από διάφορα διεθνή γεγονότα όπως οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία, η στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και η υποβολή του σχεδίου Ανάν το οποίο καταπατούσε τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Ένα κράτος δεν μπορεί να αναμένει δίκαιη επίλυση των προβλημάτων του εάν δεν έχει ενισχυμένους συντελεστές ισχύος και εάν οι επιδιώξεις του δε συγκλίνουν με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των μεγάλων δυνάμεων.

Επομένως το ζητούμενο δε θα έπρεπε να είναι το αν θα ξεκινήσει για άλλη μια φορά ο δικοινοτικός διάλογος, αλλά αυτό το οποίο θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι το ποιος αποτελεί ο στόχος, υπό ποιες συγκυρίες θα διεξαχθεί και  ποιο είναι το ισοζύγιο δυνάμεων καθώς με διαλυμένη την οικονομία, χωρίς άμυνα, χωρίς ισχυρές συμμαχίες που να εξισορροπούν την τουρκική ισχύ και ευάλωτοι σε όλα τα επίπεδα είτε θα προκύψει  αδιέξοδο καθώς εμείς θα απαιτούμε να εφαρμοστεί το δίκαιο ενώ η Τουρκία θα έχει την ισχύ είτε αν καταλήξουμε σε λύση θα επιβληθεί μέσω της ισχύος η τουρκική βούληση μέσω μιας ομοσπονδίας ανάλογης με εκείνη του Σχεδίου Ανάν.

Για ποιο λόγο οι Τούρκοι να προβούν σε υποχωρήσεις όταν δεν έχουν κόστος από την κατοχή και όταν έχουν καταφέρει να προβάλουν στην Ευρώπη και αλλού ότι αποτελούν σημαντικό ενεργειακό κόμβο χωρίς καν να έχουν αποθέματα φυσικού αερίου ή πετρελαίου;

Δυστυχώς διάφοροι ημέτεροι όταν φθάνουμε σε καταστάσεις τέλματος προβάλλουν επιλεκτικά τα περί «δικαίου του ισχυρού» του Θουκυδίδη προκειμένου να δικαιολογήσουν την έλλειψη στρατηγικής για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων και την αδράνεια τους. Αυτοί ας έχουν υπόψη και ένα άλλο χωρίο από το έργο του Πατέρα των Διεθνών Σχέσεων: «Όταν απειλείσαι από έναν ισχυρότερο εχθρό, δεν περιμένεις να επιτεθεί για να αμυνθείς, αλλά ενεργείς ούτως ώστε να αποτρέψεις τον κίνδυνο» (Θουκυδίδου Ιστορία ΣΤ, 18)

H χάραξη υψηλής στρατηγικής από τα κράτη για την προώθηση των εθνικών στόχων τους είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία και στην περίπτωση της Κύπρου πρέπει να εστιάζει πέραν από την πολιτική διεθνοποίησης του ζητήματος, στην ενίσχυση των συντελεστών ισχύος του κράτους, στην αξιοποίηση των διπλωματικών νομικών και θεσμικών πλεονεκτημάτων που πηγάζουν από την ένταξη στην Ε.Ε, στην αξιοποίηση των φυσικών πόρων και στη σύναψη στρατηγικών συμμαχιών που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της ισχύος.

O επιδιωκόμενος στόχος: Ποιος είναι και ποιος θα έπρεπε να είναι
Σημαντική πτυχή του θέματος αποτελεί ο επιδιωκόμενος στόχος. Η κυπριακή πλευρά έχει αυτοεγκλωβιστεί εδώ και χρόνια στη ρατσιστική λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, μια λύση που είναι αποτέλεσμα άλλων εποχών, όπως το Απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, που λειτουργεί σε μια διαιρετική λογική και που δεν πηγάζει από τη βούληση του κυπριακού λαού αλλά από την προσπάθεια νομιμοποίησης των τετελεσμένων της εισβολής και επιβολής του μόνιμου διοικητικού γεωγραφικού και πληθυσμιακού διαχωρισμού της Κύπρου. Η πρώτη φορά που κωδικοποιήθηκε συνταγματικώς η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία στη λογική των δυο συνιστώντων κρατών ήταν το 2004 στο Σχέδιο Ανάν και απορρίφθηκε στο δημοψήφισμα από τους Ελληνοκυπρίους, επειδή αποτελούσε μια αντιδημοκρατική και μη λειτουργική λύση που προωθούσε τα τουρκικά συμφέροντα.

Μια σημαντική διαφορά αυτής της συνταγματικής φόρμουλας από μια ομοσπονδία όπως αυτής των ΗΠΑ ή της Γερμανίας αποτελεί το γεγονός ότι εκεί το έθνος είναι ένα και ενιαίο, οι πολιτείες δε διαχωρίζονται με βάση φυλετικά-εθνικά κριτήρια, ούτε εναλλάσσονται πρόεδροι στην εξουσία με βάση φυλετικά  κριτήρια(βλ. εκ περιτροπής προεδρία) και ούτε ισχύουν ξεχωριστές μεταβλητές και χωριστές πλειοψηφίες ενώ όλοι οι κάτοικοι απολαμβάνουν την ελευθερία της διακίνησης, εγκατάστασης και το δικαιώματα της κατοχής περιουσίας και το δικαίωμα ένας άνθρωπος μία ψήφος. Αναφορικά λοιπόν με το ζήτημα του κοινοτικού κεκτημένου και της πλήρους εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν επαρκεί απλώς η φραστική αναφορά, αλλά το ζήτημα είναι πώς θα εφαρμοστεί σε μια ομοσπονδία η ελευθερία διακίνησης, εγκατάστασης και το δικαίωμα περιουσίας ή το δικαίωμα ένας άνθρωπος μία ψήφος, όταν οι Τούρκοι (Τουρκοκύπριοι και έποικοι που θα νομιμοποιηθούν) θα πρέπει να ελέγχουν το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος, το οποίο μάλιστα αποτελεί το παράνομο δημιούργημα της εισβολής και κατοχής;

Αναφορικά με το κοινό ανακοινωθέν, στη βάση του οποίου άρχισαν οι συνομιλίες πρόσφατα, αναφέρεται ότι η κυριαρχία πηγάζει εξίσου από τους Τουρκοκυπρίους και τους Ελληνοκυπρίους, χωρίς να γίνεται πουθενά αναφορά στο αυτονόητο, δηλαδή στον ένα ενιαίο και αδιαίρετο λαό γεγονός που αποτελεί «εποικοδομητική ασάφεια»  καθώς εφόσον δε γίνεται ρητή αναφορά σε ένα λαό και μια πηγή εξουσίας οι Τούρκοι θα έχουν δικαίωμα με τα χωριστά δημοψηφίσματα να προβάλλουν ότι αποτελούν χωριστό λαό και έχουν χωριστό δικαίωμα αυτοδιάθεσης. Χωριστά δημοψηφίσματα υπήρξαν και επί Σχεδίου Ανάν, όμως όπως προνοούσαν οι διατάξεις του σχεδίου αν τύγχανε απόρριψης από τη μία εκ των δύο πλευρών τότε δε θα ίσχυε και ως εκ τούτου καθώς απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους δεν παρήχθη κανένα νομικό αποτέλεσμα. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα είναι θετικό και από τις δύο πλευρές τότε παράγονται νομικά αποτελέσματα με τον κίνδυνο  των χωριστών δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης. Προβάλλουν κάποιοι  τον ισχυρισμό ότι υπάρχει ασφαλιστική δικλίδα, που απαγορεύει την οποιαδήποτε απόσχιση ή προσάρτηση ενός εκάστου των συνιστώντων κρατών με άλλο κράτος. Παρόλο που αυτή η ρήτρα είναι θετική θα πρέπει να την εξετάσουμε σύμφωνα με τους κανόνες της ισχύος.  Αν οι Τούρκοι στο μέλλον αποφασίσουν να αποσχιστούν και διαθέτουν την ισχύ να το πράξουν εμείς πως θα τους παρεμποδίσουμε; Θα διεξάγουμε πόλεμο; Μάλιστα ανάλογη ρήτρα υπάρχει και στο Σύνταγμα της Ζυρίχης τότε γιατί αυτή δεν ενεργοποιείται; Η Κυπριακή Δημοκρατία σήμερα είναι ζωντανή γιατί το κράτος είναι ενιαίο ενώ ο πληθυσμός στα κατεχόμενα είναι παράνομος. Μετά τα χωριστά δημοψηφίσματα και με τη μορφή της λύσης που διαπραγματευόμαστε η παρανομία αυτή τερματίζεται, το ψευδοκράτος αναγνωρίζεται ως ισότιμο συνιστών κράτος και το παράνομο status quo αλλάζει μέσω της νομιμοποίησης του.

Επιπρόσθετα σχετικά με το ζήτημα της εσωτερικής κυριαρχίας αναφέρει το ανακοινωθέν ότι :” Τα συνιστώντα κράτη θα ασκούν πλήρως και αμετάκλητα όλες τις εξουσίες τους, χωρίς επεμβάσεις από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι δεν θα επεμβαίνουν στους νόμους των συνιστώντων κρατών, που εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιοτήτων των συνιστώντων κρατών, και οι νόμοι των συνιστώντων κρατών δεν θα επεμβαίνουν στους ομοσπονδιακούς νόμους που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.” Επομένως κατανοούμε ότι αν οι αρμοδιότητες των συνιστώντων κρατών είναι ποιοτικότερες από αυτές της κεντρικής κυβέρνησης δημιουργείται μια συγκεκαλυμμένη συνομοσπονδία. Άραγε είναι  τυχαία η πρόσφατη αναφορά του περιοδικού Economist στην οικοδόμηση μιας «συνομοσπονδίας δυο συνιστώντων κρατών» στην Κύπρο, προκειμένου να φτιαχτεί αγωγός μέσω Τουρκίας και να περάσει το φυσικό αέριο προς τη «διψασμένη Ευρώπη»; Επιπρόσθετα ένα άλλο σημαντικό ζήτημα αποτελεί η παρέμβαση του ξένου παράγοντα στη λήψη αποφάσεων  καθώς στο ομοσπονδιακό ανώτατο δικαστήριο, στο οποίο θα επιλύνονται οι διαφορές ανάμεσα στα δύο κρατίδια όπως προνοούσε στο Σχέδιο Ανάν θα συμμετείχαν ξένα μέλη με το δικαίωμα της αρνησικυρίας.

Αυτή η προβληματική μορφή λύσης προβάλλεται από τους υποστηρικτές της ως η μόνη ρεαλιστική. Αν ήταν τόσο ρεαλιστική όσο την παρουσιάζουν θα είχε επιτευχθεί από το 1977 που έχει τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Στόχος του εθνικού συμβουλίου θα έπρεπε να είναι όχι η διάλυση του ενιαίου κράτους και η διχοτόμηση του σε δύο συνιστώντα αλλά η επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η εφαρμογή μιας δημοκρατικής λύσης, στη βάση της επανενσωμάτωσης των κατεχομένων στη Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της σύναψης στρατηγικών συμμαχιών και της αξιοποίησης του νομικού πλαισίου της ΕΕ, που καθορίζει μέσω του πρωτοκόλλου 10 ότι ολόκληρη η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ, καθώς και μέσω της αντιδήλωσης της 21ης Σεπτεμβρίου, που προνοεί ότι χωρίς την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, η ενταξιακή της διαδικασία και η πλήρης ένταξη ή ειδική σχέση δεν μπορούν να επέλθουν.  Η κυπριακή πολιτική ηγεσία θα έπρεπε να αξιοποιήσει το νομικό και θεσμικό πλαίσιο που προσφέρεται από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε καθώς και τα διάφορα γεωστρατηγικά δεδομένα της περιοχής όπως π.χ. η ρήξη που δημιουργήθηκε στις σχέσεις Τουρκίας Ισραήλ ώστε να αλλάξει την επιδιωκόμενη μορφή της λύσης και να πείσει τις μεγάλες δυνάμεις και κυρίως τις ΗΠΑ ότι μια λύση ενιαίου κράτους θα συνέβαλλε στην ευρύτερη σταθερότητα στην περιοχή και στα δικά τους συμφέροντα και όχι να εμμένει στην αναχρονιστική λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Το Κυπριακό και η Ε.Ε
Από το 2004 έχουν σημειωθεί κάποια νέα δεδομένα που προκύπτουν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και την Τουρκία να καθίσταται υποψήφιο για ένταξη κράτος. Από το γεγονός της ένταξης έχουν προκύψει δυο σημαντικά στοιχεία: το ένα αποτελεί το πρωτόκολλο 10, που προνοεί ολόκληρη την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. με αναστολή του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και το δεύτερο αποτελεί η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που καθορίζει ότι η Ε.Ε. αναγνωρίζει ως μοναδικό κράτος στην Κύπρο αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η Τουρκία οφείλει να την αναγνωρίσει.

Η ΕΕ δεν αξιώνει από την Τουρκία να αναγνωρίσει το ομόσπονδο κράτος που θα προκύψει από τη λύση, αλλά το ενιαίο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο έχει ενταχθεί με βάση το πρωτόκολλο 10 ολόκληρο στην ΕΕ. Αντί να είναι αυτός ο στρατηγικός μας στόχος μετά την ένταξη, δηλαδή η διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η επανενσωμάτωση των κατεχομένων, έχει επιλεχθεί η συνέχιση της μακροχρόνιας πολιτικής μέσω του διαλόγου που αποσκοπεί στη διαίρεση του ενιαίου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δυο συνιστώντα κράτη.

Όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά επιζητεί τη δημιουργία ομοσπονδίας δύο συνιστώντων κρατών, ουσιαστικά εκτελεί  το νομικό πλαίσιο που καθορίζει η Ε.Ε. και δημιουργείται σύγχυση στους εταίρους για τη φύση του προβλήματος καθώς προβάλλεται περισσότερο η δικοινοτική πτυχή του ζητήματος και όχι η πτυχή της εισβολής και κατοχής, που αν η προβολή ήταν τέτοια θα ήταν σαφώς ανάλογη και η αντιμετώπιση ενώ αντιθέτως με την ανοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας η Τουρκία καταφέρνει να αποσυνδέει τις κατοχικές της ευθύνες από το Κυπριακό καθώς πέραν από τα «παγωμένα» οκτώ κεφάλαια δεν της έχουν επιβληθεί επιπρόσθετες κυρώσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προέλαση της Ρωσίας στη Γεωργία κατά τη κρίση του 2008 όπου η Ε.Ε αντέδρασε σφόδρα και απειλούσε να διακόψει τις σχέσεις με τη Ρωσία , μια χώρα από την οποία εξαρτώνται ενεργειακά χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, αν δεν αποχωρούσε και ο τελευταίος Ρώσος στρατιώτης. Μια τέτοια ακραία αντίδραση σημειώθηκε μάλιστα για μια χώρα που δεν αποτελούσε καν μέλος της Ε.Ε. ενώ στην περίπτωση της Κύπρου υφίσταται από την Τουρκία κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους. Επομένως αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ζήτημα διπλωματικού χειρισμού και ορθής διατύπωσης των θέσεων καθώς στην παρούσα φάση η έντονη προβολή της δικοινοτικής διάστασης του θέματος λειτουργεί ως άλλοθι για την Τουρκία και αφήνει στην άκρη τη βασική πτυχή του ζητήματος, δηλαδή της εισβολής και κατοχής.

Επιπρόσθετα όσον αφορά τη διεξαγωγή των συναντήσεων από τους διαπραγματευτές σε Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα, επιχειρείται εμπλοκή της Τουρκίας αλλά όχι ως κατοχική δύναμη καθώς εξίσου εμπλέκεται και η Ελλάδα ενώ έχει ζητηθεί από την Eυρωπαική Ένωση να έχει επικουρικό ρόλο στις εξελίξεις στο Κυπριακό καθώς το πρώτο λόγο τον έχουν τα Ηνωμένα Έθνη ενώ είναι σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επιβάλει λύση, η οποία προκύπτει μόνο από μια πορεία διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης και σε περίπτωση που εμείς αποδεχτούμε αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο, υπάρχουν οι φόρμουλες να εμπεδωθεί η διαδικασία. Όχι μόνο δεν πρέπει να αποδεχτούμε τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας που θα στηρίζεται στη παραβίαση των αρχών του κοινοτικού κεκτημένου αλλά η  βάση των συνομιλιών θα πρέπει να είναι αυτή του κοινοτικού κεκτημένου και η λύση πρέπει να διαμορφωθεί  με τη μεθοδολογία «bottom up» (από κάτω προς τα πάνω) ούτως ώστε οι δημοκρατικές αρχές να καθορίσουν το χαρακτήρα της λύσης στα πλαίσια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η χρονική συγκυρία και τα γεωστρατηγικά δεδομένα
Στη παρούσα χρονική συγκυρία υπάρχει η οικονομική καταστροφή της Κύπρου και της Ελλάδας και η ανακάλυψη των υδρογονανθράκων  στην Κυπριακή ΑΟΖ και από την άλλη πλευρά η Τουρκία είναι σαφώς ισχυρή αλλά διέρχεται από μια περίοδο εσωτερικής και εξωτερικής κρίσης ενώ η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, σύμφωνα με το δόγμα Νταβούτογλου, που συν τοις άλλοις αποσκοπεί στην απομόνωση του Ισραήλ δημιουργεί μαζί με τα κοινά συμφέροντα που προκύπτουν από το φυσικό αέριο τη στρατηγική συμμαχία μεταξύ  Κύπρου Ελλάδας και Ισραήλ, η οποία δεν είναι αντίθετη με τα συμφέροντα ούτε της Ε.Ε αλλά ούτε και των ΗΠΑ.

Αντιθέτως η διαδικασία των γεωτρήσεων στο οικόπεδο 12 προέκυψε μέσα από τη σύγκλιση των συμφερόντων της Κύπρου με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Το Ισραήλ, το οποίο είναι περικυκλωμένο από μη φιλικά καθεστώτα έχει ανάγκη την Κύπρο και την Ελλάδα. Επομένως η σύναψη μιας τριμερούς στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ Κύπρου Ελλάδας και Ισραήλ που θα λάμβανε τις διαστάσεις περιφερειακής δύναμης και μια υπογραφείσα συμφωνία της Κύπρου με το Ισραήλ για την κατασκευή του τερματικού σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου στην Κύπρο, πέραν από το ζήτημα της διαχείρισης του φυσικού αερίου, θα καθίστατο ευνοϊκή και  για την προσπάθεια εξεύρεσης  μιας δικαιότερης λύσης στο Κυπριακό και θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μας καθώς το Ισραήλ δε θα επιθυμούσε επ’ ουδενί η Κύπρος να καταστεί υπό τη γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας.

Αναφορικά με τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή, οι ΗΠΑ επιθυμούν τη δημιουργία σταθερότητας στη φλέγουσα περιοχή της Μέσης Ανατολής και κυρίως επιζητούν την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη «ρώσικη αρκούδα», η οποία σήμερα δύναται να εκβιάζει σε ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας και δε θα ήθελαν επ’ ουδενί η Κύπρος να καταστεί προτεκτοράτο της Μόσχας και ως εκ τούτου επιθυμούν μια γρήγορη διευθέτηση αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού και του ζητήματος των υδρογονανθράκων που να συνάδει με τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή.   Υπάρχουν δύο σχολές σκέψης στην Αμερική, όπου η μία προβάλλει την ανάγκη δημιουργίας του άξονα Κύπρου, Ελλάδας, Ισραήλ προκειμένου να περιοριστεί η αλαζονεία του Ταγίπ Ερντογάν και να διατηρηθεί η έξοδος που έχει το Ισραήλ μέσω της Κύπρου προς τη Δύση και η άλλη θεωρεί ευνοϊκότερη τη διέλευση του φυσικού αερίου από αγωγό μέσω Τουρκίας στην Ευρώπη, γεγονός που θα οδηγήσει γεωστρατηγικά στην εξάρτηση της Κύπρου από την Τουρκία.

Επομένως το λογικό θα ήταν εμείς να προβάλουμε τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που μπορεί να προσδώσει η Κύπρος στη Δύση και στους συμμάχους της όπως το Ισραήλ, εάν προσδεθεί στο δυτικό μπλοκ και να δημιουργήσουμε τον άξονα Ελλάδας Κύπρου Ισραήλ και να υπογράψουμε τη συμφωνία για τη δημιουργία του τερματικού σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου στο Βασιλικό, γεγονός που θα συνέβαλε στη μεταβολή του ισοζυγίου δυνάμεων και στη διεκδίκηση μιας καλύτερης λύσης. Αντί αυτού όπως διαμορφώνεται η παρούσα κατάσταση, η συγκυρία της στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ των τριών χωρών τίθεται  «στον πάγο» καθώς όπως έχει γίνει αντιληπτό ξένοι και ημέτεροι αξιωματούχοι συνταυτίζουν τη σύνδεση του φυσικού αερίου με τη λύση της ομοσπονδίας και την τριχοτόμηση της υφιστάμενης κυπριακής ΑΟΖ μεταξύ των δυο συνιστώντων κρατών και της Τουρκίας, συν του ότι προωθείται η κατασκευή αγωγού προς την Τουρκία, γεγονός που παραβλέπει τις γεωστρατηγικές εξαρτήσεις και την περαιτέρω ενίσχυση της Άγκυρας ως περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης και τη μετατροπή της θαλάσσιας περιοχής από την Μαρμαρίδα ως την Αλεξανδρέττα σε τουρκική λίμνη,  που θα έχει ως απόρροια τη γεωπολιτική και συνταγματική ομηρία της Κύπρου στην Τουρκία.
Είναι προφανές λοιπόν ότι οι μη επιτυχημένοι διπλωματικοί χειρισμοί της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας ενδέχεται να μετατρέψουν το φυσικό αέριο από μέσο ισχύος, συμμαχιών, αλλαγής ισοζυγίου δυνάμεων και επίτευξης μιας δικαιότερης λύσης, σε αχίλλειο πτέρνα και μηχανισμό εκβιασμών για την υπογραφή διχοτομικών λύσεων, πράγμα που ενισχύεται από το γεγονός ότι έχει αποφασιστεί να προχωρήσουμε σε συνομιλίες σε μια περίοδο όπου οι οικονομικοί, στρατιωτικοί, διπλωματικοί και κοινωνικοί συντελεστές ισχύος στις περιπτώσεις της Κύπρου και της Ελλάδας είναι αποδυναμωμένοι.

Δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ορθός στόχος ούτε οργανωμένη στρατηγική επίτευξης που είναι συναφής με τους συντελεστές ισχύος, οι οποίοι ξεκινούν από την οικονομία, τις ένοπλες δυνάμεις, την κοινωνική συνοχή και καταλήγουν στη συμμετοχή  μας σε διεθνείς οργανισμούς, όπως η Ε.Ε., ή σε άλλες συμμαχίες στρατηγικού χαρακτήρα που λειτουργούν ως  πολλαπλασιαστές της ισχύος. Εφόσον, λοιπόν, δεν συζητούνται σε βάθος  τα ζητήματα του στόχου, εφόσον δεν σχεδιάζεται μια στρατηγική που να αποσκοπεί στην ενσωμάτωση των κατεχομένων στη Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον δεν συζητείται η ενίσχυση των συντελεστών ισχύος, εφόσον δεν τυγχάνουν ανάλυσης με ενδελεχή τρόπο τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα και κυρίως οι δικές μας διεθνείς σχέσεις καθώς και εκείνες της Τουρκίας, οι Τούρκοι θα συνεχίζουν να μας προσάπτουν κατηγορίες διεθνώς ότι εμείς έχουμε την ευθύνη των αδιεξόδων, καθώς οι λανθασμένες εκτός τόπου και χρόνου πολιτικές μας παρέχουν τη δυνατότητα στην Τουρκία να απαλλάσσεται των ευθυνών της ως κατοχική δύναμη και να εμπεδώσει με ή χωρίς λύση τη διχοτόμηση.

Tags : ΑμυναΔιπλωματίαΕλλάδακυπροςΤουρκια