close
GEO+POLITICS

Σχέσεις Τουρκίας – Αιγύπτου: Σουλτάνοι εναντίον Φαραώ

05b690bcbf46a2555550d5949970385f_L
Ο λόγος του Προέδρου Ερντογάν στο Κάιρο μετά την ανατροπή του Προέδρου Μουμπάρακ και την ανάληψη της εξουσίας από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τον Πρόεδρο Μόρσι είχε χαρακτηριστεί ως μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο πεδίο των διεθνών σχέσεων για το έτος 2011.

Επισκίασε μάλιστα τον αντίστοιχο λόγο του Προέδρου Ομπάμα, με τους αναλυτές να διαβλέπουν μία Τουρκία με πιο ηγετικά και δυναμικά στοιχεία σε σύγκριση με τα κάπως πιο σταθμισμένα και προσεκτικά βήματα των ΗΠΑ.

Προτού προχωρήσουμε, είναι απαραίτητο να σημειώσουμε την εξής (γεω)στρατηγική παρατήρηση: Ο πυρήνας των Μεσανατολικών σχέσεων είναι ο «ηγεμονικός» ανταγωνισμός Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας-Τουρκίας με το Ιράν και το Ισραήλ σε εξισορροπητικούς ρόλους, τους παγκόσμιους παίκτες να υποστηρίζουν το εκάστοτε στρατόπεδο αναλόγως με τα τρέχοντα συμφέροντά τους και το θέατρο αυτών των ανταγωνισμών τις «αδύναμες» περιοχές της Μέσης Ανατολής, όπως ο Λίβανος, η Παλαιστίνη και το Ιράκ.

Η Αραβική Άνοιξη αποτέλεσε την κατάληξη της διαδικασίας ισλαμοποίησης των αραβικών κοινωνιών, η οποία ξεκίνησε μετά την ήττα του 1967, εντατικοποιήθηκε τη δεκαετία του 1980 και οριστικοποιήθηκε με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Η ισλαμοποίηση – δηλαδή η προσπάθεια του Ισλάμ να αναχθεί σε πολιτειακό και κοινωνικό παράγοντα- σηματοδότησε την σταθερή και σταδιακή υποχώρηση της κοσμικότητας. Η πρώτη χώρα (αν και όχι αραβική) στην οποία συντελέστηκε επιτυχημένη μετάβαση ήταν η Τουρκία όταν το 2002 το ΑΚΡ ανήλθε στην εξουσία μέσω εκλογών, καθόλα νόμιμων και δημοκρατικών. Από το σημείο εκείνο, η πορεία που ακολουθήθηκε ήταν αυτή της σχεδιασμένης μετάλλαξης του τουρκικού κράτους με τη διθυραμβική επάνοδο του Ισλάμ στη δημόσια σφαίρα.

Εν έτει 2015, μπορούμε να πούμε ότι η ταχύτατη και ανεπιφύλακτη στήριξη που πρόσφερε η Τουρκία του Ερντογάν στην Μουσουλμανική Αδελφότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εσφαλμένη και βεβιασμένη πολιτική επιλογή, η οποία στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι το πολιτικό Ισλάμ κυριαρχούσε στην Αίγυπτο –όπως αυτό εκφράζεται από την Μουσουλμανική Αδελφότητα, που θεωρείται ιδεολογικός συγγενής με το ΑΚΡ. Η Τουρκική ηγεσία βιάστηκε να αποκηρύξει το καθεστώς Μουμπάρακ, ελπίζοντας πως θα μπορούσε να πρωτοστατήσει στις εξελίξεις, προτείνοντας ένα επιτυχημένο μοντέλο διακυβέρνησης που συγκεράζει τις δομές ενός σύγχρονου κράτους με την ισλαμική παράδοση. Πρόκειται για μία ανταγωνιστική προς τα Σαουδαραβικά συμφέροντα επιδίωξη.

Η σχέση του ΑΚΡ με την Μουσουλμανική Αδελφότητα ανάγεται σε παλαιότερα ιστορικά γεγονότα: στην ίδρυση του Milli Gorus (το πρώτο ισλαμικό κόμμα) το 1969 από τον Necmetin Erbakan, τον πολιτικό πατέρα του Ερντογάν. Πράγματι, το ΑΚΡ αποτελεί ιδεολογικό απότοκο του κόμματος αυτού. Ο Erbakan, ως πρωθυπουργός της Τουρκίας το 1996 (ανατραπείς το 1997 με το λεγόμενο «μεταμοντέρνο πραξικόπημα») είχε θέσει ως στόχο της εξωτερικής πολιτικής του την ανάδειξη μίας νέας ισλαμικής δύναμης στην περιοχή, την οποία θα συγκροτούσαν οι εξής οκτώ αναπτυσσόμενες χώρες: Λιβύη, Ιράν, Αίγυπτος, Πακιστάν, Ινδονησία, Νιγηρία, Μπαγκλαντές και Μαλαισία.

Όταν η Μουσουλμανική Αδελφότητα ανέλαβε την εξουσία στην Αίγυπτο, το ΑΚΡ διείδε μία ευκαιρία να «πατρονάρει» την πολυπληθέστερη και γεωπολιτικά σημαντική χώρα της Μέσης Ανατολής. Ο υπερβάλλων ζήλος της τουρκικής ηγεσίας είναι δείγμα καιροσκοπικής πολιτικής, ελλειπόμενης ορθολογικών συλλογισμών που σταθμίζουν τις εξελίξεις στη βάση των πραγματικών δυνατοτήτων της χώρας. Αναλυτικότερα: γίνεται παραπάνω από σαφής η πρόθεση της Τουρκίας να αναδειχθεί σε περιφερειακό παίκτη. Όμως για να καταστεί αυτό δυνατό, θα πρέπει να έχει ένα ισχυρό αφήγημα προς το εξωτερικό (επιτυχημένο μοντέλο διακυβέρνησης) το οποίο να μπορεί να στηρίξει οικονομικά (μέσω της απευθείας χρηματοδότησης καθεστώτων αλλά και της ισχυροποίησης των εμπορικών σχέσεων με αυτά) και στρατιωτικά (η Τουρκία διαθέτει ένα σύγχρονο στράτευμα που συμπεριλαμβάνεται στις νατοϊκές δομές). Πλην όμως το «οικονομικό θαύμα» της Τουρκίας οφείλεται στο γεγονός ότι οι εμπορικές εταιρείες, οι λεγόμενες «τίγρεις της Ανατολίας», έστρεψαν τις εξαγωγές τους στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και συγκεκριμένα σε Συρία, Ιράκ, Αίγυπτο. Οι ραγδαίες εξελίξεις που σημειώθηκαν σε αυτές τις χώρες συρρίκνωσαν τη δυνατότητά τους να καταναλώνουν τα τουρκικά προϊόντα. Η τουρκική ηγεσία στην περίπτωση της Αιγύπτου κατόρθωσε να υπογράψει εμπορικές συμφωνίες με την κυβέρνηση Μόρσι, την οποία και στήριξε οικονομικά μαζί με το Κατάρ, όμως η έκβαση της αιγυπτιακής υπόθεσης ματαίωσε τις όποιες προσδοκίες. Παρόλα αυτά υπάρχουν πιέσεις στους εμπορικούς κύκλους εκατέρωθεν για να διατηρηθούν και να συνεχιστούν κανονικά οι σχέσεις. Το πιο σημαντικό (οικονομικό) στοιχείο που ενέχει ανασταλτικό ρόλο στις προσπάθειες της Τουρκίας να αναδειχθεί σε σημαίνοντα περιφερειακό ρόλο είναι το γεγονός ότι δεν είναι ενεργειακά αυτάρκης σε δραματική αντίθεση με τους βασικούς ανταγωνιστές της στο χώρο. Ιράν, Σαουδική Αραβία και Κατάρ μπορούν να αναπληρώσουν ανά πάσα στιγμή χάριν στα σταθερά έσοδά τους από τους φυσικούς πόρους (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) το όποιο κόστος της όποιας εσφαλμένης πολιτικής επιλογής, πολυτέλεια την οποία η Τουρκία δεν διαθέτει. Ακόμα και το Κατάρ, το οποίο επίσης υποστήριξε την Μουσουλμανική Αδελφότητα, δεν υπέφερε κάποιο ουσιαστικό οικονομικό ή πολιτικό πλήγμα ενώ πρόσφατα ξεκίνησαν προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία και των λοιπών χωρών του Κόλπου.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να θέσουμε το ζήτημα υπό τους άξονες που έχει διαμορφώσει το ΑΚΡ για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Η βασική θέση είναι ότι «η Τουρκία στον κόσμο πρέπει να στηρίζεται στο οθωμανικό παρελθόν της και στην εκμετάλλευση των γεωπολιτικών δεδομένων. Από τη στιγμή που έχουν εκλείψει οι ψυχροπολεμικές παράμετροι πρέπει να διατυπωθεί εκ νέου ο ρόλος της Τουρκίας, αφού πρώτα ξεπεραστεί η στρατηγική διατήρησης του status quo. Σε μία περίοδο κατά την οποία αλλάζουν οι παγκόσμιες και περιφερειακές ισορροπίες, η διατήρηση του status quo, θα έχει ως αποτέλεσμα να αχρηστευθούν συν τω χρόνω, τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα.» Δεδομένων των αλλαγών που έθεσε σε κίνηση η «Αραβική Άνοιξη» και έχοντας ήδη διαταράξει τις σχέσεις της με το Ισραήλ (σε μία προσπάθεια να αναλάβει τον ρόλο του προασπιστή των Παλαιστινίων, προπαγανδιστική κίνηση στην οποία προβαίνει κάθε επίδοξος περιφερειακός παίκτης στη Μέση Ανατολή, χρησιμοποιώντας την «παγωμένη» αραβοϊσραηλινή σύγκρουση για να καταθέσει τα μουσουλμανικά του διαπιστευτήρια), η τουρκική διπλωματία εμφανίστηκε απόλυτη στις στάσεις της, με μία στομφώδη ρητορική: αμετάκλητη και απερίφραστη καταδίκη του Σίσι, του αλ-Άσσαντ, του Ισραήλ. Η στάση της αυτή κλείνει διπλωματικές πόρτες, με τους Άραβες να θεωρούν ότι επιβουλεύεται τα συμφέροντά τους και ενισχύει την αντιπάθεια και την αραβική προκατάληψη απέναντι στο τουρκικό κράτος και συγκλίνουν στην απομόνωση της Τουρκίας του Ερντογάν στην ευρύτερη περιοχή.

Σύντομα να επισημάνουμε ότι το καθεστώς Σίσι είναι ιδιαίτερα εσωστρεφές αυτή τη χρονική περίοδο και προσλαμβάνει μεγενθυμένες τις παραστάσεις απειλής από τα διάφορα ανοιχτά μέτωπα: καταστέλλει βίαια τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στο εσωτερικό, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την ισλαμική τρομοκρατική οργάνωση Ansar Bayt al Maqdis στο Σινάι –που έχει δηλώσει υποστήριξη στο ISIS, απειλείται από την κατάσταση στη Λιβύη (μετανάστευση και τρομοκρατία) ενώ καλείται να θέσει σε κίνηση την οικονομία της για να δώσει προοπτική στον πληθυσμό της. Παρόλη τη χρηματοδότηση που δέχεται από τη Σαουδική Αραβία και τις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου, είναι δεδομένο ότι στην περίπτωση που αποτύχει να σταθεροποιήσει την οικονομία της, το καθεστώς Σίσι θα βρεθεί αντιμέτωπο με λαϊκή εξέγερση.

Σαν συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι οι τουρκικές κινήσεις έχουν οδηγήσει σε μία αντιηγεμονική συσπείρωση την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Κύπρο και την Αίγυπτο. Ειδικά για την Αίγυπτο, της δίνεται η ευκαιρία να συμμετάσχει με αξιώσεις στους σχεδιασμούς για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, να λύσει το ενεργειακό της πρόβλημα και να ενισχύσει τον προϋπολογισμό της, ενώ βελτιώνει το πολιτικό εκτόπισμά της με το να συμμετέχει στο μόνο σχήμα που φαίνεται να ενέχει σταθερότητα και προοπτικές στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αποκλείοντας παράλληλα τον βασικό ανταγωνιστή της, την Τουρκία.

Tags : ΑιγυπτοςΓεωπολιτικήΔιπλωματίαΙσλαμΜέση ΑνατολήΤουρκια