Connect with us

EQUALITY

Η πιο μαύρη ημέρα για το λαό του Κασμίρ

Published

on

Ο λαός του Κασμίρ εκατέρωθεν της Γραμμής Ελέγχου αλλά και ανά την υφήλιο θεωρούν την 27η Οκτωβρίου ως την πιο μαύρη μέρα στην ιστορία του κρατιδίου Τζαμμού και Κασμίρ. Είναι η μέρα κατά την οποία τα στρατεύματα της Ινδίας προσγειώθηκαν στη Σριναγκάρ, ενάντια στη θέληση του λαού του Κασμίρ και περιφρονώντας πλήρως την Πράξη της Ινδικής Ανεξαρτησίας και το σχέδιο διχοτόμησης του 1947.

Σύμφωνα με το Σχέδιο Διχοτόμησης, η Ινδική Βρετανική Αποικία επρόκειτο να χωριστεί σε δύο κυρίαρχα κράτη, την Ινδία και το Πακιστάν. Οι περιοχές με πλειοψηφία Ινδουιστών επρόκειτο να σχηματίσουν την Ινδία, ενώ οι περιοχές με πλειοψηφία Μουσουλμάνων στις δυτικές επαρχίες και την Ανατολική Βεγγάλη θα αποτελούσαν το Πακιστάν. Το σχέδιο είχε δώσει στα τότε πριγκιπάτα την επιλογή να ενταχθούν σε μία από τις δύο χώρες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη γεωγραφική τους θέση και την δημογραφία τους σε κοινοτικό επίπεδο, αλλά η Ινδία κατέλαβε διά της βίας το Χαϊντεραμπάντ, το Τζουναγκάρ, καθώς και το Τζαμμού και Κασμίρ. Το Χαϊντεραμπάντ και το Τζουναγκάρ αποτελούσαν κρατίδια με πλειοψηφία Ινδουιστών και διοικούνταν από Μουσουλμάνους, ενώ στο Τζαμμού και Κασμίρ η πλειοψηφία ήταν μουσουλμανική και ως εκ τούτου υπήρχε τάση προσχώρησης στο Πακιστάν. Μολοντούτο, ο Ινδουιστής κυβερνήτης, Μαχαραγιάς Χαρί Σινγκ, ανακοίνωσε την ένταξη του κρατιδίου στην Ινδία, στο πλαίσιο ενός αμφιλεγόμενου εγγράφου (Πράξη Προσχώρησης), θεμελιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη διένεξης του Κασμίρ. Πολλοί ουδέτεροι παρατηρητές απορρίπτουν την ίδια την ύπαρξη ενός τέτοιου εγγράφου, καθότι αν είχε υπάρξει εκεί Ινδική κυβέρνηση θα το είχε δημοσιοποιήσει, είτε επισήμως, είτε σε διεθνή φόρα.

Σε μια προσπάθεια να τιμωρήσουν το λαό του Κασμίρ για την προσδοκία του να ενταχθεί στο Πακιστάν και με πρόθεση να αλλάξουν τη δημογραφική σύνθεση της περιοχής ώστε τα αποτελέσματα οποιουδήποτε μελλοντικού δημοψηφίσματος να στραφούν υπέρ της Ινδίας, ινδικά στρατεύματα, δυνάμεις του Μαχαραγιά Δόγρα καθώς και εξτρεμιστών Ινδουιστών, σφάγιασαν πάνω από τριακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνων του Κασμίρ σε περίοδο δύο μηνών.

Αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι, εάν η διχοτόμηση είχε γίνει με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης, η Ινδία δεν θα διέθετε καμία διά ξηράς δίοδο εισόδου στο Τζαμμού και Κασμίρ. Αλλά η λεγόμενη Επιτροπή Συνόρων με επικεφαλής τον Βρετανό δικηγόρο Cyril Radcliffe που οριοθέτησε τη διαχωριστική γραμμή, διαίρεσε το Γκουρντάσπουρ, μια περιοχή με πλειοψηφία Μουσουλμάνων, και με συνωμοτικές διαδικασίες το παρέδωσε στην Ινδία, παρέχοντάς της διά ξηράς δίοδο στα εδάφη του Τζαμμού και Κασμίρ.

Από την πρώτη κιόλας μέρα, ο λαός του Κασμίρ απέρριψε την παράνομη ινδική κατοχή και ξεκίνησε ένοπλο αγώνα υποστηριζόμενο από γενικό ξεσηκωμό το 1947. Κατόρθωσαν να απελευθερώσουν μια εκτεταμένη περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Ανεξάρτητο Τζαμμού και Κασμίρ στον παγκόσμιο χάρτη. Βλέποντας τις δυνάμεις της στο χείλος μιας ταπεινωτικής ήττας, η Ινδία προσέγγισε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ την 1η Ιανουαρίου του 1948, ζητώντας βοήθεια ώστε να διευθετηθεί η διένεξη του Κασμίρ. Διαδοχικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας ακύρωσαν την ινδική εισβολή και την κατοχή του Κασμίρ. Με τα ψηφίσματα της 13ης Αυγούστου Ιανουαρίου του 1949, τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν την κατάπαυση του πυρός, την οριοθέτηση  γραμμής κατάπαυσης του πυρός, την αποστρατιωτικοποίηση του κρατιδίου καθώς και ένα ελεύθερο και αμερόληπτο δημοψήφισμα προς διεξαγωγή υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών. Παρότι μέρος των ψηφισμάτων αυτών (κατάπαυση του πυρός και οριοθέτηση της γραμμής κατάπαυσης του πυρός) τέθηκε σε εφαρμογή, η αποστρατιωτικοποίηση του Τζαμμού και Κασμίρ και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος παραμένουν ανεφάρμοστες.
Υποχωρώντας μπροστά στην αποφασιστικότητα των κατοίκων του Κασμίρ και τις διεθνείς πιέσεις, οι Ινδοί κυβερνήτες εξαναγκάστηκαν να υποσχεθούν στη διεθνή κοινότητα πως θα επιλύσουν τη διένεξη και θα παραχωρήσουν στο λαό του Κασμίρ την ευκαιρία να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης- αργότερα όμως υπαναχώρησαν από τις δεσμεύσεις τους. Η συνεχιζόμενη ανάλγητη στάση της Ινδίας υπέρ της μονιμοποίησης της διένεξης του Κασμίρ κατέστη διαρκής απειλή για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε ολόκληρη την περιοχή της Νότιας Ασίας για περισσότερο από έξι δεκαετίες.

Μετά τη συνεχή άρνηση του δικαιώματός τους για αυτοδιάθεση, οι κάτοικοι του κατεχόμενου Κασμίρ ξεκίνησαν μαζικές εξεγέρσεις το 1989. Προϊούντος του χρόνου, οι εξεγέρσεις εντάθηκαν και εξανάγκασαν τους κυβερνώντες στο Νέο Δελχί να διαπραγματευτούν με το Πακιστάν ώστε να καταλήξουν σε μια διευθέτηση της διένεξης του Κασμίρ. Η διαδικασία των συνομιλιών μεταξύ του Πακιστάν και της Ινδίας ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2004 και συνεχίστηκε μέχρι τις επιθέσεις στη Βομβάη στις 26 Νοεμβρίου του 2008. Μετά το περιστατικό αυτό, η Ινδία έσπευσε να επιρρίψει την ευθύνη των επιθέσεων αυτών στο Πακιστάν και τις μυστικές του υπηρεσίες, δίχως κανένα ουσιαστικό αποδεικτικό στοιχείο. Ένας αξιωματικός του ινδικού Υπουργείου Εσωτερικών αποκάλυψε εκ των υστέρων ότι η ίδια η Ινδία είχε ενορχηστρώσει τις επιθέσεις στο Κοινοβούλιο και τη Βομβάη με στόχο την ενίσχυση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας της. Η διαδικασία διαλόγου άρχισε και πάλι με τη συνάντηση των πρωθυπουργών των δύο χωρών,  Γιούσουφ Ράζα Γκιλάνι και Μανμοχάν Σινγκ, στο Σαρμ Ελ Σέιχ της Αιγύπτου, τον Ιούλιο του 2009. Συνεχίστηκε με διακοπές και τελικά έμεινε εκ νέου μετέωρη όταν η Ινδία ματαίωσε τις συνομιλίες που επρόκειτο να διεξαχθούν μεταξύ των δύο Υπουργών Εξωτερικών στο Ισλαμαμπάντ στις 25 Αυγούστου του ίδιου έτους, με το πρόσχημα συναντήσεων μεταξύ του Ύπατου Αρμοστή του Πακιστάν, Αμπντούλ Μπασιτ, και των ηγετών του Κασμίρ Χουριέτ στο Νέο Δελχί, λίγες ημέρες πριν από τις προγραμματισμένες συνομιλίες.

Η ινδική κρατική τρομοκρατία και οι αχαλίνωτες εξουσίες που παραχωρήθησαν στα στρατεύματα κατοχής υπό δρακόντειους νόμους όπως η Πράξη Ειδικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν κατόρθωσαν να καταστείλουν τη βούληση των κατοίκων του Κασμίρ για διασφάλιση του δικαίωματός τους στην αυτοδιάθεση κατά τις τελευταίες επτά σχεδόν δεκαετίες. Μόνο κατά τα τελευταία 21 χρόνια, ο στρατός οδήγησε σε μαρτυρικό θάνατο πάνω από ενενήντα τρεις χιλιάδες κατοίκους του Κασμίρ, περισσότερες από είκοσι δύο χιλιάδες γυναίκες έμειναν χήρες, όχι λιγότερα από εκατό χιλιάδες παιδιά έμειναν ορφανά, ενώ κακοποιήθηκαν ή υπέστησαν ομαδικό βιασμό περίπου δέκα χιλιάδες γυναίκες. Χιλιάδες αθώοι νέοι και νέες είναι έχουν εξαφανιστεί και πιθανόν βρίσκονται υπό κράτηση, ενώ η τύχη τους ουσιαστικά αγνοείται. Η συγκλονιστική ανακάλυψη τάφων δίχως σήμα και όνομα στα εδάφη του κρατιδίου εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια των αγνοούμενων νέων. Ακόμη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στη συνεδρίαση του στο Στρασβούργο στις 10 Ιουλίου του 2008, ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα με το οποίο ζητείται από την Ινδία να διενεργήσει ανεξάρτητη και αμερόληπτη έρευνα ώστε να εξακριβωθεί η ταυτότητα των ενταφιασμένων σε αυτά τα μνήματα. Μολοντούτο, η εκπλήρωση του εν λόγω αιτήματος παραμένει υπό εκκρεμότητα.

Ο αγώνας των κατοίκων του Κασμίρ να απαλλαγούν από τον ινδικό ζυγό πήρε νέα τροπή το 2008. Άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους σε πολυάριθμες ομάδες και να εκφράζουν ειρηνικά τα αισθήματά τους εναντίον της Ινδίας και υπέρ της απελευθέρωσης. Οι μαζικοί αυτοί ξεσηκωμοί συνεχίστηκαν για τρία συναπτά έτη- μερικές φορές ο αριθμός των ειρηνικών διαδηλωτών που συνωστίζονταν τους δρόμους της Σριναγκάρ υπερέβαινε το ένα εκατομμύριο. Αλλά τις περισσότερες φορές οι ειρηνικοί αυτοί διαδηλωτές αντιμετωπίζονταν με ωμή βία από τα ινδικά στρατεύματα και την Αστυνομία. Οι κατοχικές δυνάμεις σκότωσαν πάνω από 125 ειρηνικούς διαδηλωτές εντός λίγων μηνών το 2010, μόνο και μόνο επειδή αμφισβήτησαν την Ινδική εξουσία στην πατρίδα τους και απαίτησαν να απελευθερωθούν. Δυστυχώς, αντί να θεωρήσει τις μαζικές αυτές διαδηλώσεις δημοψήφισμα κατά της παράνομης παραμονής του στο Κασμίρ, το Νέο Δελχί κατέφυγε και πάλι σε διστακτικές τακτικές όπως οι διακρατικές συνομιλίες και η αποστολή διαφόρων αντιπροσωπειών στο Κασμίρ ώστε να κερδίσει χρόνο και να κατευνάσει τα πάθη στα κατεχόμενα εδάφη.

Η Ιστορία μαρτυρεί τη διακριτικότητα με την οποία η ηγεσία και ο λαός του Πακιστάν πάντοτε υποστήριξαν τον δίκαιο απελευθερωτικό αγώνα του λαού του Κασμίρ, ενώ ο νυν Πρωθυπουργός, Ναουάζ Σαρίφ, ο Αρχηγός του Στρατού, Συνταγματάρχης Ραχήλ Σαρίφ, ακριβώς όπως ο εθνάρχης Μοχάμεντ Αλί Τζίνα, έχουν χαρακτηρίσει το Τζαμμού και Κασμίρ “έσω σφαγίτιδα φλέβα” του Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ υποστήριζε πάντοτε την ειρηνική διευθέτηση της διένεξης του Κασμίρ με γνώμονα τις προσδοκίες των κατοίκων του. Αυτό καθίσταται προφανές από την πρόσφατη ομιλία του Ναουάζ Σαρίφ  στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όπου έκανε έκκληση στην παγκόσμια κοινότητα να διαδραματίσει αποτελεσματικό ρόλο στη διευθέτηση της παρατεινόμενης διένεξης. Ο Πρωθυπουργός του Πακιστάν, ελπίζοντας ότι οι σχέσεις των δύο χωρών θα βελτιωθούν και θα ανοίξει ο δρόμος για την επίλυση όλων των ζητημάτων που εκκρεμούν -συμπεριλαμβανομένης της διένεξης του Κασμίρ είχε απαντήσει θετικά στην πρόσκληση που του απηύθυνε η/ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι, να παραστεί στην τελετή ορκωμοσίας του το Μάιο του τρέχοντος έτους. Ωστόσο, πρόσφατες δράσεις της κυβέρνηση Μόντι, όπως η έναρξη της συζήτησης για την κατάργηση του άρθρου 370 του Ινδικού Συντάγματος που χορηγεί ειδικό καθεστώς στο Τζαμμού και Κασμίρ, η εγκατάσταση Ινδών Παντίτ σε ξεχωριστά αστικά κέντρα υψηλής ασφαλείας στην κοιλάδα του Κασμίρ, η διαταγή του προς την Ομάδα Στρατιωτικών Παρατηρητών των Ηνωμένων Εθνών στην Ινδία και το Πακιστάν να εγκαταλείψουν το γραφείο τους στο Νέο Δελχί, καθώς και η ακύρωση των συνομιλιών μεταξύ των δύο Υπουργών Εξωτερικών, είναι ενδεικτικές της έλλειψης σοβαρότητας ως προς την επίλυση της διένεξης.

Αυτοί είναι οι λόγοι για την τήρηση της επετείου της 27ης Οκτωβρίου ως Μαύρης μέρα για το λαό του Κασμίρ σε ολόκληρη την υφήλιο. Η τήρηση της επετείου στοχεύει στο να επιστήσει την παγκόσμια προσοχή στις δυστυχίες και τα δεινά του λαού του Κασμίρ, καθώς και να απευθύνει έκκληση στη διεθνή κοινότητα να αναλάβει δράση και να συνδράμει στην επίλυση της παρατεταμένης διένεξης σύμφωνα με τις προσδοκίες του λαού του Κασμίρ και με γνώμονα τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Έχει επίσης ως στόχο να στείλει ένα ηχηρό και σαφές μήνυμα στο Νέο Δελχί ότι οι κάτοικοι του Κασμίρ απορρίπτουν την παράνομη κατοχή της πατρίδας τους και θα συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρι να κατακτήσουν το αναφαίρετο δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση.

EQUALITY

Πως συνδέονται τα ανθρώπινα δικαιώματα με την περιβαλλοντική ασφάλεια

Published

on

Τα ανθρώπινα δικαιώματα συνδέονται άμεσα με την περιβαλλοντική ασφάλεια. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, οι φυσικοί πόροι και η δίκαιη διανομή τους είναι ουσιώδεις για την εξασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι άνθρωποι εξαρτώνται από το κατάλληλο περιβάλλον για την επιβίωσή τους.

Ο ΟΗΕ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί συνεργάζονται για να μειώσουν την απώλεια της βιοποικιλότητας και να επιτύχουν σημαντική βελτίωση στη ζωή των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Το βιώσιμο περιβάλλον είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζει σε ένα ασφαλές περιβάλλον. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι στενά συνδεδεμένα με την περιβαλλοντική ασφάλεια.

Τα στατιστικά στοιχεία παρουσιάζουν ανησυχητικές ενδείξεις. Για παράδειγμα, το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού αντιμετωπίζει έλλειψη νερού, καθώς η ζήτησή του συνδέθηκε με την αύξηση του πληθυσμού τον περασμένο αιώνα, ενώ το ένα έκτο δεν έχει πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό. Υπάρχει βελτίωση στον τομέα της υγιεινής παγκοσμίως, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες περιοχές. Τα προβλήματα αυτά είναι πολύ χειρότερα στις αγροτικές περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής και εξαπλώνονται και στις αστικές παραγκουπόλεις. Η παραγκούπολη στερείται υγιεινής, υδραυλικών εγκαταστάσεων, βιώσιμης στέγασης και επαρκούς χώρου διαβίωσης.

Υπάρχουν άλλοι ΑΣΧ που συνδέονται σαφώς με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και πείνας στο στόχο 1 απαιτούν ένα υγιές οικοσύστημα, έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε πόρους και πληροφορίες. Η έλλειψη συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων καθιστά τους ανθρώπους πιο ευάλωτους σε φυσικές καταστροφές. Η παγκόσμια πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο στόχο 2 συνδέεται με την αειφόρο ανάπτυξη. Οι άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, συχνά απαγορεύουν στα παιδιά τους, ιδίως τα κορίτσια, να φοιτούν στο σχολείο. Το σχολείο όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ενδυνάμωση της νεολαίας και της ενσωμάτωσής της ως χρήσιμο μέλος της κοινωνίας.

Ο στόχος 3 επικεντρώνεται στην περιβαλλοντική δικαιοσύνη επειδή οι γυναίκες είναι υπό πίεση για τη συλλογή νερού και καυσίμων. Έχουν περιορισμένο ρόλο στη λήψη αποφάσεων και ως επί το πλείστον δεν έχουν πρόσβαση στην ιδιοκτησία γης στις αναπτυσσόμενες χώρες . Η παιδική θνησιμότητα στο στόχο 4 είναι υψηλότερη σε παιδιά κάτω των πέντε ετών λόγω ανεπαρκών συνθηκών διαβίωσης σε υγιεινές συνθήκες, ακαθαρσιών και ρύπανσης εσωτερικού χώρου. Η υγεία των μητέρων στο στόχο 5 επηρεάζεται λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της επιβάρυνσης για το νερό και τα καύσιμα. Οι αυξημένες περιπτώσεις ελονοσίας οφείλονται στην αποψίλωση και στις τεχνητές φυσικές καταστροφές.

Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ για το 2009 σχετικά με τους ΑΣΧ, δεν έχει δοθεί η δέουσα σημασία στην ανάπτυξη τεσσάρων στόχων μείωσης της φτώχειας, καθολικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μειωμένης παιδικής θνησιμότητας και ορισμένων διαστάσεων περιβαλλοντικής υποβάθμισης, όπως η μείωση του όζοντος. Ωστόσο, η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση μείωσε την πρόοδο των περιβαλλοντικών έργων λόγω έλλειψης πόρων. Η έκθεση πρότεινε ότι η περιβαλλοντική δικαιοσύνη δεν είναι στο επίκεντρο της πολιτικής εξουσίας σε διεθνές επίπεδο. Σε όλες τις περιφέρειες, το βιοτικό επίπεδο της αστικής φτώχειας βελτιώθηκε, αλλά δεν μπορεί να παραβλεφθεί η ανάπτυξη των υποβαθμισμένων περιοχών. Αυτό δείχνει ότι οι προσπάθειες διατήρησης των φυσικών πόρων δεν είναι αποτελεσματικές στα πλαίσια της κλιματικής αλλαγής, της αλιείας, της δασοκομίας και των υδάτινων αποθεμάτων. Η έκθεση τόνιζε πως ο ανεπτυγμένος κόσμος έχει τη δυνατότητα να εξαλείψει τη φτώχεια αλλά δεν προχωρά σε λύσεις.

Παρά τις προσπάθειες του ΟΗΕ και πολλών ΜΚΟ από όλο τον κόσμο, η πρόοδος προς την περιβαλλοντική δικαιοσύνη είναι αργή. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα απλά χειροτερεύουν. Οι εφαρμογές των “μη δεσμευτικών νόμων” απέτυχαν καθώς η παγκοσμιοποίηση έχει αυξήσει την εξάντληση των πόρων. Οι εμπειρογνώμονες πρότειναν ότι οι υφιστάμενες προσεγγίσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αρκούν για να επισημανθούν τα περιβαλλοντικά δικαιώματα. Στον παγκόσμιο καπιταλισμό, η ανθρώπινη ασφάλεια και η προστασία του περιβάλλοντος υποτάσσονται στην οικονομική ανάπτυξη. Το διπλό πρότυπο του καπιταλισμού συμβάλλει στη συστηματική υποβάθμιση του περιβάλλοντος και στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις βλαβερές συνέπειες της περιβαλλοντικής ζημίας με τη μορφή εξάντλησης των οικοσυστημάτων και της έλλειψης νερού. Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος επηρεάζει διάφορα τμήματα της κοινωνίας, ιδιαίτερα τους περιθωριοποιημένους ανθρώπους που στερούνται τις βασικές τους ανάγκες. Η περιβαλλοντική υποβάθμιση θα τους αποκλείσει από τις τοπικές κοινωνίες. Τα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων ατόμων, ιδίως των μειονοτήτων, θα αξιοποιηθούν από την πλειοψηφική ομάδα στις χώρες τους. Η κατάχρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι εμφανής σε διάφορες περιοχές όσον αφορά τη διανομή πόρων. Για παράδειγμα, στο Σουδάν ο λαός αγωνίζεται για τους λιγοστούς πόρους ως αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Η σχέση μεταξύ υποβάθμισης του περιβάλλοντος και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει παραβλεφθεί από τις περισσότερες οργανώσεις και κυβερνήσεις, καθώς δεν δίνουν τη δέουσα σημασία σε αυτό το ζήτημα. Οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προωθούν τα πολιτικά δικαιώματα και αγνοούν τις ανησυχίες των περιβαλλοντολόγων που επικεντρώνονται κυρίως στη διατήρηση των φυσικών πόρων και αντιμετωπίζουν τις ανθρώπινες επιπτώσεις της περιβαλλοντικής κατάχρησης. Τα θύματα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης παραμένουν απροστάτευτα από τους νόμους και τους μηχανισμούς που θεσπίστηκαν για την πρόληψη της κατάχρησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των καταστροφών στους παγκόσμιους φυσικούς πόρους. Συμπερασματικά, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνδέονται στενά με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και οι Διεθνείς Οργανισμοί οφείλουν να αναζητήσουν λύσεις.

Continue Reading

EQUALITY

Υεμένη: Η προκλητική σιωπή της διεθνούς κοινότητας

Published

on

Εκκωφαντική σιωπή. Αυτή ακριβώς είναι η αντίδραση στις κραυγές και τη δυστυχία των παιδιών της Υεμένης. Πως μπορούν να μένουν σιωπηλοί; Ρητορική ερώτηση, καθώς έχουμε συνηθίσει πλέον την αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τον ιμπεριαλισμό, στο όνομα της δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι μυστικό ότι οι άνθρωποι αδιαφορούν μπροστά στη δυστυχία των άλλων- το έχουμε δει πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ιστορίας και θα συνεχίσουμε να το βλέπουμε, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι συντελείται μια γενοκτονία στην Υεμένη από ένα συνασπισμό αραβικών κρατών υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας. Ο συνασπισμός υποστηρίζεται επίσης από οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Ισραήλ. Οι βομβαρδισμοί ξεκίνησαν στις 25 Μαρτίου, 2015 και συνεχίζονται έως αυτή τη στιγμή. Ο κόσμος παραμένει σιωπηλός, κοιτάζοντας αλλού και ασχολείται περισσότερο με το τι θα πρέπει να φορούν οι γυναίκες στην παραλία.

Η Σαουδική Αραβία φαίνεται πως έχει χάσει εντελώς ότι είχε απομείνει από τη λογική της. Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών αυτούς τους 17 μήνες, έχουν χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 10.000 άμαχοι… Κατά την περίοδο αυτή, η διεθνής κοινότητα δεν έχει κάνει το παραμικρό. Φαίνεται πως τα πετροδόλαρα των Αλ Σαούντ είναι αρκετά για να ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και να δωροδοκήσουν όλους τους πολιτικούς προστάτες τους, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών.

Τον Ιούνιο του 2016, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Μπαν κι Μουν, έκανε μια αναπάντεχη παραδοχή, λέγοντας ότι υπέκυψε στις πιέσεις σχετικά με μια έκθεση που κατηγορούσε τη Σαουδική Αραβία για θανάτους παιδιών από τους βομβαρδισμούς στην Υεμένη. Τόνισε δε, πως ήταν μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις. Αλήθεια κύριε Μούν; Μια αγωνιώδης επιλογή; Όσο η αίσθηση των παιδιών που θάβονται κάτω από τα ερείπια του σπιτιού τους, κάτω από τα σχολεία ή τα νοσοκομεία σε κάποια γειτονιά που μέχρι πρόσφατα ήταν ειρηνική;

Παρά το γεγονός ότι η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών έριχνε την ευθύνη για τις επιθέσεις σε σχολεία και νοσοκομεία της Υεμένης και τον θάνατο 5.000 παιδιών, στον συνασπισμό υπό την Σαουδική Αραβία, ο Μπαν κι Μουν είπε πως πήρε την απόφαση να αφαιρέσει προσωρινά τη Σαουδική Αραβία και τον συνασπισμό των χωρών που συμμετέχουν από το παράρτημα της έκθεσης, το οποίο απαριθμεί τις χώρες που παραβιάζουν τα δικαιώματα των παιδιών. Έκανε σαφές ότι η χρηματοδότηση των Ηνωμένων Εθνών ήταν σε κίνδυνο. «Έπρεπε να συνυπολογίσω την προοπτική εκατομμυρίων άλλων παιδιών που θα υποφέρουν, αν όπως μου ειπώθηκε, συγκεκριμένες χώρες σταματούσαν τη χρηματοδότηση πολλών προγραμμάτων των Ηνωμένων Εθνών», είπε. Με άλλα λόγια, παρακαλώ αφήστε τα παιδιά της Υεμένης να πεθαίνουν ειρηνικά.

Αυτός ο πόλεμος είναι άνισος: το τοπικό κίνημα αντίστασης βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πανίσχυρη στρατιωτική συμμαχία δυτικών και αραβικών δυνάμεων, μια συμμαχία ορισμένων από τις πιο πλούσιες και στρατιωτικά ισχυρές χώρες του κόσμου. Η μοναρχία των Αλ Σαούντ επένδυσε όλες τις στρατιωτικές δυνατότητές της σε μια προσπάθεια να ταπεινώσει και να υποτάξει το λαό της Υεμένης και όμως η χώρα στέκεται ακόμα στο ύψος της.

Σε αυτή την καταστροφική εκστρατεία που συνεχίζεται εδώ και σχεδόν ενάμισι χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν μεγάλο μέρος ευθύνης. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προμηθεύει τους Σαουδάραβες με στρατιωτικό εξοπλισμό δισεκατομμυρίων, ενώ τους παρέχει και τις πληροφορίες για τους στόχους των βομβαρδισμών. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε αυτόν τον πλανήτη δεν χρηματοδοτούν απλά μια ανθρωπιστική καταστροφή στην Υεμένη, αλλά το κάνουν ευθέως και χωρίς καμία ντροπή. Τα γεγονότα είναι απλά. Η Σαουδική Αραβία είναι ένοχη για εγκλήματα πολέμου και οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ουσιαστικά συνένοχοι.

Το γεγονός ότι Βρετανοί στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες έχουν ενταχθεί στη στρατιωτική εκστρατεία της Σαουδικής Αραβίας κατά του λαού της Υεμένης, εγείρει πολλά ερωτήματα για τη συνολική αναθεώρηση της βρετανικής πολιτικής προς τη φονταμενταλιστική μοναρχία. Το Υπουργείο Άμυνας στο Λονδίνο, έχει ήδη επιβεβαιώσει για την παρουσία μιας σειράς «ειδικών» οι οποίοι συνεργάζονται με τον στρατό της Σαουδικής Αραβίας σχετικά με τις θέσεις των στόχων, αλλά επιμένουν πως δεν συμμετέχουν σε τυχόν άμεσες ενέργειες, αλλά εκπαιδεύουν τους Σαουδάραβες για να συμμορφώνονται με τους διεθνείς κανόνες του πολέμου. Αυτή η υποκριτική ανακοίνωση ήρθε σε μια εποχή που οι Σαουδάραβες και άλλα μέλη του συνασπισμού του Κόλπου διαπράττουν πολλαπλές παραβιάσεις στην Υεμένη και είναι όλα τεκμηριωμένα από το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ας μην ξεχνάμε επίσης την παρουσία των Σαουδαράβων «proxy warriors» ιστορικά γνωστούς και ως αλ-Κάιντα και πιο πρόσφατα ως ISIS, που έχουν εξαπλωθεί στην Υεμένη, ενώ ένα μεγάλο μέρος στα βόρεια τμήματα της χώρας έχει βυθιστεί στο χάος λόγω των ασταμάτητων βομβαρδισμών. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος έχει μετατρέψει την Υεμένη σε μια ανθρωπιστική καταστροφή, έχει επιδεινώσει την περιφερειακή ασφάλεια και ενίσχυσε την παρουσία και τη δύναμη των τρομοκρατικών ομάδων.

Η Σαουδική Αραβία έχει μέλλον για να ολοκληρώσει αυτή την εκστρατεία, παρά τις σοβαρές στρατιωτικές αποτυχίες της και η διεθνής κοινότητα επιτρέπει τη συνέχιση αυτού του καταστροφικού πολέμου, με πλήρη ατιμωρησία και ακόμα περισσότερο οπλισμό. Παραμείνει παγερά αδιάφορη. Δεν έχει τίποτα να δείτε εδώ. Μόνο μερικές  χιλιάδες παιδιά της Υεμένης που θα πεθάνουν μέχρι που η Δύση να πάρει και την τελευταία σταγόνα των φυσικών πόρων της χώρας. Ωστόσο, οι πολίτες της Υεμένης θα παραμείνουν όρθιοι, μαχόμενοι για την απελευθέρωση από αυτή την παγκόσμια υποδούλωση, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά είναι από τους πλέον σκληροτράχηλους μαχητές στη Γη.

Continue Reading

EQUALITY

Ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά των αναδυόμενων δυνάμεων

Published

on

Υπάρχουν πολλές θεωρίες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το ρόλο των αναδυόμενων δυνάμεων στον σημερινό κόσμο.

Αν αποφύγουμε τους σχετικά απλοϊκούς ορισμούς, μια αναδυόμενη δύναμη είναι μια χώρα που καταλαμβάνει σταδιακά το χώρο της στη διεθνή σκηνή με οικονομικά και πολιτικά μέσα. Αυτός ο ορισμός χρησιμοποιείται συνήθως για τις χώρες των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), όπως και για τη Σαουδική Αραβία, την Αργεντινή, την Αυστραλία, τη Νότια Κορέα, την Ινδονησία, το Μεξικό και την Τουρκία.

Η δραστηριότητα μιας αναδυόμενης δύναμης στον κόσμο σήμερα είναι συχνά συλλογική: είναι μια χώρα που προσθέτει νέα διορατικότητα στις αναχρονιστικές αποφάσεις της καθεστηκυίας τάξης. Ένα παράδειγμα είναι η κοινή στάση των αναδυόμενων δυνάμεων σχετικά με τη μεταρρύθμιση των πολυμερών οργανισμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη και τους οργανισμούς του Bretton Woods (Παγκόσμια Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), οι οποίοι αντανακλούν μια οπισθοδρομική παγκόσμια τάξη.

Μέσα από ένα ιστορικό πλαίσιο, αυτές οι διεργασίες αντανακλούν παλαιότερες διαβουλεύσεις και πρωτοβουλίες, όπως το Κίνημα των Αδεσμεύτων (Ινδία, Νότια Αφρική), και το G-77 (Βραζιλία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική). Η πολυμέρεια ως τρόπος προώθησης ενός κράτους, όπως φαίνεται στα παραπάνω παραδείγματα, είναι ένα χαρακτηριστικό που χρησιμοποιήθηκε από τις αναδυόμενες δυνάμεις στο παρελθόν (καθώς και από τις φτωχές χώρες) για να βρουν τη θέση τους στη διεθνή σκηνή.

Αναζητώντας ένα θεωρητικό ορισμό, μπορεί κανείς να επισημάνει το έργο του Robert Keohane, ο οποίος αναφέρει ότι οι αναδυόμενες δυνάμεις είναι κράτη των οποίων οι ηγέτες αναγνωρίζουν ότι δεν μπορούν να δράσουν αποτελεσματικά μόνοι τους, αλλά μπορεί να έχουν μια συστημική παρέμβαση μέσα σε μια μικρή ομάδα, ή ένα Διεθνή Οργανισμό. Ως εκ τούτου, τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός της αναδυόμενης δύναμης;

Σύμφωνα με τον Xiaoyu Pu, οι χώρες που έχουν συγκεκριμένη επιρροή σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά βασίζονται σε οργανωμένα θεσμικά όργανα με προκαθορισμένους κανόνες (ΟΗΕ, ΠΟΕ κ.λπ.) για να ενισχύσουν τη θέση τους σε σχέση με τις υπερδυνάμεις. Πράγματι, ο ορισμός της αναδυόμενης δύναμης μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι αυτές οι χώρες από μόνες τους δεν είναι τόσο αποτελεσματικές όσο θα ήθελαν, ίσως είναι σε θέση να παράγουν αποτελέσματα μόνο σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά χρειάζονται στέρεες δομές για να επηρεάσουν σε υψηλότερη κλίμακα, κάτι που προσφέρεται μέσα από πολυμερείς οργανισμούς.

Ακόμα και αν υπάρχει ειδική κατηγορία για τις Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική, αφού πρόκειται για αναδυόμενες δυνάμεις, υπάρχουν επίσης εγγενείς διαφορές σε κάθε χώρα, που επηρεάζουν την εικόνα που έχει το διεθνές σύστημα για κάθε μια από αυτές.

Για να αποδείξει τις διαφορές αυτές, ο Robert Keohane έδειξε τέσσερις τομείς για να κατανοήσουμε πώς εκλαμβάνονται αυτές οι χώρες σε σχέση με το διεθνές σύστημα:

1.  Ισχυρές χώρες που ορίζουν οι κανόνες του συστήματος

2.  Χώρες επιρροής που μπορούν να αλλάξουν τους κανόνες που έχουν ήδη καθοριστεί από το διεθνές σύστημα

3.  Χώρες που αν και δεν μπορούν να αλλάξουν τους κανόνες, έχουν τη δυνατότητα με κάποιο τρόπο να ακουστεί η φωνή τους.

4.  Αναποτελεσματικές χώρες, οι οποίες είναι υποχωρητικές μπροστά στη διεθνή κοινότητα.

Από την παραπάνω κατηγοριοποίηση, μπορεί κανείς να δει καθαρά ότι υπάρχει μια πλευρά για τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία και σε μικρότερο βαθμό, τη Νότια Αφρική, δηλαδή, πρόκειται για χώρες που δεν μπορούν να αλλάξουν τους κανόνες που έχουν ήδη καθοριστεί, αλλά μπορούν με κάποιο τρόπο να ασκήσουν επιρροή στο περιφερειακό τους πεδίο. Από την άλλη πλευρά, η Κίνα συγκαταλέγεται στον κατάλογο των χωρών που επηρεάζουν και μπορούν να αλλάξουν τους προκαθορισμένους κανόνες του διεθνούς συστήματος, αλλά εξακολουθεί να θεωρείται από άλλους (ίσως και οι ίδιοι να το θεωρούν) ως αναδυόμενη δύναμη.

Ένας άλλος τρόπος για τις αναδυόμενες δυνάμεις να ισχυροποιήσουν τη θέση τους είναι μέσω της ήπιας εξισορρόπησης, η οποία επιτυγχάνεται μέσω θεσμοθετημένων διαβουλεύσεων, όπως οι BRICS, IBSA, BASIC και η G-20, κατά την οποία οι χώρες αυτές μπορούν να μιλήσουν πιο αυτόνομα σε σχέση με τις ανεπτυγμένες χώρες. Μέσω του διαλόγου και της προσπάθειας συναίνεσης, οι ιδέες των αναδυόμενων δυνάμεων μπορούν να μετατραπούν σε πραγματικότητα. Επιτυχής περιπτώσεις αυτού του διαλόγου είναι οι διάφορες συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ των χωρών, προκειμένου να μειώσουν τις διαφορές τους και, κατά συνέπεια, να κατακτήσουν μια πιο αξιοσέβαστη θέση στη διεθνή σκηνή.

Έτσι, μια αναδυόμενη δύναμη χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν από τις μεγάλες δυνάμεις ως μέσο αυτοπροβολής και ανόδου στη διεθνή σκηνή, καθώς η διατήρηση μιας εξέχουσας θέσης αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο των εθνικών συμφερόντων των χωρών αυτών. Επίσης, η συνεργασία με άλλες αναδυόμενες χώρες, μέσω πολιτικών και οικονομικών διαβουλεύσεων, αν και γνωρίζοντας ότι υπάρχουν ασυμμετρίες μεταξύ τους, είναι ακόμα ένας τρόπος για την προώθηση της ήπιας εξισορρόπησης.

Continue Reading

Trending

Copyright © 2017 PRESSCODE