Loading Posts...

Η ενεργειακή ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα πολιτικής εντός της Ε.Ε. Δεδομένου ότι η Ε.Ε. έχει εκφράσει την πρόθεση της να περιορίσει την χρήση του άνθρακα για οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους μέχρι το 2020, είναι προφανές ότι το ενεργειακό αυτό «κενό» θα πρέπει να καλυφθεί είτε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) είτε μέσω της χρήσης φυσικού αερίου.

Αν και οι ΑΠΕ αποτελούν φιλικότερη προς το περιβάλλον μορφή ενέργειας, η εκμετάλλευσή και η τεχνολογία εφαρμογής τους απαιτούν δαπάνες δισεκατομμυρίων ευρώ που είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν μέσα σε καθεστώς διεθνούς οικονομικής ύφεσης. Συνεπώς, την δεδομένη χρονική στιγμή, μόνη ρεαλιστική και οικονομικά βιώσιμη εναλλακτική μορφή ενέργειας αποτελεί το φυσικό αέριο.

Η Ε.Ε. διαθέτει ελάχιστα δικά της αποθέματα φυσικού αερίου, εισάγοντας το μεγαλύτερο ποσοστό (περίπου 34%) απ’ την Ρωσία, καθώς και από κράτη όπως  η Νορβηγία, η Αλγερία και το Κατάρ. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει την Ε.Ε. στον σχεδιασμό μιας μελλοντικής ενεργειακής πολιτικής που θα βασίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: 1) Διασφάλιση των ενεργειακών της προμηθειών 2) Δημιουργία μεγαλύτερου ανταγωνισμού στην αγορά της ενέργειας 3) Υιοθέτηση φιλικότερων προς το περιβάλλον μορφών ενέργειας. Προκειμένου να αντιμετωπίσει το σχετικό μονοπώλιο της Ρωσίας στην προμήθεια φυσικού αερίου, η Ε.Ε. σχεδιάζει την διαφοροποίηση τόσο των προμηθευτών της όσο και των διαμετακομιστικών οδών ενέργειας. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τρεις κυρίως πολιτικές: 1) Ενίσχυση των προμηθειών φυσικού αερίου απ’ την περιοχή της Κασπίας μέσω της ανάπτυξης νέων αγωγών δια του «Νότιου Διαδρόμου» (Southern Gas Corridor) 2) Αύξηση των προμηθειών της από τα κοιτάσματα σχιστολιθικού αερίου (shale gas) που άρχισαν να αξιοποιούνται πρόσφατα στις ΗΠΑ 3) Προμήθεια φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου τα οποία έχουν ανευρεθεί σε Ισραήλ, Κύπρο και μελλοντικά (πιθανώς) στην Ελλάδα.

Ας εξετάσουμε όμως, ξεχωριστά την δυνατότητα πραγματοποίησης κάθε μιας εκ των άνω επιλογών: 1) H προμήθεια φυσικού αερίου μέσω κατασκευής νέων αγωγών που δεν θα διασχίζουν το ρωσικό και ουκρανικό έδαφος είναι μια επιλογή που μελετάται για χρόνια, αλλά δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί, καθώς υπάρχει έντονος ανταγωνισμός μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων και οδών. Ένας εκ των σχεδιαζόμενων αγωγών που έχει τόσο την στήριξη της Ε.Ε. όσο και των Η.Π.Α. για ενεργειακούς αλλά και γεωπολιτικούς λόγους, είναι ο Nabucco. Ο αγωγός θα ξεκινάει απ’ την ανατολική Τουρκία, θα διασχίζει Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουγγαρία και θα καταλήγει στον ενεργειακό κόμβο Baumgarten στην Αυστρία, διοχετεύοντας αέριο σε όλη την Κεντρική και Δυτική Ευρώπη. Η τροφοδοσία του αγωγού θα γίνει απ’ την περιοχή της Κασπίας (ίσως και απ’ το Ιράκ σε απώτερο στάδιο) και κυρίως μέσω του κοιτάσματος Shah Deniz του Αζερμπαϊτζάν. Ωστόσο, το αρχικό σχέδιο αναθεωρήθηκε, και προτάθηκε τελικά ο αγωγός Nabucco West ο οποίος θα εκκινεί απ’ τα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα και θα διασχίζει τις προαναφερθείσες χώρες, ακολουθώντας μικρότερη διαδρομή για λόγους περιορισμού του αρχικού κόστους κατασκευής. Ο αγωγός αυτός, που θα μεταφέρει ετησίως 10 έως 23 δις κυβικά μέτρα (bcm) φυσικού αερίου έχει να αντιμετωπίσει σοβαρούς «ανταγωνιστές». Πρώτος και κύριος αντίπαλος είναι ο αγωγός South Stream, δυναμικότητας 63 bcm ετησίως, που έχει την άμεση υποστήριξη της Ρωσίας η οποία και επιθυμεί να διατηρήσει την δεσπόζουσα θέση της στην ενεργειακή αγορά της Ευρώπης. Ο αγωγός αυτός θα μεταφέρει ρωσικό αέριο μέσω της Μαύρης Θάλασσας, στη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία και θα καταλήγει στην Αυστρία κοντά στα σύνορα με τη βόρειο Ιταλία. Επιπλέον, υπάρχει πρόθεση να «διακλαδωθεί» προς Κροατία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ενώ η σκέψη για επέκταση προς νότιο Ιταλία μέσω της Ελλάδας και του Ιονίου Πελάγους φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί επί του παρόντος. Ο South Stream φαίνεται να υπερέχει αυτή τη στιγμή έναντι του Nabucco West για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, η ρωσική Gazprom, που είναι και η κύρια μέτοχος του αγωγού (σε συνεργασία με την ιταλική Eni) ανακοίνωσε ότι η κατασκευή του θα αρχίσει το 2013 στην Βουλγαρία. Αντιθέτως, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, Ενέργειας και Τουρισμού της Βουλγαρίας, Delyan Dobrev, η απόφαση για την έναρξη της κατασκευής του Nabucco West θα καθυστερήσει για τουλάχιστον έξι μήνες ακόμη, καθώς ο αγωγός δεν έχει εξασφαλίσει  την τροφοδοσία του με αζέρικο φυσικό αέριο.  Δεύτερον, ο Υπουργός Ενέργειας του Αζερμπαϊτζάν, Natik Aliyev, αν και είχε δηλώσει ότι προτιμά η χώρα του να τροφοδοτήσει τον Nabucco West έναντι άλλων αγωγών, διαψεύστηκε στην πράξη, καθώς τον Ιανουάριο του 2013 το εθνικό κοινοβούλιο επικύρωσε νόμο με τον οποίο επιτεύχθηκε συμφωνία για την τροφοδοσία του αγωγού Trans-Anatolian (TANAP). Ο αγωγός αυτός έχει σχεδιαστεί για να μεταφέρει αέριο απ’ το κοίτασμα Shah Deniz και θα ξεκινάει απ’ τα τουρκο-γεωργιανά σύνορα φθάνοντας έως τα σύνορα της ευρωπαϊκής Τουρκίας τροφοδοτώντας από εκεί την υπόλοιπη Ευρώπη. Η κατασκευή του αναμένεται να ξεκινήσει το 2018, μεταφέροντας αρχικά 6 bcm στην Τουρκία και 10 bcm στην Ευρώπη, ποσότητα που δυνητικά μπορεί να αυξηθεί συνολικά σε 31 bcm μέχρι το 2026. Ο ΤΑΝΑP δεν πρέπει να θεωρηθεί αναγκαστικά ανταγωνιστικός του Nabucco West, καθώς υπάρχει η προοπτική της ένωσης των δύο αγωγών στο μέλλον. Κάτι τέτοιο θα περιόριζε την ανάγκη για εξασφάλιση νέων προμηθευτών φυσικού αερίου για τον  Nabucco West, ωστόσο παραμένει το πρόβλημα της εξεύρεσης των απαραίτητων χρηματικών πόρων για την κατασκευή του αγωγού καθώς και της διαφάλισης του μελλοντικού πελατολογίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή το αζέρικο αέριο να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες και των δύο αγωγών, καθώς υπάρχουν και άλλοι προτεινόμενοι εναλλακτικοί αγωγοί.

Ένας από αυτούς, και κύριος ανταγωνιστής του Nabucco West ως προς την τροφοδοσία απ’ το Αζερμπαϊτζάν, είναι ο Trans Adriatic (TAP) που έχει σχεδιαστεί να ξεκινάει απ’ την Κομοτηνή και μέσω Αλβανίας και Αδριατικής να περνάει στη βόρειο Ιταλία, προμηθεύοντας από εκεί την Δυτική Ευρώπη. Παρότι, ο επίτροπος της Ε.Ε. για την Ενέργεια, Günther Oettinger, δήλωσε ότι δεν υπάρχει κάποια προτίμηση ως προς τους δύο αγωγούς, γεωπολιτικά ο Nabucco West φαίνεται προτιμότερος, καθώς η Ιταλία διαθέτει ήδη ένα επαρκές και αρκούντως διαφοροποιημένο δίκτυο προμήθειας φυσικού αερίου. Η τελική έκβαση αυτού του ανταγωνισμού φαίνεται να καθορίζεται πάντως απ’ την επιλογή του αγωγού που θα αποφασίσει να τροφοδοτήσει το consortium του Shah Deniz (Ιούνιος 2013).

Τέλος, υπάρχει και ο αγωγός ITGI (Interconnector TurkeyGreeceItaly), ο οποίος προγραμματίζεται να ενώσει Τουρκία και Ελλάδα (το τμήμα αυτό εγκαινιάστηκε το 2007) και διερχόμενος απ’ το Ιόνιο να καταλήξει στην Ιταλία. Επιπλέον, σχεδιάζεται επέκταση του δικτύου από τη Θράκη προς τη Βουλγαρία μέσω του IGB (Interconnector Greece-Bulgaria). Το project για τον αγωγό, ο οποίος αποσκοπούσε να μεταφέρει αζέρικο αέριο στις αγορές της Ευρώπης, φαίνεται προς το παρόν να ναυαγεί, καθώς η BP (μεγαλομέτοχος της κοινοπραξίας που ελέγχει το Shah Deniz ΙΙ) δήλωσε ότι προτιμά να προμηθεύσει τον αγωγό TAP. Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να αποκλείεται μια αναβίωση του έργου, καθώς υπάρχει η δυνατότητα να προμηθευτεί αέριο μέσω των κοιτασμάτων Leviathan και Tamar του Ισραήλ καθώς και απ’ το οικόπεδο 12 της Κύπρου. Η μεταφορά του αερίου από την Κύπρο προς την Ελλάδα μπορεί να γίνει είτε μέσω πλοίων μεταφοράς LNG, είτε μέσω αγωγού με την δεύτερη λύση να αποτελεί επιλογή της ελληνικής ΔΕΠΑ (εκ των μεγαλομετόχων του ITGI). Ανακεφαλαιωτικά, μπορεί κάποιος να πει ότι η τελική απόφαση για το ποιοι αγωγοί θα κατασκευαστούν, εξαρτάται απ’ το κόστος κατασκευής και την δυνατότητα χρηματοδότησής τους, καθώς και απ’ την ικανότητα να εξασφαλίσουν πελάτες και προμήθεια φυσικού αερίου απ’ την περιοχή της Κασπίας (κυρίως).

Η εισαγωγή φυσικού αερίου στην Ε.Ε. μέσω των ΗΠΑ, αποτελεί μια επιλογή που έχει προκύψει σχετικά πρόσφατα λόγω της αξιοποίησης των μεγάλων σχιστολιθικών κοιτασμάτων που υπάρχουν σε διάφορες περιοχές της χώρας (Texas, Louisiana, North Dakota, Pennsylvania, Ohio) δια μέσου νέων τεχνολογικών καινοτομιών (οριζόντιες γεωτρήσεις και υδραυλική διάρρηξη). Χάρις σε αυτές τις μεθόδους, οι ΗΠΑ που μέχρι πρότινος εισήγαγαν φυσικό αέριο, έχουν την δυνατότητα να γίνουν εξαγωγείς  LNG από το 2016 και καθαροί εξαγωγείς στο σύνολο του φυσικού αερίου το 2020, σύμφωνα με τις αναλύσεις της ΕΙΑ (U.S. Energy Information Agency). Το γεγονός αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση για την αμερικανική ηγεσία, καθώς της επιτρέπει να επιτύχει ένα τετραπλό στόχο: α) Να εξασφαλίσει την ενεργειακή αυτονομία των ΗΠΑ β) Να μειώσει την εξάρτηση των ΗΠΑ και της Ε.Ε. απ’ το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής ώστε να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη διπλωματική ευελιξία το θέμα της πυρηνικοποίησης του Ιράν) Να παρέχει στην Ε.Ε. ενεργειακή ασφάλεια μέσω της μείωσης της εξάρτησής της απ’ το  ρωσικό φυσικό αέριο γ) Να αυξήσει τα έσοδα της μέσω εξαγωγών αερίου, πλήττοντας ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό την οικονομία της Ρωσίας.

Προϋπόθεση όμως για να συμβούν τα ανωτέρω είναι να αποφασιστεί ότι το πλεονάζον αέριο των ΗΠΑ θα κατευθυνθεί προς τις αγορές της Ευρώπης και όχι της Ασίας. Αυτό δεν αποτελεί καθόλου προφανή επιλογή, καθώς θα πρέπει να αξιολογηθούν μια σειρά από παράγοντες. Γεωπολιτικά, η εξασφάλιση μεγαλύτερης ενεργειακής αυτονομίας για την Ε.Ε. είναι ένα βασικό ζητούμενο για τις ΗΠΑ, όπως προκύπτει και απ’ την πολιτική των αγωγών που εφαρμόζει (βλέπε Nabucco West). Επιπλέον, πιθανή οικονομική αποδυνάμωση της Ρωσίας και  ενίσχυση του ΑΕΠ των ΗΠΑ μεταφράζεται μελλοντικά σε διαφορά στην στρατιωτική ισχύ των δύο χωρών. Απ’ την άλλη πλευρά όμως, χρειάζονται δαπάνες δισεκατομμυρίων δολαρίων για την δημιουργία υποδομών και  σταθμών υγροποίησης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ καθώς και σοβαρές οικονομο-τεχνικές μελέτες για τα πιθανά οφέλη και κόστη που θα προκύψουν από τέτοιες επενδυτικές ενέργειες. Είναι δεδομένο ότι με τις επικρατούσες τιμές (περίπου $4.00 ανά mmBtu στις ΗΠΑ, $12 ανά mmBtu στην Ε.Ε. και $16,5 ανά mmBtu στην Ασία) η αγορά της Ασίας προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους. Αντιθέτως, η αγορά της Ευρώπης αποτελεί ερωτηματικό για τις αμερικανικές εταιρείες, με την ΕΙΑ να υποστηρίζει ότι υπάρχουν δυνατότητες κέρδους, ενώ η Gazprom ισχυρίζεται ότι  μόνον οι αγορές της Ασίας μπορούν να αποφέρουν οφέλη για τις ΗΠΑ. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπ’ όψιν ότι οι ΗΠΑ δεν «παίζουν» μόνοι τους στην αγορά αερίου, καθώς σημαντικά σχιστολιθικά αποθέματα υπάρχουν σε Πολωνία και Κίνα, ενώ μεγάλη αύξηση παραγωγής φυσικού αερίου θα υπάρξει προσεχώς και σε Αυστραλία και Καναδά διαφοροποιώντας σημαντικά τις τιμές διεθνώς. Τέλος, υπάρχει φόβος ότι η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών φυσικού αερίου μπορεί να προκαλέσει άνοδο των τιμών αερίου εντός των ΗΠΑ γεγονός που θα πλήξει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η αρνητική αυτή επίδραση μπορεί να αντισταθμιστεί βεβαίως με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στους τομείς της ενέργειας, των χημικών,  των πλαστικών και των λιπασμάτων. Σε κάθε περίπτωση, παράγοντες όπως οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και η εξέλιξη της οικονομικής κρίσης στην Ε.Ε. μπορούν να μεταβάλλουν τις προτιμήσεις των αμερικανικών εταιρειών ενέργειας για το που, πόσο και σε τι τιμή θα εξάγουν αέριο.

Αξιολογώντας  την τρίτη επιλογή που υπάρχει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. (προμήθεια φυσικού αερίου μέσω Ανατολ. Μεσογείου) παρατηρούμε ότι παρουσιάζει μια σειρά πλεονεκτημάτων έναντι των άλλων δύο επιλογών. Πρώτον, τα κοιτάσματα σε Ισραήλ, Κύπρο και Ελλάδα (αν τελικά επιβεβαιωθούν) δημιουργούν την δυνατότητα στις χώρες αυτές να εξάγουν σημαντική ποσότητα φυσικού αερίου προς την Ε.Ε., περιορίζοντας την εξάρτησή της απ’ το ρωσικό αέριο. Δεύτερον, ο στόχος αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με τα ήδη υπάρχοντα σχέδια για την δημιουργία αγωγών που θα διέρχονται μέσω Τουρκίας στην Ευρώπη. Τα εν λόγω κοιτάσματα θα προμηθεύσουν με επιπλέον ποσότητες αερίου τους αγωγούς αυτούς, δημιουργώντας συμπληρωματικότητες μέσω της συνένωσης των δικτύων μεταφοράς αερίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποθέματα επαρκούν για να υλοποιηθούν όλοι οι προτεινόμενοι αγωγοί, αλλά θα συντείνουν ώστε να είναι βιώσιμοι ένας ή δύο εξ αυτών. Ταυτόχρονα, αν αποφασιστεί να μεταφερθεί αέριο από την Κύπρο στην Ελλάδα μέσω κατασκευής αγωγού (λύση που θεωρεί τεχνολογικά εφικτή και οικονομικότερη η ΔΕΠΑ αλλά δεν φαίνεται τελικά να επικρατεί έναντι της πρότασης για LNG) δίνεται η δυνατότητα να δημιουργηθεί διαφοροποίηση όχι μόνο ως προς τον προμηθευτή (Ρωσία) αλλά και ως προς τον διαμετακομιστή (Τουρκία) με ότι αυτό συνεπάγεται από γεωπολιτικής πλευράς. Επιτυγχάνεται επίσης η ενίσχυση των οικονομιών της Ελλάδας και της Κύπρου που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και αυξάνεται η πολιτική σταθερότητα στην περιοχή μέσα από μια στενότερη συνεργασία Ισραήλ-Κύπρου και Ελλάδας. Μια τέτοια εξέλιξη θα πλήξει σημαντικά τα έσοδα της Ρωσίας απ’ το αέριο που ανέρχονται στο 70% με 80% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της καθώς οι εξαγωγές απ’ τα κοιτάσματα της Ανατ. Μεσογείου θα ρίξουν τις τιμές και πιθανόν να «κλέψουν» ένα μερίδιο της ρωσικής πελατείας (Ισραήλ, Κύπρος και Ελλάδα ίσως καταφέρουν να χρεώσουν χαμηλότερες τιμές απ’ την Ρωσία λόγω γεωγραφικής εγγύτητας που συνεπάγεται μικρότερο κόστος μεταφοράς).

Η Ρωσία απ’ την πλευρά της δεν μένει με σταυρωμένα χέρια, καθώς είναι αποφασισμένη να διεκδικήσει δυναμικά την εξαγορά των ΔΕΠΑ και ΔΕΣΦΑ απ’ το ελληνικό κράτος. Ήδη δύο ρωσικές εταιρείες, η Gazprom (διεκδικεί την ΔΕΠΑ) και η Negusneft (όμιλος Sintez, διεκδικεί την ΔΕΠΑ και την ΔΕΣΦΑ) φέρεται να έχουν καταθέσει τις υψηλότερες προσφορές με σημαντική διαφορά απ’ τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό. Τόσο η Ε.Ε. όσο και οι ΗΠΑ ασκούν διπλωματικές πιέσεις προς την Ελλάδα ώστε να αποφευχθεί η παραχώρηση των εταιρειών φυσικού αερίου στη Ρωσία, γεγονός που θα της επιτρέψει να διατηρήσει την επιρροή της στα ευρωπαϊκά ενεργειακά θέματα. Εκφράζονται μάλιστα υποψίες, ότι η Negusneft μπορεί να αποκτήσει τις 2 ελληνικές εταιρείες και να τις μεταβιβάσει αργότερα στην Gazprom, η οποία απέκλεισε την κατασκευή αγωγών στην Ελλάδα και στην Ιταλία στο πλαίσιο του South Stream, σε μία κίνηση που δείχνει ότι είναι πρόθυμη να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις εφόσον επικρατήσει του διαγωνισμού για τη ΔΕΠΑ. Μια άλλη ρωσική εταιρεία, η Novatek, προσπάθησε ανεπιτυχώς να αναλάβει την εκμετάλλευση του οικοπέδου 9 της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ η εξάρτηση της Κύπρου απ’ τη Ρωσία είναι έντονη τόσο λόγω του ρωσικού δανείου ύψους €2,5 δις προς την κυπριακή κυβέρνηση όσο και λόγω των υψηλών καταθέσεων που διαθέτουν Ρώσοι πολίτες και επιχειρηματίες στις κυπριακές τράπεζες. Η ρωσική παρουσία έχει αρχίζει να γίνεται περισσότερο διακριτή και στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα, μέσω του ομογενούς επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη, ο οποίος και έχει αποκτήσει τον ποδοσφαιρικό σύλλογο του ΠΑΟΚ. Ο Σαββίδης εκτός από ιδιοκτήτης μεγάλης καπνοβιομηχανίας στη Ρωσία και πρώην μέλος της Δούμας, ανήκει στο φιλικό περιβάλλον του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος και στο παρελθόν τον είχε τοποθετήσει στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Ρωσίας, καθώς και αναπληρωτή συντονιστή των διακυβερνητικών σχέσεων ΡωσίαςΕλλάδας Αν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς τις δηλώσεις του αντιπροέδρου της  ρωσικής πετρελαϊκής Transneft, Μιχαήλ Μπαρκόφ, ότι «το σχέδιο για τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη δεν είναι αποτυχημένο, αλλά μόνο “παγωμένο”» καταλαβαίνει ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να αδράξει κάθε ευκαιρία που θα της δοθεί στο οικονομικό και διπλωματικό πεδίο για ενίσχυση της παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το ενδιαφέρον σε κάθε περίπτωση θα είναι να δούμε αν αυτός ο ενεργειακός «ψυχρός» πόλεμος μεταξύ Ε.Ε., ΗΠΑ και Ρωσίας θα παραμείνει σε οικονομικό επίπεδο και θα λειτουργήσουν οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς ή αν θα επεκταθεί σε γεωπολιτικό πλαίσιο μέσω άσκησης διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών εκβιασμών προς τα αδύναμα μέρη.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΙΑΚΑΝΤΩΝΗΣ

The author didnt add any Information to his profile yet

Leave a Comment