close
Στο βιβλίο «Η άνοδος και η πτώση (;) ενός ηγεμονικού κόμματος», οι συγγραφείς Κ. Ελευθερίου και Χ.Τάσσης, περιγράφουν την ιστορία του ΠΑΣΟΚ, από την ίδρυσή του έως και τις πρόσφατες εξελίξεις, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να δίνουν απαντήσεις σχετικά με τα αίτια της ηγεμονικής επικράτησης του κινήματος στη δεκαετία του 1980 και 1990, καθώς και με τα αίτια που οδήγησαν στην ήττα.

Το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε εκείνο το κομματικό μέσο, το οποίο κατάφερε να αντιληφθεί, συγχρόνως να παρασύρει και κατόπιν να ελέγξει το ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος βρίσκονταν σε έξαρση στο τέλος της δεκαετίας του 1970.

Η ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ διακρίνεται, σε ένα γενικότερο πλαίσιο, σε μια αρχική περίοδο, στην οποία το ΠΑΣΟΚ εγκαινιάζει μια σοσιαλιστική προτροπή στην ελληνική πολιτική ζωή και σε μια επόμενη, πολύ ευρύτερη περίοδο, στην οποία το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει και ακολουθεί την κρατική αναγκαιότητα.

Στο βιβλίο περιγράφεται ο ρόλος της ηγεσίας και η σημασία της στον τρόπο της διαχείρισης της εξουσίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ακολούθησε τα ευρωπαϊκά πρότυπα και επέλεξε να διαμορφώσει ένα ανοιχτό, μεγάλο, ριζοσπαστικό μαζικό κόμμα. Στρατηγικά επεδίωξε να διαμορφώσει ένα πρότυπο πολιτικής και κοινωνικής αναφοράς, στο οποίο πυρήνας αποτελούσε η έννοια του «μη προνομιούχου». Το πρότυπο αυτό είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, καθώς σε συνδυασμό με την αντιδεξιά ρητορική επικοινωνούνταν με μεγάλη ευκολία στην κάθετη κομματική οργάνωση και διαμόρφωσε συνθήκες έντονης πόλωσης σε προεκλογικής περιόδους μέχρι πρόσφατα.

Στο βιβλίο αναφέρεται ότι το ΠΑΣΟΚ διαμόρφωσε το δίαυλο για την κοινωνική ενσωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας και έδωσε την ευκαιρία της άμεσης ενασχόλησης με τα κοινά.

Το ΠΑΣΟΚ προσέλκυσε μεγάλο πλήθος στελεχών, οι οποίοι στην κατεύθυνση της πλήρους κινητοποίησης από το 1977 και μετά αποθέωναν τον ιδρυτή και την πολιτική προοπτική του ΠΑΣΟΚ. Η αποθέωση και υποστήριξη του ηγέτη, στρατηγικά σε πρώτο πλάνο.

Εκείνο, το οποίο θα έλεγε κανείς, ενέτεινε τη συνοχή των στελεχών και την κομματική αποθέωση ήταν ότι η ρητορεία συνδέονταν με μια υλική διάσταση. Η εδραίωση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία βασίστηκε αρχικά στην επάνδρωση του δημόσιου τομέα με στελέχη, έντονους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια αυτό οδήγησε στην ευθεία σύνδεση του κράτους στις επιταγές και τους στόχους της κυβέρνησης.

Ωστόσο σύντομα η πολιτική ΠΑΣΟΚ συναντά τον πραγματισμό. Το 1985, υπουργός Οικονομικών της δεύτερης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, υπήρξε ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος από την αρχή της δημιουργίας του κινήματος αυτού, αποτέλεσε πυρήνα του εκσυγχρονιστικού τμήματος. Ο Κώστας Σημίτης με ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα, επεδίωξε να επαναφέρει τα οικονομικά σε αποτελεσματική τροχιά, ώστε σταδιακά να προετοιμάζεται το ελληνικό κράτος να αποδίδει με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως αυτά πολύ σύντομα θα εκφράζονταν μέσα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Μέσα σε μια δίνη σκανδάλων και εξαιτίας της κυβερνητικής κόπωσης των δυο θητειών, το ΠΑΣΟΚ χάνει την πρωτιά στις εκλογές και ξεκινά η πολυτάραχη πολιτική περίοδος των κυβερνητικών συμμαχιών. Ωστόσο, εδώ, η συνοχή του κοινωνικού συσχετισμού, ο οποίος συνέχιζε να ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ, παρέμεινε δυνατή και το 1993 ξαναδίνει την πρωτιά στο ΠΑΣΟΚ.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου σε μεγάλη ηλικία και άρρωστος αφήνει την πρωθυπουργία στον Κώστα Σημίτη, ο οποίος θα γινόταν και ο νέος πρόεδρος του κόμματος.

Η εναλλαγή προέδρων κατέδειξε εκτός από τη διαφορετική πολιτική και ιδεολογική κουλτούρα την αντίληψη του κάθε προέδρου σχετικά με την κομματική οργάνωση. Το ζήτημα της κομματικής οργάνωσης στο ΠΑΣΟΚ είναι ζήτημα μεγάλης σημασίας, καθώς η εκλογική του άνθιση βασίστηκε σε μεγάλο ποσοστό στον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές κομματικές οργανώσεις σε κάθε επίπεδο μέχρι τον πρόεδρο ενεργοποιούσαν την εκλογική βάση και μετέδιδαν το εκλογικό μήνυμα.

Όσο περισσότερο η κρατική αναγκαιότητα θα αποτελεί κυβερνητικό κανόνα, τόσο λιγότερο η κομματική οργάνωση θα διαδραματίζει έντονο ρόλο στον καθορισμό της στρατηγικής στο ΠΑΣΟΚ.

Στα χρόνια του Κώστα Σημίτη η πολιτική εναλλαγή ήταν έντονη σε επίπεδο ιδεών και στρατηγικής σε σχέση με το παρελθόν. Η κομματική οργάνωση δεν είχε τον κομβικό ρόλο της προηγούμενης περιόδου, καθώς ενδεχομένους και να χάνουν στον εσωκομματικό ανταγωνισμό με την κοινοβουλευτική ομάδα. Ο Κώστας Σημίτης επεδίωκε την αναβάθμιση του ρόλου της κοινοβουλευτικής ομάδας και της προεδρικής ελίτ, καθώς και να αποφορτίσει από το καθήκον της στρατηγικής προετοιμασίας τις τοπικές οργανώσεις.

Το κέντρο βάρους του ΠΑΣΟΚ σταδιακά περνούσε σε υψηλότερο επίπεδο, προκειμένου να εκφραστεί με πιο αποτελεσματικό τρόπο η ιδεολογική και στρατηγική θέση του προέδρου του.

Σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι δε διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο η κομματική και συνδικαλιστική οργάνωση του κόμματος, ωστόσο θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει εκείνη την στιγμή τα έντονα διακριτά όρια, καθώς και τους ξεχωριστούς πολιτικούς στόχους της ηγεσίας, της κοινοβουλευτικής ομάδας και των πολιτικά υποδεέστερων ομάδων.

Ακολουθεί το πιο έντονο παράδειγμα της δεκαετίας του 2000. Σε επίπεδο κυβερνητικής πολιτικής η διακυβέρνηση Σημίτη μετατόπισε το κέντρο βάρους από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επεδίωκε η οικονομία να στηρίζεται στον τριτογενή τομέα, παροχής δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών. Οι «insiders» της οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν κατ’ ανάγκην άνθρωποι της παροχής υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα, και η κρατική τους επαγγελματική υπόσταση, όπως αρχικά είχαν μονομερώς αντιληφθεί, δεν ενοχλούνταν από τις νέες οικονομικές εξελίξεις. Την στιγμή, ωστόσο, που ορισμένες δομές θα ανατρέπονταν στην κατεύθυνση της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, όπως στο πλαίσιο του ασφαλιστικού για παράδειγμα, ξέσπασε πρωτοφανή, ενάντια σε μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντίδραση.

Η νέα οικονομική αντίληψη του Κώστα Σημίτη ανανέωσε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική βάση του κόμματος, καθώς και το πολιτικό του προφίλ. Σε αυτό το σημείο, συνηθίζεται να γράφετε, ότι άλλαξαν κάποιοι συσχετισμοί, καθώς μερίδα των «μη προνομιούχων», το βασικότερο συμβολικό σημείο αναφοράς του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν εκπροσωπούνταν και αναζήτησαν διαφορετική κομματική εστία, μέχρι και τη ΝΔ του κέντρου, του Κώστα Καραμανλή.

Ο Κώστας Σημίτης αξιολογώντας, εκείνη την στιγμή, ως «επικίνδυνες» τις εκτιμήσεις της κοινής γνώμης παρέδωσε την εξουσία στο Γιώργο Παπανδρέου πριν τις εκλογές του 2007. Εκεί, ανοίγει ένα νέο, ακόμη πιο διαφορετικό κεφάλαιο για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όπως περιγράφεται στο βιβλίο σηματοδοτεί την αρχή του τέλους, όπως αυτό το τέλος αναγνωρίζεται σήμερα.

Ο Γιώργος Παπανδρέου αποδεικνύεται καταλυτικός για την εξέλιξη της κομματικής οργάνωσης του ΠΑΣΟΚ. Ουσιαστικά, με τις νέες δομές που εισάγει, ως μια πρώτη απόπειρα εφαρμογής όσων ήθελε μετέπειτα να εφαρμόσει στις κρατικές δομές ως κυβέρνηση, αφαίρεσε κάθε περιθώριο πρωτοβουλίας και εσωκομματικής συμμετοχής στην οργάνωση. Η κίνηση αυτή, στη συνέχεια, όταν το Μνημόνιο ήρθε στην πολιτική ζωή του τόπου και σε συνδυασμό με τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου το μεταχειρίστηκε ως πολιτικό γεγονός, συνετέλεσε στη δραματική μείωση της εκλογικής βάσης και της δυναμικής του ΠΑΣΟΚ. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, στις εκλογές του 2012, έγινε αποδέκτης της αλήθειας της πολιτικής εξέλιξης αυτής εξέλιξης.

Το ΠΑΣΟΚ έρχεται για χρόνια να δικαιολογήσει και να εξηγήσει στην Ελλάδα τη μεταστροφή όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης, όταν η μαρξιστική σοσιαλιστική ατζέντα τους συνάντησε τον πολιτικό ρεαλισμό και την πραγματικότητα της Ευρώπης και πλησίασαν κυβερνητικά και ιδεολογικά το χώρο του κέντρου.

Στην Ελλάδα, η διαχείριση του μαζικού κόμματος μέσω της άμεσης συσχέτισης των στελεχών με τις δημόσιες λειτουργικές δομές του κράτους, διαμόρφωσε σαφείς πελατειακές σχέσεις, οι οποίες δεν μπόρεσαν να ανακοπούν ούτε στην περίοδο της εκσυγχρονιστικής μεταστροφής. Δε διακόπηκαν καθώς ήταν σαφής η ζωτικής σημασίας συσχέτιση της οργάνωσης με την ελίτ.

Η αντιδραστικότητα των κοινωνικών ομάδων απέναντι σε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα «έθιγαν» τον τρόπο με τον οποίο είχαν φανταστεί τον επαγγελματικό τους ρου στο δημόσιο τομέα, αυτομάτως διαμόρφωσαν αποστάσεις απέναντι στο ΠΑΣΟΚ σταδιακά. Η κομματική οργάνωση δεν ακολούθησε τη μεταρρυθμιστική νοοτροπία του Γιώργου Παπανδρέου στα πρόσφατα χρόνια.

Επομένως, η δραματική ήττα αποτελεί το αποτέλεσμα της αδόκιμης σχέσης της ελίτ με την κομματική οργάνωση;

Πρόκειται ίσως για τους διαφορετικούς χρόνους αντίληψης της κρατικής αναγκαιότητας, ανάμεσα στην ελίτ και στην οργάνωση;

Ήταν ατροφικές οι προσδοκίες, όπως διαμορφώθηκαν σε ένα κάθετο εσωκομματικό φεουδαλιστικό πλαίσιο συνύπαρξής;

Εάν η νομιμοποίηση του κόμματος του ΠΑΣΟΚ είτε ως μαζικό κόμμα, είτε ως κόμμα καρτελ, βασίζονταν στην κινητοποίηση που η οργάνωση του κόμματος προσέφερε και εάν η εκσυγχρονιστική τροχιά είχε αντιληφθεί το ζωτικό συμφέρον αυτής της κινητοποίησης, τότε εξηγείται ως αυτοαναφορική η μεταρρυθμιστική προοπτική του Γιώργου Παπανδρέου;

Σίγουρα οι απαντήσεις έχουν δοθεί έως σήμερα και στο μέλλον, η ιστορία σε συνδυασμό με την τρέχουσα εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ θα καταστήσει την εμβάθυνση στην κατεύθυνση κατανόησης της παύσης του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ περισσότερο έντονη. Το συγκεκριμένο βιβλίο καθίσταται ένας πολύ εύστοχος οδηγός στη διαδρομή της κατανόησης της επιρροής του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία της Ελλάδας σε όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης.

Tags : ΒιβλιοκριτικηΕλλάδαΠολιτική
ΒΕΝΗ ΜΟΥΖΑΚΙΑΡΗ

The author ΒΕΝΗ ΜΟΥΖΑΚΙΑΡΗ

Η Βένη Μουζακιάρη είναι υποψήφια Διδάκτωρ του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.