Η ρωσική ενεργειακή στρατηγική, το άνοιγμα στην Ασία και η ευρωπαϊκή διέξοδος

Η ρωσική ενεργειακή στρατηγική, και εξωτερική πολιτική εν γένει, μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του φιλελεύθερου διακυβερνητισμού (liberalintergovernmentalism). Σύμφωνα με αυτήν, και ειδικότερα το μοντέλο που προτείνει ο AndrewMoravcsik, η διαμόρφωση πολιτικής ενέχει δύο επίπεδα.

Στο πρώτο, οι επιμέρους κοινωνικές ομάδες ανταγωνίζονται εντός του εγχώριου πολιτικού πεδίου διαμορφώνοντας τις πολιτικές επιλογές της εκάστοτε κυβέρνησης. Στο δεύτερο λαμβάνουν χώρα διεθνείς διαπραγματεύσεις που θα κρίνουν τον τρόπο με τον οποίο οι εγχώριες προτιμήσεις θα μετατραπούν σε κινήσεις εξωτερικής πολιτικής. Η θεώρηση αυτή εδράζεται στη φιλελεύθερη παραδοχή ότι τα άτομα και οι ομάδες είναι οι κύριοι δρώντες στο διεθνές σύστημα, και όχι τα κράτη νοούμενα ως αυτόνομοι, αυτοτελείς δρώντες (blackboxes) που φέρουν και υπερασπίζονται δεδομένα εθνικά συμφέροντα. Παράλληλα, ωστόσο, συμμερίζεται την κεντρική ρεαλιστική παραδοχή ότι το διεθνές σύστημα επιφέρει περιορισμούς τους οποίους οι διεθνείς δρώντες αναπόδραστα (πρέπει να) λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να αναγνώσουμε ευκολότερα τη ρωσική ενεργειακή στρατηγική. Αναφορικά με το πρώτο επίπεδο, αυτό της εσωτερικής πολιτικής, η διακυβέρνηση Πούτιν διαμορφώθηκε στην πρώτη οχταετία της (2000-2008) από δύο κεντρικές ομάδες: τους φιλελεύθερους οικονομικούς συμβούλους από τη μία, και τους ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά στο προηγούμενο καθεστώς (πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών και ανώτατους αξιωματούχους του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος) από την άλλη, γνωστούς με την ονομασία siloviki. Η υιοθέτηση κάποιων φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και τα σχέδια για περαιτέρω απελευθέρωση της ρωσικής αγοράς μέχρι τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας οφείλονταν κυρίως στην ύπαρξη και επιρροή της ομάδας των φιλελευθέρων.

Ωστόσο, η ομάδα αυτή περιθωριοποιήθηκε σταδιακά, με την ομάδα των silovikiνα ανακτά κεντρική θέση στο σχηματισμό των πολιτικών του Κρεμλίνου και να κατέχει δεσπόζοντα ρόλο μέχρι και σήμερα. Οι κύριοι πυλώνες της νέας αυτής στρατηγικής είναι ο κεντρικός έλεγχος της οικονομίας, και ιδιαίτερα των «στρατηγικών τομέων» της ενέργειας και των φυσικών πόρων, η διαμόρφωση ενός μοντέλου κρατικού, κι όχι φιλελεύθερου καπιταλισμoύ (state, notliberal, capitalism), οι διαπραγματεύσεις με κρατικές ή κρατικά υποστηριζόμενες επιχειρήσεις παρά με δυνάμεις της αγοράς, μία πιο σκληρή στάση αναφορικά με τα «εθνικά συμφέροντα» της χώρας και, φυσικά, η παγίωση μίας μη φιλελεύθερης ή ελεγχόμενης δημοκρατίας (illiberalormanageddemocracy), εντός της οποίας η δράση ΜΚΟ και τα περιθώρια άλλων κοινωνικών δρώντων να αποκτήσουν προσχώματα και να επηρεάσουν την κεντρική πολιτική σκηνή παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Gazprom (παραγωγή και εξαγωγές φυσικού αερίου), η Rosneft (παραγωγή πετρελαίου) και η Transneft (δίκτυο αγωγών πετρελαίου) παραμένουν οι κεντρικοί δρώντες στην ενεργειακή πολιτική. Και οι τρεις ελέγχονται από το Κρεμλίνο, με αποτέλεσμα η οικονομική λειτουργία και η πολιτική τους στόχευση να έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τη στήριξη της ρωσικής οικονομίας προκειμένου η χώρα να επανακτήσει τη χαμένη της αίγλη και τον κεντρικό της ρόλο στη διεθνή σκηνή. Σε αντιστοιχία με τους πυλώνες της ενεργειακής στρατηγικής που αναλύθηκαν παραπάνω, κάθε σχέδιο για ιδιωτικοποίησή και σπάσιμο των επιχειρήσεων αυτών σε επιμέρους εταιρείες (διανομής, παραγωγής κλπ.) έχουν μεταφερθεί στις καλένδες.

Οι εταίροι που διάλεξε το ρωσικό κράτος για την ανάπτυξη των πιο απαιτητικών κοιτασμάτων είναι κρατικές εταιρείες (Statoil της Νορβηγίας και Total της Γαλλίας), ενώ η σύμπραξη με τους κύριους ενεργειακούς της εταίρους, Γερμανία και Ιταλία, λαμβάνει χώρα με ιδιωτικές επιχειρήσεις που χαίρουν της αμέριστης στήριξης των κυβερνήσεων των κρατών αυτών.

Η επικράτηση στο Κρεμλίνο σκληροπυρηνικών στοιχείων που διατηρούν μία παραδοσιακή αντίληψη της παγκόσμιας πολιτικής φέρει σημαντικές συνέπειες για τη ρωσική πολιτική. Ενισχύεται η στρατιωτική ισχύς της χώρας, οι ενεργειακές συμφωνίες έχουν πρώτα απ’ όλα πολιτικό, κι όχι οικονομικό, χαρακτήρα, ενώ παραγνωρίζεται η ανάγκη δημιουργίας μίας σύγχρονης οικονομίας, που δε θα στηρίζεται στους φυσικούς πόρους αλλά θα έχει μία σειρά ανεπτυγμένων τομέων.

Ο ενεργειακός τομέας, σε αυτό το πλαίσιο, διατηρεί νευραλγικό ρόλο για δύο λόγους. Πρώτον, στηρίζει τον προϋπολογισμό του κράτους. Οιαδήποτε αδυναμία προσπόρισης εσόδων θα σηματοδοτήσει μία απότομη μείωση των στρατιωτικών δαπανών της χώρας και του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της. Δεύτερον, αποτελεί σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί της Μόσχας για τη δημιουργία συμμαχιών, την προσέλκυση/ διατήρηση τρίτων κρατών στη σφαίρα επιρροής της, την πρόκληση αντιποίνων σε μη φιλικά διακείμενες χώρες κλπ. Για παράδειγμα, η επιδότηση των πρώην σοβιετικών συμμάχων με φτηνό αέριο αποτελεί μεγάλο δέλεαρ για τη διαιώνιση της συνεργασίας (βλ. Αρμενία, Λευκορωσία), ενώ, αντίθετα, η αύξηση των τιμών και η διακοπή της τροφοδοσίας στοχεύει στην άσκηση πίεσης σε κράτη εκτός ρωσικής σφαίρας επιρροής (βλ. βαλτικές χώρες, Γεωργία κλπ.) ή σε αυτά που προσπαθούν να διαφύγουν από αυτήν (βλ. Ουκρανία όποτε επιδίωκε φιλο-δυτική στροφή).

Η ενεργειακή και γεωπολιτική στροφή της Ρωσίας

Σε δεύτερο επίπεδο, οι πολιτικές αυτές έχουν να αντιμετωπίσουν την αντίδραση τρίτων κρατών και τους περιορισμούς που επιβάλλει το διεθνές σύστημα, όσο και τη συνεργατική στάση και πολιτική τρίτων χωρών. Έτσι, η πολιτική της Μόσχας απέναντι στην Ουκρανία, για παράδειγμα, εξηγείται από τις εσωτερικές ισορροπίες εντός του Κρεμλίνου, αναγκαστικά ωστόσο αναχαιτίζεται από τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές αντιδράσεις. Η διατήρηση, για την ώρα, της ενεργειακής συνεργασίας της Ρωσίας με το Κίεβο και την ΕΕ, αλλά και η μη ανάληψη στρατιωτικής δράσης στα ανατολικά της παραπαίουσας Ουκρανίας, είναι απόρροια των διεθνών διαπραγματεύσεων, της αντίληψης των προσδοκιών και «κόκκινων γραμμών» των υπόλοιπων δρώντων, και των θεωρήσεων κόστους-ωφέλειας που διέπει τις αποφάσεις των μερών.

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις πρόσφατες κινήσεις της Ρωσίας στην ενεργειακή σκακιέρα. Ενώ η ενεργειακή συνεργασία ΕΕ-Ρωσίας αποτελεί μία σταθερά, διατηρούνται μία σειρά ζητημάτων που προκαλούν τριβές και εγείρουν ανησυχίες στις δύο πλευρές. Ειδικότερα, τόσο για την ΕΕ όσο και για τη Ρωσία, σε οικονομικό επίπεδο, η ενεργειακή τους σχέση είναι εξαιρετικά επικερδής αφού επιφέρει ενεργειακές προμήθειες στην ΕΕ και υψηλές προσόδους στη Ρωσία και μάλιστα σε σκληρό νόμισμα (win-wingame). Οι πολιτικές ανησυχίες, ωστόσο, δυναμιτίζουν την ατμόσφαιρα. Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσία δυσανασχετεί με την ευρωπαϊκή κριτική στη ρωσική πολιτική για μία σειρά θεμάτων της εσωτερικής και εξωτερικής της πολιτικής (ανθρώπινα δικαιώματα, Τσετσενία, Γεωργία, Ουκρανία κλπ.), με την εμφατική αντι-ρωσική στάση των ανατολικοευρωπαϊκών μελών της ΕΕ και τη δαιμονοποίηση της Μόσχας, με την απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς της ΕΕ που περιορίζει το ρόλο μονοπωλιακών, καθετοποιημένων επιχειρήσεων εντός αυτής (εκκρεμούν δικαστικές διαμάχες για το κατά πόσο η Gazpromμε τη δράση της παραβιάζει τη νομοθεσία του τρίτου ενεργειακού πακέτου της ΕΕ), με την πολιτική ρητορική της ΕΕ περί ανάγκης διαφοροποίησης των πηγών, και, κατ’ επέκταση, με τις ευρωπαϊκές προσπάθειες μείωσης των ρωσικών εισαγωγών. Η κρίση στην Ουκρανία και οι ψυχρές σχέσεις που χαρακτηρίζουν έκτοτε ΕΕ και Ρωσία φαίνεται να διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στη λήψη σημαντικών αποφάσεων που θα επιφέρουν αλλαγές στην ενεργειακή στρατηγική και ασφάλεια τόσο της ΕΕ όσο και της Ρωσίας, και, φυσικά, στις διμερείς ενεργειακές τους σχέσεις.

Η πρώτη αφορά την πολυδιαφημισμένη υπογραφή συμφωνίας ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα για την κατασκευή ενός αγωγού φυσικού αερίου που θα μεταφέρει ρωσικό αέριο (38 δις κ.μ. ετησίως αρχικά, με στόχο να γίνουν 61 δις κ.μ. στο μέλλον) στις βόρειες επαρχίες της Κίνας. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν μία ολόκληρη δεκαετία με κύριο σημείο τριβής την τελική τιμή παράδοσης του αερίου, η οποία παραμένει μυστήριο αφού οι δύο πλευρές δεν επιθυμούσαν τη δημοσιοποίησή της. Η δεύτερη κίνηση είναι η συμφωνία Ρωσίας-Β. Κορέας για την παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της δεύτερης προς την πρώτη με αντάλλαγμα να επιτρέψει η Β. Κορέα τη διέλευση ενός ρωσικού αγωγού φυσικού αερίου από το έδαφός της προς την Ν. Κορέα που έχει ανάγκη από υψηλές ενεργειακές εισαγωγές (και είναι διατεθειμένη να πληρώσει μάλιστα πολύ υψηλές τιμές).

Η χρονική συγκυρία, φυσικά, δεν είναι τυχαία. Η κρίση στην Ουκρανία δυναμίτισε τις σχέσεις της Ρωσίας τόσο με την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ και κατέδειξε το εύρος των διαφωνιών τους. Δημιούργησε έτσι περαιτέρω ανησυχίες στο ρωσικό στρατόπεδο για τη δέσμευση της ΕΕ στη συνέχιση της ενεργειακής τους συνεργασίας τους για πολιτικούς λόγους. Παράλληλα, ο ακόμη σημαντικός – αν και μειούμενος – διαμετακομιστικός ρόλος της Ουκρανίας στο ευρω-ρωσικό ενεργειακό εμπόριο αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα. Η στροφή στις ασιατικές αγορές καθιστά σαφές ότι η Ρωσία αποδοκιμάζει τη στάση της ΕΕ, τον αναπροσανατολισμό της Ουκρανίας και τη συμμαχία των δύο πλευρών (μαζί με τις ΗΠΑ). Περνά, επιπλέον, το πολιτικό μήνυμα ότι η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί προσχώματα και συμμαχίες σε πολλά μέτωπα (κάτι το οποίο ωστόσο δεν πρέπει να υπερτιμάται δεδομένων των ακανθωδών σινο-ρωσικών σχέσεων).

Η υλοποίηση της «απειλής» προς την Ευρώπη ότι θα διαφοροποιήσει τις αγορές της προκειμένου να μην εξαρτάται από την ευρωπαϊκή αγορά αερίου δεν πρέπει να προξενεί αναίτιες αντιδράσεις. Ευρωπαϊκή Ένωση και Ρωσία είναι αλληλεξαρτημένες στον τομέα του φυσικού αερίου εμπορευόμενες περί τα 135 δις κ.μ. ετησίως. Μάλιστα, ενώ το 1/3 των ευρωπαϊκών εισαγωγών προέρχεται από τη Ρωσία, τα 2/3 των ρωσικών εξαγωγών διοχετεύονται στην αγορά της ΕΕ. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αμφίπλευρα ενστάσεις περί υπερβολικής εξάρτησης και συνοδεύεται, και πάλι αμφίπλευρα, από ρητορική και πολιτικές κινήσεις ελαχιστοποίησης της εξάρτησης και διαφοροποίησης των πηγών/ αγορών για περισσότερο από μια δεκαετία. Η περίφημη συζήτηση για την κατασκευή ενός υποκασπιακού αγωγού, ή του αγωγού Nabucco, αλλά και η κατασκευή του αγωγού Νοτίου Καυκάσου (SouthCaucasusGasCorridor) που φτάνει μέσα από το διαμετακομιστικό αγωγό Ελλάδας-Τουρκίας ως τη χώρα μας και θα συνδεθεί με τον υπό κατασκευή αγωγό TAP, εντάσσονται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο.

Η ρωσική κίνηση φέρει τόσο πλεονεκτήματα γι’ αυτήν όσο και σημαντικά κόστη. Η συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου, δεδομένου ότι πραγματοποιείται κατά βάση μέσω αγωγών, δένει τις συναλλασσόμενες πλευρές σε μια μακροχρόνια συνεργασία. Γι’ αυτό και κάθε τέτοια κίνηση αφενός προϋποθέτει ταύτιση απόψεων και στόχευσης, και αφετέρου δημιουργεί μία δυναμική συνεργασίας στο άμεσο και απώτερο μέλλον. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για στρατηγικές κινήσεις με σημαντική επίπτωση στις διμερείς σχέσεις σε βάθος χρόνου. Η Ρωσία αντιλαμβάνεται ότι η μείωση του μεριδίου της στην ευρωπαϊκή αγορά θα συνεπάγεται και μικρότερη επιρροή σε αυτήν. Γι’ αυτό και για χρόνια φερόταν απρόθυμη να προχωρήσει σε ανοίγματα σε τρίτες αγορές.

Ωστόσο, μία σειρά από παράγοντες λειτουργούν ευνοϊκά προς τη διαφοροποίηση των αγορών για το ρωσικό αέριο. Πρώτον, τα νέα ρωσικά κοιτάσματα βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα της χώρας, με αποτέλεσμα η στοιχειώδης οικονομική λογική να παραπέμπει σε οικονομική συνεργασία με τη γείτονα Κίνα. Δεύτερον, η Κίνα δεν εγείρει τα ζητήματα που εγείρει η ΕΕ (απελευθέρωση των αγορών, συσχετισμός με ζητήματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής κλπ.), αποτελεί δηλαδή πολύ πιο «εύκολο» οικονομικό εταίρο. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, το ύψος των τιμών διάθεσης μάλλον δεν είναι τόσο ικανοποιητικό όσο αυτό που πληρώνουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, κάτι που Ρωσία και Κίνα προτίμησαν να κρατήσουν κρυφό για προφανείς λόγους. Επιπλέον, ενώ η αποκλειστική παροχή χωρών όπως οι βαλτικές και η Πολωνία με ρωσικό αέριο συνεπαγόταν δυνητικά μεγάλη επιρροή σε αυτές, η παροχή αερίου στην Κίνα δε δίνει το πάνω χέρι στη Μόσχα, που ούτως ή άλλως θα χρειάζεται τις ενεργειακές προσόδους για να στηρίξει τον προϋπολογισμό της.

Η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ: η ανάγκη για ένα νέο παράδειγμα

Η υλοποίηση της σινο-ρωσικής συνεργασίας στον τομέα του φυσικού αερίου φέρνει την ΕΕ σε δύσκολη θέση. Ενώ οι κίνδυνοι της ουκρανικής κρίσης εστιάζονταν κατά βάση στη διέλευση του ρωσικού αερίου από το ουκρανικό έδαφος, η ευρύτερη διαμάχη Ρωσίας-Δύσης φαίνεται ότι αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την ενδυνάμωση του σινο-ρωσικού άξονα. Από τη στιγμή που η Ρωσία προχωρά πρώτη σε μία σημαντική διαφοροποίηση των αγορών της, η ΕΕ βρίσκεται αυτόματα σε δυσμενή θέση.

Επί δεκαετίες, η ευρωπαϊκή πολιτική στηρίζεται στις σχέσεις αυξημένης αλληλεξάρτησης με το μεγαλύτερο παραγωγό αερίου και, παρά την έντονη ρητορική επί τούτου, σε μία εξαιρετικά περιορισμένη πολιτική διαφοροποίησης των πηγών. Οι ποσότητες που συνεισφέρει το Αζερμπαϊτζάν παραμένουν μικρές, η Β. Αφρική μπορεί να προμηθεύσει λίγο περισσότερο αέριο, ενώ τα κοιτάσματα της Α. Μεσογείου χρειάζονται αρκετά χρόνια μέχρι να αποτελέσουν σημαντική επιπρόσθετη πηγή. Οι ΗΠΑ, εξάλλου, δεσμεύτηκαν να στείλουν υγροποιημένο αέριο (το 2018) σε χώρες της ΕΕ, αλλά σε σαφώς ακριβότερη τιμή. Η συνολική αύξηση από τις παραπάνω πηγές (στο καλύτερο σενάριο), δε μπορεί να εξισορροπήσει μία πιθανή σημαντική μείωση του ρωσικού μεριδίου αγοράς μεσοπρόθεσμα.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στη σινο-ρωσική συμφωνία αυτή καθεαυτή, όσο στο γεγονός ότι λαμβάνει χώρα με δεδομένη την πλημμελή και προβληματική ρωσική πολιτική ανάπτυξης των υδρογονανθράκων της. Ενώ τα παλαιότερα κοιτάσματα έχουν φθίνουσα απόδοση, τα περισσότερα νέα βρίσκονται ακόμα σε πρώιμο, ή εμβρυακό, στάδιο εξόρυξης. Η Ρωσία μεγιστοποιεί για την ώρα την εξαγωγική της δυναμική από εισαγωγές αερίου από γειτονικές χώρες όπως το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν και κυρίως το Τουρκμενιστάν για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες συμβολαιακές της υποχρεώσεις. Ωστόσο, η σημαντική αύξησή τους, ειδικά μετά τη συμφωνία με την Κίνα, καθιστούν αμφίβολο αν θα έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει στο ακέραιο στο μέλλον. Υπάρχει πλήθος συμβολαίων σε ισχύ με τη Gazpromσε βάθος δύο-τριών δεκαετιών, κάτι που σημαίνει ότι η ρωσική παρουσία θα συνεχίσει να είναι έντονη. Ειδικά οι στρατηγικές συμμαχίες της Gazpromμε τις Wintershall και BASF (Γερμανία), Eni (Ιταλία), Total(Γαλλία) και OMV (Αυστρία) συνεπάγονται τη διαιώνιση του εμπορίου φυσικού αερίου. Ωστόσο, σταδιακά το μερίδιο της Gazpromστην ευρωπαϊκή αγορά θα μειωθεί και αντίστοιχα η Ρωσία θα φέρει πιθανόν λιγότερους ενδοιασμούς για την πραγμάτωση μία διακοπής της τροφοδοσίας προς την ευρωπαϊκή αγορά (ειδικά προς τις μικρότερες αγορές της ανατολικής ΕΕ, με την οποία οι σχέσεις παραμένουν εν πολλοίς προβληματικές). Η σταθερή σχέση αλληλεξάρτησης ΕΕ-Ρωσίας αποκτά πλέον έναν τρίτο σημαντικό παίκτη που μπορεί να αλλάξει, αλλά για την ώρα όχι και να ανατρέψει, τις ενεργειακές ισορροπίες εις βάρος της ΕΕ.

Συνεπώς, ίσως δεν είναι υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν τη δυναμική για μία συθέμελη αναθεώρηση του ισχύοντος παραδείγματος ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ συνολικά ιδωμένης. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει τρεις διαστάσεις, την ασφάλεια προμηθειών, την προσιτότητα των τιμών και τη βιωσιμότητα. Παραδοσιακά, η εξασφάλιση των προμηθειών φυσικού αερίου περνούσε μέσα από τη Μόσχα. Σιγά-σιγά, όμως, οι ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία λογικά θα περάσουν σταδιακά σε μία νέα φάση. Η συνεργασία θα παραμείνει, ωστόσο θα μειωθεί η κλίμακά της, με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή αγορά να αναζητεί εναλλακτικές πηγές που, όπως είδαμε παραπάνω, δε βρίσκονται εν επαρκεία. Παράλληλα, οι ανοδικές τιμές του φυσικού αερίου την τελευταία δεκαετία έχουν δημιουργήσει προβλήματα στις ευρωπαϊκές οικονομίες ρίχνοντας βαριά τη σκιά τους στη δεύτερη διάσταση της ενεργειακής ασφάλειας. Η τρίτη διάσταση περνούσε συνήθως σε δεύτερη μοίρα προκειμένου να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες. Πλέον, ωστόσο, είναι σαφές ότι η εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες επιτείνει το διττό πρόβλημα της προϊούσας σπάνης των φυσικών πόρων και της κλιματικής αλλαγής με αποτέλεσμα ο τρίτος πυλώνας της ενεργειακής ασφάλειας να τίθεται σε σοβαρότατο κίνδυνο.

Σε αυτό το διαμορφωνόμενο σκηνικό, και με το σημερινό ενεργειακό παράδειγμα να υπολειτουργεί και στις τρεις διαστάσεις του, η ΕΕ καλείται να διασφαλίσει τις ενεργειακές της ανάγκες, όχι μέσα από παρωχημένα σχήματα, αλλά μέσα από μία ολιστική ενεργειακή και περιβαλλοντική πολιτική. Η απάντηση στη στρατηγική διαφοροποίηση της Ρωσίας δεν (μπορεί να) είναι μία αντίστοιχη κίνηση διαφοροποίησης των προμηθευτών. Μπορεί μόνο να είναι μία διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος με τη δυναμική είσοδο των ανανεώσιμων πηγών. Όσο τυποποιημένο και αν ακούγεται αυτό πλέον, η πράσινη ενέργεια αποτελεί μονόδρομο σε έναν κόσμο που περιβαλλοντικά, γεωπολιτικά και οικονομικά καθίσταται όλο και πιο ακατάλληλος για την άσκηση μίας παραδοσιακής ενεργειακής στρατηγικής που διατηρεί πρότερες αγκυλώσεις και επιβαρύνει πολλαπλώς το οικοσύστημα.

Μία τέτοια διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί να επιτευχθεί με τους ακόλουθους τρόπους:

Κατάργηση κάθε επιδότησης σε ορυκτά καύσιμα που καθιστά τη χρήση τους πιο προσιτή.

Πρόσδωση κινήτρων (πολύ χαμηλά ή μηδαμινά επιτόκια, επιδοτήσεις και διευκολύνσεις) για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ανάπτυξη της οικολογικής φορολογικής μεταρρύθμισης που θα δίνει κίνητρα στην παραγωγή και χρήση πράσινης ενέργειας, και θα επιβάλλει υψηλή φορολογία σε μη καθαρές μορφές ενέργειας. Λόγω της πολιτικής πίεσης που θα δημιουργήσει μία τέτοια πρόταση, θα είναι πιο εύστοχο να πραγματοποιηθεί σταδιακά και κλιμακωτά, ώστε να επιτρέψει στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.

Ένα μεγάλο αναπτυξιακό πακέτο από την ΕΕ που θα προσβλέπει στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στοχευμένα. Απαιτείται η σαφής θέση στόχων μέχρι το 2017, το 2020 κλπ.

Η έμφαση στην παραγωγή νέων τεχνολογιών που θα είναι προσανατολισμένες στην αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών σε τοπικό επίπεδο, στο οποίο και η απόδοσή τους θα είναι η βέλτιστη.

Η έμφαση στην παραγωγή νέων τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας που θα συμβάλλουν αποφασιστικά στην απο-υλοποίηση (dematerialization) της οικονομίας.

Δεδομένου ότι από την αποφάσιση των μέτρων μέχρι την ευόδωσή τους μεσολαβεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, είναι απαραίτητη η αναδιάταξη του ενεργειακού χάρτη της Ευρώπης άμεσα. Μείζων αδυναμία της ΕΕ από τη σύστασή της ήταν η διαμόρφωση πολιτικής και η συμμετοχή της σε ζητήματα υψηλής πολιτικής. Αντίστοιχα, το ισχυρό της σημείο ήταν ανέκαθεν η συνεργασία σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής και η προσπόριση ισχύος μέσω της κοινής αγοράς, της ισχυρής οικονομίας και της αγαστής συνεργασίας σε θέματα που φαντάζουν δευτερεύουσας σημασίας. Στο ίδιο πλαίσιο, η απάντηση στην πολιτική διαφοροποίησης του σημαντικότερου εξαγωγού αερίου δεν (μπορεί να) είναι η αντίστοιχη διαφοροποίηση των προμηθευτών αερίου μέσα από νέες «ενεργειακές συμμαχίες». Μπορεί να έρθει μόνο μέσα από ένα συνολικό πρόγραμμα δράσης που θα επιφέρει μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, τόσο αναφορικά με την ασφάλεια των προμηθειών όσο και με τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.